Σπάνια συναντάμε ταινία με τίτλο που να την εκφράζει σε τέτοιο βαθμό όσο την καινούρια ταινία του σουηδού δημιουργού. Νέα ταινία αλλά ταυτόχρονα και η τελευταία της τριλογίας για τον άνθρωπο, με την οποία καταπιάστηκε ο Αντερσον τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια (οι δύο προηγούμενες ήταν οι «Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο» το 2000 και «Εσείς, οι ζωντανοί» το 2007). Φυσικά, και αυτή η ταινία του διακρίνεται για την πολύ ιδιαίτερη, προσωπική γραφή του σκηνοθέτη, κύρια χαρακτηριστικά της οποίας αποτελούν η έντονη φόρμα και η στιλιζαρισμένη αισθητική, το θεατρικό στήσιμο των σκηνών, με ευρεία χρήση των μονοπλάνων, και ένα ιδιαίτερο, πικρόχολο και μαύρο χιούμορ.
Ο Αντερσον στοχάζεται πάνω στην ύπαρξη του σύγχρονου ανθρώπου και σχολιάζει την επιφάνεια, την υποκρισία, την κωμική εμμονή με δευτερεύουσας σημασίας καταστάσεις, την επαναλαμβανόμενη ροή ανούσιων στοιχείων. Οι πρωταγωνιστές του είναι άνθρωποι με μια μορφή ιδρυματοποίησης και αυτισμού, χαρακτήρες παράξενοι, λες και είναι βγαλμένοι από «κουφά» ανέκδοτα. «Χαίρομαι που είσαι καλά», αυτή είναι μια φράση-μοτίβο που ακούγεται αρκετά συχνά και αποτελεί ακόμη ένα στοιχείο της δηκτικότητας του σκηνοθέτη.
Το τελικό αποτέλεσμα της ταινίας όμως είναι αρκετά κουραστικό. Ο σκηνοθέτης ουσιαστικά καταθέτει την πικρή άποψή του, η οποία πηγάζει από μια συναισθηματική προσέγγιση απέναντι στο σύγχρονο δυτικό πολιτισμό. Αποψη ενδιαφέρουσα και αναμενόμενη από ένα σκεπτόμενο άνθρωπο, η οποία όμως εξαντλείται στα πρώτα δέκα λεπτά και μετά επαναλαμβάνεται και επαναλαμβάνεται σε ένα συνεχές και μονότονο κινηματογραφικό περιβάλλον. Η ταινία πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο 71ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας κερδίζοντας το πρώτο βραβείο, το Χρυσό Λιοντάρι Καλύτερης Ταινίας.
Ελένη Π.








