Στη Λέσβο γράφτηκε μια νίκη που ξεπερνά τα όρια μιας δικαστικής απόφασης. Είναι μια νίκη κοινωνική και βαθιά ταξική. Στις 15 Γενάρη του 2026, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου αποφάσισε την πανηγυρική αθώωση και των 24 κατηγορουμένων στην υπόθεση της ERCI: της Σάρα Μαρντίνι, του Σον Μπίντερ, του Νάσου Καρακίτσου και όλων των άλλων διασωστών και εθελοντών που σύρθηκαν επί χρόνια στο εδώλιο.
Οκτώ χρόνια εκβιασμού, εκφοβισμού, αναμονής και δημόσιου διασυρμού. Οκτώ χρόνια που το κράτος επιχείρησε να μετατρέψει τη σωτηρία ανθρώπων από πνιγμό σε «εγκληματική οργάνωση». Οκτώ χρόνια που οι “αλληλέγγυοι” βαφτίστηκαν «διακινητές», «κατάσκοποι», «ξένοι πράκτορες», σε ένα από τα πιο βρώμικα πολιτικά κατασκευασμένα κατηγορητήρια.
Τελικά, αυτό το κατηγορητήριο κατέρρευσε με κρότο.
Ενα κατηγορητήριο-φάντασμα και μια δίκη-παράδειγμα
Η υπόθεση ERCI ήταν από την αρχή κάτι μεγαλύτερο: μια κρατική επιχείρηση εκδίωξης της αλληλεγγύης από τις ελληνικές ακτές. Είχαν ανάγκη να τρομοκρατήσουν. Να δείξουν ότι όποιος απλώνει χέρι σε πρόσφυγα θα το πληρώνει ακριβά. Οχι γιατί «θα καταδικαστεί», αλλά γιατί θα περάσει χρόνια ως όμηρος, με δικηγόρους, χρηματικό και ψυχολογικό κόστος απαγορεύσεις, εξευτελισμό, πιθανές φυλακίσεις και καταστροφή ζωής.
Έχουμε ξαναγράψει ότι η Μαρντίνι, σύμβολο του προσφυγικού ταξιδιού, δεν ήταν μια τυχαία παρουσία. Ηταν η ίδια γυναίκα πρόσφυγας που το 2015 επέζησε από τη θάλασσα και αργότερα επέστρεψε στη Λέσβο ως εθελόντρια. Και όμως, σε αυτό το πρόσωπο, το ελληνικό κράτος πέρασε χειροπέδες, το φυλάκισε, το παρουσίασε σαν εγκληματία.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Κάτω τα χέρια από την αλληλεγγύη: Οταν η διάσωση γίνεται έγκλημα
Τι «είδε» το δικαστήριο: καμία επαφή με «μετανάστες εν πλω», καμία παράνομη δράση
Η απόφαση δεν ήταν μια τυπική «έλλειψη αποδείξεων» ή «αμφιβολίες», όπως συχνά συνηθίζεται για λόγους ισορροπιών. Ηταν ένα ξεκάθαρο «δεν απεδείχθη». Ηταν διάλυση όλου του πυρήνα των ισχυρισμών.
Το δικαστήριο, με βάση την αποδεικτική διαδικασία, δέχτηκε ότι δεν αποδείχτηκε καμία επικοινωνία των κατηγορούμενων με ανθρώπους εν πλω για να «λαμβάνουν πληροφορίες αφίξεων». Δηλαδή: καμία “συνεννόηση με διακινητές”, καμία “οδηγία”, κανένα “δίκτυο”. Το αντίθετο: κρίθηκε ότι οι κατηγορούμενοι περίμεναν στις ακτές για να παρέχουν βοήθεια μετά την άφιξη. Και ότι το ίδιο το Λιμενικό αντιλαμβανόταν την προσέγγιση των σκαφών σε αντίστοιχους χρόνους — δηλαδή δεν υπήρχε καν “μονοπώλιο πληροφορίας” ή “μυστικό δίκτυο”.
Με λίγα λόγια το κράτος τους κατηγόρησε επειδή… ήταν εκεί για να σώσουν ανθρώπους.
Οι «δωρεές» δεν έγιναν ποτέ «έσοδα εγκλήματος»
Αλλος βασικός άξονας της συκοφαντίας ήταν οι οικονομικές κατηγορίες. Θυμόμαστε το κλιμα που δημιουργούσαν τότε: “Δεν βοηθάνε από ανθρωπιά. Κάτι κερδίζουν”, “Υποκινούμενοι”, “Πράκτορες”, “ΜΚΟ-μαφία”.
Το δικαστήριο όμως αξιολόγησε τα οικονομικά στοιχεία και κατέληξε ότι δεν στοιχειοθετείται καμία αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στις δωρεές προς την οργάνωση και σε οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα.
Καμία “νομιμοποίηση εσόδων”, κανένα “μαύρο ταμείο”, καμία “εγκληματική χρηματοδότηση”. Μόνο ένα ακόμη εργαλείο λάσπης. Και εδώ απογυμνώθηκε το πραγματικό σχέδιο: να φανεί ότι η αλληλεγγύη δεν είναι πολιτική πράξη, αλλά «μπίζνα».
