Μια μέρα μετά τη διακυβερνητική διάσκεψη Ελλάδας-Κύπρου στην Αθήνα, ο Ερντογάν υποδέχτηκε τον νεοεκλεγέντα ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας Τουφάν Ερχιουρμάν με τιμές αρχηγού κράτους. Τηρήθηκε όλο το πρωτόκολλο της τουρκικής προεδρίας για την υποδοχή αρχηγών κρατών: ο Ερντογάν περίμενε τον Ερχιουρμάν στην κεντρική είσοδο του προεδρικού μεγάρου, οι δυο τους στήθηκαν μπροστά στις σημαίες της Τουρκικής Δημοκρατίας και της μη αναγνωρισμένης Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου, ανακρούστηκε ο τουρκικός εθνικός ύμνος, ρίχτηκαν 21 κανονιοβολισμοί, ο Ερχιουρμάν χαιρέτισε την παρατεταγμένη προεδρική φρουρά και μαζί με τον Ερντογάν πορεύτηκαν προς το εσωτερικό του Ακσαράι.
Ο συμβολισμός αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστούμε ότι ο Ερχιουρμάν ακόμα δεν έχει ορκιστεί επίσημα (εκκρεμεί η εξέταση ενστάσεων για το εκλογικό αποτέλεσμα). Αυτό δεν εμπόδισε τον Ερντογάν να επισπεύσει τη συνάντησή τους, ώστε να γίνει τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Με τη δε αναβάθμιση της υποδοχής σε υποδοχή αρχηγού κράτους θέλησε να δείξει πως ο «αριστερός» και «ευρωπαϊστής» Ερχιουρμάν είναι δική του επιλογή.
Νωρίτερα, ο Ερχιουρμάν επισκέφτηκε το Μαυσωλείο Ατατούρκ, στο βιβλίο του οποίου έγραψε ότι «η αγάπη και η αφοσίωση στα ιδανικά του Ατατούρκ αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας του τουρκοκυπριακού λαού» και ότι οι Τουρκοκύπριοι αντλούν «δύναμη και έμπνευση» από την κληρονομιά του ιδρυτή της Τουρκικής Δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ. Στη συνέχεια, είχε συνάντηση με τον πρόεδρο της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, Νουμάν Κουρτουλμούς, κατά την οποία χαρακτήρισε «μοναδική, ιδιαίτερη και ασύγκριτη» τη σχέση των Τουρκοκύπριων με την Τουρκία.
Η τακτική του ψαλιδιού
Στις δηλώσεις μετά τις συνομιλίες ο Ερντογάν πέρασε κατευθείαν στην επίθεση. Είπε ότι «ο βασικός λόγος που το Κυπριακό παραμένει άλυτο μέχρι σήμερα είναι η άρνηση της ελληνοκυπριακής πλευράς να αποδεχθεί την κυριαρχική ισότητα και το ισότιμο διεθνές καθεστώς των Τουρκοκυπρίων, καθώς η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν θέλει να μοιραστεί ούτε την πολιτική εξουσία ούτε την οικονομική ευημερία με τους Τούρκους του νησιού». Είπε ακόμα ότι «η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρεί ως “λύση” τη μετατροπή των Τουρκοκυπρίων σε μειονότητα μέσα στο ομόσπονδο κράτος που η ίδια κατέλαβε δια της βίας το 1963, ένα μόρφωμα που σήμερα δεν έχει καμία νομική υπόσταση».
Δε δίστασε να επιτεθεί σε ΟΗΕ και ΕΕ, τονίζοντας ότι «πρέπει να έχουμε υπόψη ότι και τα σφάλματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στην απαρχή του Κυπριακού, καθώς και η αποδοχή της ελληνοκυπριακής διοίκησης ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, έχουν μερίδιο ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση. Δυστυχώς, οι υποσχέσεις που δόθηκαν για τη διόρθωση αυτής της κατάστασης δεν έχουν τηρηθεί. Ο κ. πρόεδρος (σ.σ. ο Ερχιουρμάν) γνωρίζει πολύ καλά αυτή τη διαδικασία, τόσο από την εμπειρία του ως πρωθυπουργός όσο και ως μέλος της διαπραγματευτικής ομάδας μεταξύ 2008 και 2010». Και επανέλαβε για χιλιοστή φορά ότι «η πιο ρεαλιστική λύση είναι δύο κράτη».
