Ο Δραγασάκης ήταν το πιο υψηλόβαθμο κυβερνητικό στέλεχος που μίλησε στη συζήτηση για την πρόταση της ΝΔ για σύσταση εξεταστικής επιτροπής, εκπροσωπώντας τον Τσίπρα που επέλεξε να απόσχει. Υπήρξε σκληρός πολιτικά απέναντι στη ΝΔ. Πολιτικά όμως. Δεν προκάλεσε κανέναν σε προσωπικό επίπεδο και δε δημιούργησε μπάχαλο. Αντίθετα, ο Τσακαλώτος, που ζήτησε κουτοπόνηρα να κλείσει τη συζήτηση, καπελώνοντας τον Δραγασάκη, επέλεξε για μια ακόμα φορά τις προσωπικές επιθέσεις και τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, εν γνώσει του ότι θα προκαλέσει μπάχαλο. Και το προκάλεσε.
Αυτός ήταν ο σκοπός του. Να αποφύγει την επί της ουσίας συζήτηση και να αφήσει ως τελευταία εικόνα αυτής της διαδικασίας ένα μπάχαλο με εκατέρωθεν ύβρεις με τον Μπουμπούκο και άλλους «ευέξαπτους» δεξιούς. Δεν είπε τίποτα -απολύτως τίποτα!- επί της ουσίας, παρά μόνο έστησε το αλληλοβρίσιμο. Και πήγε να το συνεχίσει και όταν ο λόγος δόθηκε στον Δένδια, που ήταν ο τελευταίος ομιλητής, δεδομένου ότι επρόκειτο για πρόταση της ΝΔ.
Για να συμπεριφερθείς με τσογλανιά πρέπει να την έχεις στο χαρακτήρα σου. Δεν μπορείς να υποκριθείς τον τσόγλανο, πρέπει να είσαι. Ο Τσακαλώτος, μια νούλα επιστημονικά, ένας καρπαζοεισπράκτορας των ιμπεριαλιστών πολιτικά, βγάζει στη φόρα τον πραγματικό του χαρακτήρα. Αυτόν που με τόση επιμέλεια έκρυβε παλαιότερα πίσω από το χαμόγελο του καλού παιδιού και τη low profile συμπεριφορά.
Γιατί επιλέγει την τσογλανοτακτική ο Τσακαλώτος; Επειδή έχει ηγετικές φιλοδοξίες και αυτή η τακτική «πουλάει» στο συριζαίικο ακροατήριο (δείτε και την περίπτωση Πολάκη). Ο Τσακαλώτος που δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο μέχρι το 2015 (τα οικονομικά θέματα χειρίζονταν από τη μια ο Δραγασάκης και από την άλλη ο Μηλιός), ενώ στην πρώτη κυβέρνηση με το ζόρι χώρεσε σε μια θέση αναπληρωτή στο υπουργείο Εξωτερικών, εκτινάχτηκε ξαφνικά (μετά το φιάσκο Μπαρουφάκη) στο στερέωμα του μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ και είπε… να μην αφήσει την ευκαιρία να πάει χαμένη.