Ενημέρωναν τις λιμενικές αρχές: κατέρρευσε και η “διευκόλυνση εισόδου”
Ακόμα πιο κρίσιμο: το δικαστήριο έκανε ειδική αναφορά σε ημερομηνίες του κατηγορητηρίου για τις οποίες αποδείχτηκε ότι υπήρξε ενημέρωση των λιμενικών αρχών.
Αυτό είναι καίριο γιατί αν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι ειδοποιούσαν τις αρχές, τότε δεν λειτουργούσαν ως κύκλωμα, δεν “έσπρωχναν” αφίξεις, δεν “οργάνωναν μεταφορές”, δεν “διευκόλυναν” κρυφά. Αντίθετα, έκαναν αυτό που οφείλει κάθε άνθρωπος: να ενημερώσει όταν κινδυνεύουν ζωές.
Οι απολογίες αποκάλυψαν το αυτονόητο: το “έγκλημα” ήταν η επιστροφή για βοήθεια
Στις απολογίες τους, οι βασικοί κατηγορούμενοι έδειξαν την ουσία της υπόθεσης, όχι νομικά, αλλά πολιτικά. Η Σάρα Μαρντίνι μίλησε για τη δική της εμπειρία ως πρόσφυγας το 2015 και εξήγησε την επιστροφή της στη Λέσβο το 2016 με έναν στόχο: να βοηθήσει ανθρώπους που περνούσαν αυτό που πέρασε η ίδια. Αυτό από μόνο του είναι η πιο ωμή καταδίκη του κράτους: μια πρόσφυγας που σώθηκε από δύσκολο ταξίδι στη θάλασσα επιστρέφει για να σώσει άλλους και το κράτος τη φυλακίζει!
Ο Σον Μπίντερ από την πλευρά του κατέθεσε ότι ήρθε στη Λέσβο το 2017 ως εκπαιδευμένος διασώστης και ότι οι Αρχές ενημερώνονταν μόνο όταν υπήρχε επιβεβαιωμένη πληροφορία, επειδή συχνά υπήρχαν λανθασμένα σήματα. Ακόμα δηλαδή κι εκεί που το ελληνικό κράτος ήθελε να παρουσιάσει “ύποπτη δραστηριότητα”, προκύπτει το ακριβώς αντίθετο: υπευθυνότητα.
Στην υπόθεση αυτή είναι σαφές ότι το ελληνικό κράτος δεν ήθελε δικαιοσύνη, ήθελε “παραδειγματισμό.” Και εδώ είναι το πολιτικό συμπέρασμα, το πιο επικίνδυνο ζήτημα: αυτές οι διώξεις δεν στήθηκαν επειδή το κράτος πίστευε ότι θα κερδίσει. Στήθηκαν επειδή το κράτος ήθελε να παραδειγματίσει. Ηθελε να πει: μην έρχεστε στις ακτές, μην βλέπετε, μην καταγράφετε, μην γίνεστε μάρτυρες, αφήστε μας να κάνουμε “τη βρώμικη δουλειά” χωρίς μάτια πάνω μας.
Αυτός είναι ο πραγματικός στόχος: όταν εφαρμόζονται αποτροπές, όταν χάνονται άνθρωποι, όταν η βία γίνεται “πολιτική”, να μη γίνονται στο φως αλλά στο σκοτάδι.
Στο διά ταύτα, παρά την πολύ σημαντική αυτή νίκη και την αθώωση, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κράτος πέτυχε το βασικό του στόχο: κράτησε δεμένους τους αλληλέγγυους οκτώ χρόνια. Καμία κυβέρνηση, καμία υπηρεσία, κανένας εισαγγελέας, κανένας μηχανισμός που έστησε το κατηγορητήριο δεν λογοδότησε. Η «δικαιοσύνη» άργησε τόσο που η αλήθεια έγινε ποινή από μόνη της.
Αυτή είναι η ουσία της ποινικοποίησης της αλληλεγγύης στον καπιταλισμό: να μην χρειάζεται να σε καταδικάσουν, αρκεί να σε εξοντώσουν κοινωνικά, οικονομικά, ψυχολογικά. Και την ίδια στιγμή, οι πραγματικοί εγκληματίες, αυτοί που φτιάχνουν στρατόπεδα, αυτοί που στήνουν φράχτες, αυτοί που κάνουν επαναπροωθήσεις και πνίγουν ανθρώπους στη θάλασσα, συνεχίζουν ανενόχλητοι, βαφτίζοντας την κρατική βία “ασφάλεια”.
Η δικαστική νίκη στη Λέσβο δεν πρέπει να είναι το τέλος αυτής της ιστορίας. Μπορεί να λειτουργήσει ως υπόσχεση ότι η αλληλεγγύη δεν τελειώνει στα δικαστήρια. Οτι οι διώξεις δεν θα περνούν αναπάντητες. Οτι το κίνημα μπορεί να τους χαλάει τα σχέδια. Και τώρα πρέπει να γίνει το επόμενο βήμα: να λογοδοτήσουν όσοι έστησαν τη σκευωρία. Οχι μόνο για τους 24. Αλλά για κάθε πρόσφυγα που σαπίζει σε φυλακή σαν “διακινητής”, επειδή το κράτος βαφτίζει τα θύματα θύτες.
Η αλληλεγγύη δεν είναι έγκλημα. Εγκλημα είναι η καταστολή στα σύνορα.