Ο Ερχιουρμάν, αφού ξεκαθάρισε από την αρχή ότι «η ιδιότητα της Τουρκίας ως εγγυήτριας δύναμης αποτελεί τη νομική βάση χάρη στην οποία οι Τουρκοκύπριοι αισθάνονται ασφάλεια», μίλησε για «δύο ισότιμους ιδρυτικούς εταίρους», διατυπώνοντας με διαφορετικά λόγια την τουρκική θέση. Υποστήριξε ότι «ο τουρκοκυπριακός λαός διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα σε ολόκληρο το νησί της Κύπρου και δεν είναι δυνατόν η βούληση του τουρκοκυπριακού λαού να αγνοείται από την ελληνοκυπριακή ηγεσία ή από τη διεθνή κοινότητα σε ζητήματα όπως η ασφάλεια, η ενέργεια, οι υδρογονάνθρακες, οι θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας και οι εμπορικοί διάδρομοι , θέματα που αφορούν ολόκληρη την Κύπρο και όλους τους κατοίκους της».
Παρά την ψευδή εικόνα που είχε δημιουργηθεί σε Κύπρο και Ελλάδα, ο Ερχιουρμάν δεν είχε πει τίποτα διαφορετικό προεκλογικά. Μιλούσε για «ομοσπονδία» αλλά περιέγραφε μια συνομοσπονδία δύο ανεξάρτητων κρατών. Ενώπιον του Ερντογάν έκανε απλά ένα βήμα παραπάνω, σε φραστικό επίπεδο, μιλώντας για δύο ισότιμα ιδρυτικά κράτη.
Ερντογάν και Ερχιουρμάν παίζουν τον καλό και τον κακό μπάτσο. Εφαρμόζουν την τακτική του ψαλιδιού, βάζοντας στη μέση το αίτημα για μια ενιαία και ανεξάρτητη Κύπρο. «Θα συνεχίσουμε τον αγώνα μας, σε στενή συνεργασία με τον κ. Ερχιουρμάν και με αποφασιστικότητα, προκειμένου να επιτύχουμε μια δίκαιη, μόνιμη και ρεαλιστική λύση στην Κύπρο, το εθνικό μας ζήτημα, σύμφωνα με τις πραγματικότητες του νησιού», είπε ο Ερντογάν. Και έκλεισε εξαίροντας τις θέσεις του Ερχιουρμάν: «Υπό το πρίσμα αυτής της εμπειρίας, θεωρώ απολύτως σωστό το γεγονός ότι έχει τονίσει στα πρόσφατα μηνύματά του προς την ελληνοκυπριακή πλευρά ότι δεν θα υπάρξει υποχώρηση όσον αφορά την κυριαρχική ισότητα των Τουρκοκυπρίων».
Και η διαδικασία των συνομιλιών υπό την αιγίδα του ΟΗΕ; Αυτή ανήκει στην κατηγορία «λέμε και καμιά μαλακία για να περνάει η ώρα». Εχει λόγο η Τουρκία να υποχωρήσει σ’ αυτή τη φάση, αποδεχόμενη σχέδιο για διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία; Κανέναν απολύτως. Με αναβαθμισμένο την περιφερειακό ρόλο της, γιατί να υποχωρήσει; Για να κάνει έστω και ένα βηματάκι πίσω, θα πρέπει η ελληνική-ελληνοκυπριακή πλευρά να υποχωρήσει σημαντικά, προσεγγίζοντας το σχέδιο της συνομοσπονδίας, όπως κι αν το ονομάσει.
Μπορεί να σηκώσει ένα τέτοιο βάρος η ελληνοκυπριακή και η ελλαδική πολιτική ηγεσία. Αυτή τη στιγμή όχι. Προτιμούν να σέρνεται η κατάσταση παρά να κατηγορηθούν για ενδοτισμό και υποταγή στα τουρκικά τετελεσμένα.
Το Κυπριακό, δημιούργημα του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού που έφτασε στο απώγειό του η χούντα με το πραξικόπημα κατά του Μακάριου, και του τουρκικού μεγαλοϊδεατισμού που εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση, εισέβαλε στρατιωτικά στην Κύπρο και έκτοτε κατέχει το ένα τρίτο της, δεν μπορεί να λυθεί από τις αστικές ηγεσίες, μολονότι η επανένωση του νησιού είναι ένα αστικό αίτημα. Ο λαός της Κύπρου, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, είναι ο μόνος που μπορεί να δώσει λύση, χτίζοντας ένα ενιαίο εθνικοαπελευθερωτικό-αντιαστικό μέτωπο.
Είμαστε πολύ μακριά από κάτι τέτοιο, όμως ας μην κοροϊδευόμαστε ότι μπορεί να βρεθεί λύση μέσα από εξαρχής υπονομευμένες συνομιλίες υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Το μόνο που πετυχαίνουν αυτές οι διαδικασίες είναι να βαθαίνουν την εθνικιστική διαίρεση στο νησί και να συσπειρώνουν τις λαϊκές μάζες γύρω από τις εθνικιστικές ηγεσίες, στην Κύπρο, την Τουρκία και την Ελλάδα.








