Η Ελλάδα ζητά νέο ευρωπαϊκό μηχανισμό για την «εργαλειοποίηση» της μετανάστευσης, ενώ ο σχετικός Κανονισμός της ΕΕ εφαρμόζεται ήδη από τον Ιούνιο του 2026. Την ίδια ημέρα, η ΕΕ εγκρίνει τα return hubs («κέντρα επιστροφών» σε τρίτες χώρες). Κι όσο οι εξαιρέσεις γίνονται κανόνας, το δικαίωμα στο άσυλο αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο σαν ενοχλητική λεπτομέρεια.
Την 1η Οκτωβρίου, από το Λουξεμβούργο, ο Πλεύρης ανακοίνωσε με ιδιαίτερη ικανοποίηση ότι η ελληνική πρόταση για έναν νέο «Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Εκτακτης Ανάγκης» απέναντι στην «εργαλειοποιημένη μεταναστευτική πίεση» έτυχε ευρείας στήριξης στο Συμβούλιο Υπουργών της ΕΕ. Το ίδιο το υπουργείο έκανε λόγο για «ιδιαίτερη επιτυχία». Υπάρχει, βέβαια, μια μικρή λεπτομέρεια.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση απέκτησε μόλις το 2024 έναν ολόκληρο Κανονισμό για τις καταστάσεις κρίσης, ανωτέρας βίας και «εργαλειοποίησης» στα εξωτερικά σύνορα: τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1359. Ενα πλαίσιο ήδη βαθιά προσανατολισμένο στη λογική της εξαίρεσης, με ειδικές παρεκκλίσεις από τις συνήθεις διαδικασίες ασύλου, στο όνομα της «κρίσης» και της προστασίας των συνόρων. Και δεν πρόκειται για κάποιο ξεχασμένο απομεινάρι του παλιού συστήματος. Είναι κομμάτι του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Ασυλο και εφαρμόζεται μόλις από τον Ιούνιο του 2026. Προτού, λοιπόν, προλάβει καν να δοκιμαστεί στην πράξη, η ελληνική κυβέρνηση ζητά έναν ακόμη μηχανισμό «έκτακτης ανάγκης» και ακόμη μεγαλύτερο περιθώριο παρέκκλισης.
Ο μηχανισμός που… υπάρχει ήδη
Στον απόηχο και όσων συνέβησαν στη Θέουτα στα τέλη Ιουλίου του 2026, όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν μέσα σε λίγες ημέρες από το Μαρόκο στον ισπανικό θύλακα, ο Κανονισμός προβλέπει ήδη ειδικές παρεκκλίσεις για καταστάσεις κρίσης και ορίζει ρητά την «εργαλειοποίηση», όταν τρίτη χώρα ή εχθρικός μη κρατικός φορέας διευκολύνει τη μετακίνηση ανθρώπων προς τα εξωτερικά σύνορα με σκοπό την αποσταθεροποίηση κράτους μέλους ή της ΕΕ. Παρά τη διεύρυνση, όμως, της λογικής της εξαίρεσης, υπάρχει ένα όριο που δεν ξεπερνά, δεν προβλέπει την αναστολή του δικαιώματος στο άσυλο.
Αντίθετα, ακόμη και σε συνθήκες «εργαλειοποίησης», απαιτεί να διασφαλίζεται αποτελεσματική και πραγματική πρόσβαση στη διαδικασία διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και τη Σύμβαση της Γενεύης. Γιατί ακόμη και οι παρεκκλίσεις έχουν όρια και το δικαίωμα στο άσυλο δεν μπορεί να μετατρέπεται σε προαιρετική παροχή κάθε φορά που μια κυβέρνηση ανακαλύπτει μια νέα «έκτακτη ανάγκη».
Η ελληνική πρόταση υπάρχει ως έγγραφο του Συμβουλίου με αριθμό ST 13311/26 και τίτλο Request for a European Emergency Mechanism to address instrumentalisation and hybrid threats at the EU external borders (Αίτημα για τη δημιουργία ευρωπαϊκού μηχανισμού έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση της εργαλειοποίησης και των υβριδικών απειλών στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ). Καταγράφεται επισήμως ως πρόταση της ελληνικής αντιπροσωπείας για το Συμβούλιο της 1ης και 2ης Οκτωβρίου, όμως το πλήρες περιεχόμενό της δεν έχει δημοσιοποιηθεί. Προς το παρόν, επομένως, γνωρίζουμε κυρίως όσα επέλεξε να ανακοινώσει η κυβέρνηση. Και σύμφωνα με τις δηλώσεις Πλεύρη, ανάμεσα σε αυτά βρίσκεται η δυνατότητα προσωρινής αναστολής της παραλαβής αιτημάτων ασύλου.
Η «έκτακτη ανάγκη» δεν καταργεί το Δίκαιο
Εδώ πια το ζήτημα παύει να είναι τεχνοκρατικό, γιατί το Δικαστήριο της ΕΕ έχει ήδη απαντήσει στην υπόθεση C-72/22 PPU, όταν η Λιθουανία επιχείρησε, επικαλούμενη κατάσταση έκτακτης ανάγκης και μαζική εισροή από τη Λευκορωσία, να περιορίσει την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου. Η απάντηση ήταν σαφής: η παράτυπη είσοδος δεν εξαφανίζει το δικαίωμα υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας και η «έκτακτη ανάγκη» δεν είναι μια μαγική νομική λέξη που θέτει εκτός λειτουργίας το ενωσιακό δίκαιο.
Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 72 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΣΛΕΕ), το οποίο αναγνωρίζει στα κράτη μέλη την ευθύνη για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την προστασία της εσωτερικής ασφάλειας. Το Δικαστήριο έχει ξεκαθαρίσει ότι η διάταξη αυτή δεν αποτελεί ένα γενικής χρήσης emergency button («κουμπί έκτακτης ανάγκης»), που μπορούν τα κράτη να πατούν για να παρακάμπτουν το ευρωπαϊκό δίκαιο κάθε φορά που επικαλούνται λόγους ασφάλειας. Κι αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν το «έκτακτο» παύει να αποτελεί εξαίρεση και αρχίζει να μετατρέπεται σε μόνιμο εργαλείο άσκησης μεταναστευτικής πολιτικής.
Την ίδια μέρα, τα return hubs
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι τι συνέβαινε την ίδια ακριβώς ημέρα στο Λουξεμβούργο. Το Συμβούλιο έδινε την οριστική του έγκριση στον νέο Return Regulation («Κανονισμό για τις επιστροφές»), ένα ακόμη κομμάτι της μεταναστευτικής αρχιτεκτονικής που σπρώχνει τα σύνορα της ΕΕ όλο και πιο μακριά από την ίδια την Ευρώπη. Ο νέος Κανονισμός επιτρέπει πλέον στα κράτη μέλη να δημιουργούν return hubs («κέντρα επιστροφών») σε τρίτες χώρες, στα οποία θα μπορούν να μεταφέρονται άνθρωποι που έχουν λάβει απόφαση επιστροφής.
Η Ισπανία ψήφισε κατά. Ηταν μάλιστα το μοναδικό κράτος μέλος που καταψήφισε, ενώ το Βέλγιο απείχε. Και η ισπανική αντίθεση δεν ήταν έκπληξη. Σε προηγούμενη επίσημη δήλωσή της στο Συμβούλιο, η Ισπανία είχε προειδοποιήσει ότι οι συνεχείς αλλαγές υπονομεύουν την «ακεραιότητα του νέου συμφώνου για τη μετανάστευση και το άσυλο», προτού καν προλάβει να δοκιμαστεί στην πράξη το νέο σύστημα, και είχε δηλώσει ρητά ότι παραμένει επικριτική απέναντι στα return hubs σε τρίτες χώρες. Εθετε μάλιστα ζητήματα νομιμότητας, προστασίας από επαναπροώθηση, αποτελεσματικότητας και κόστους.
Υπαρκτός σουρεαλισμός
«Ομορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος». Αξιοσημείωτο είναι βέβαια ότι η ίδια η Ισπανία είχε εφαρμόσει πρακτικές εξωτερίκευσης των επιστροφών πολύ πριν οι Βρυξέλλες τις ανακαλύψουν ως τη νέα, σύγχρονη και «καινοτόμα» ευρωπαϊκή λύση. Από το 2003 υπάρχει συμφωνία Ισπανίας–Μαυριτανίας που επιτρέπει την επανεισδοχή ακόμη και υπηκόων τρίτων χωρών που είχαν διέλθει από τη Μαυριτανία. Το 2006, με ισπανική υποστήριξη, δημιουργήθηκε στο Nouadhibou κέντρο κράτησης μεταναστών, το περιβόητο «Little Guantánamo», που έκλεισε αργότερα έπειτα από καταγγελίες για τις συνθήκες και τις παραβιάσεις δικαιωμάτων.
Μιλάμε για υπαρκτό σουρεαλισμό, για να θυμηθούμε τον Τζίμη Πανούση. Η ΕΕ θεσπίζει το 2024 έναν μηχανισμό για την «εργαλειοποίηση» και τον θέτει σε εφαρμογή τον Ιούνιο του 2026. Τρεισήμισι μήνες αργότερα η Ελλάδα ανακαλύπτει ότι χρειάζεται καινούργιο μηχανισμό. Την ίδια ημέρα εγκρίνεται ένας Κανονισμός που νομιμοποιεί τα return hubs σε τρίτες χώρες, ενώ η Ισπανία τον καταψηφίζει υπερασπιζόμενη την «ακεραιότητα του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το άσυλο», έχοντας η ίδια εφαρμόσει μορφές εξωτερίκευσης εδώ και δύο δεκαετίες.
Από άνθρωποι, «ροές». Από «ροές», απειλή
Και μέσα σε όλα αυτά, άνθρωποι που αναζητούν προστασία μετατρέπονται ολοένα και περισσότερο από φορείς δικαιωμάτων σε «ροές», από «ροές» σε «πίεση» και από «πίεση» σε «υβριδική απειλή». Κάθε νέα εξαίρεση προετοιμάζει την επόμενη και κάθε «έκτακτη ανάγκη» γίνεται λίγο πιο μόνιμη από την προηγούμενη.
Το πρόβλημα, λοιπόν είναι ότι η Ευρωλάνδη αναζητά διαρκώς καινούργιους μηχανισμούς για να μετακινεί λίγο ακόμη τα όρια όσων μέχρι χθες θεωρούνταν νομικά και πολιτικά αδιαπραγμάτευτα.







