Οταν η υπεράσπιση των προσφύγων αντιμετωπίζεται ως εγκληματική δραστηριότητα και η καταγραφή των επαναπροωθήσεων μετατρέπεται σε ποινικό αδίκημα, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο δύο υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αφορά τον ίδιο τον χαρακτήρα της κρατικής πολιτικής στα σύνορα.
Για τις 6 Απριλίου 2027 αναβλήθηκε η δίκη του Παναγιώτη Δημητρά, εκπροσώπου του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι, και του Νορβηγού Τόμι Ολσεν, ιδρυτή της Aegean Boat Report, που επρόκειτο να ξεκινήσει στις 6 Οκτωβρίου στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Ρόδου. Μαζί τους κατηγορούνται δύο υπήκοοι Καμερούν, σε μια υπόθεση που οι ελληνικές διωκτικές αρχές επιχειρούν να παρουσιάσουν ως υπόθεση οργανωμένης διακίνησης μεταναστών.
Η δίκη αναβλήθηκε. Η πολύχρονη ομηρία, όμως, συνεχίζεται.
Για τον Παναγιώτη Δημητρά, η ποινική δίωξη συνοδεύεται από περιοριστικούς όρους που έχουν επιβληθεί από το 2023, μεταξύ των οποίων απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, υποχρεωτική παρουσία σε αστυνομικό τμήμα και εγγυοδοσία 10.000 ευρώ. Για τον Τόμι Ολσεν, η υπόθεση οδήγησε ακόμη και στη σύλληψή του στη Νορβηγία, τον Μάρτιο του 2026, βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος των ελληνικών αρχών.
Η νορβηγική Δικαιοσύνη απέρριψε τον Μάιο το αίτημα έκδοσής του στην Ελλάδα, κρίνοντας ότι οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται δεν συνιστούν ποινικά αδικήματα σύμφωνα με το νορβηγικό δίκαιο και επισημαίνοντας τον πραγματικό κίνδυνο για την ελευθερία της έκφρασής του.
Oμως, η ποινική εκκρεμότητα παραμένει και μαζί της ένα σαφές μήνυμα προς όσους εξακολουθούν να καταγράφουν τις παραβιάσεις στα ελληνικά σύνορα: η υπεράσπιση των δικαιωμάτων μπορεί να έχει βαρύ προσωπικό, οικονομικό και επαγγελματικό κόστος.
Από την καταγραφή των αφίξεων στην κατηγορία της διακίνησης
Η υπόθεση αφορά την άφιξη οκτώ προσφύγων και μεταναστών στην Κω, στις 13 Ιουλίου 2021. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι Δημητράς και Ολσεν επικοινώνησαν με έναν από τους εμπλεκόμενους, έλαβαν πληροφορίες για την ταυτότητα και την τοποθεσία των νεοαφιχθέντων και ενημέρωσαν τις ελληνικές αρχές, ώστε οι άνθρωποι αυτοί να εντοπιστούν και να αποκτήσουν πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου.
Αυτές ακριβώς οι ενέργειες βρίσκονται στον πυρήνα της κατηγορίας περί διευκόλυνσης παράτυπης εισόδου και διαμονής. Στους κατηγορούμενους αποδίδονται, επίσης, κακουργηματικές πράξεις που συνδέονται με τη συγκρότηση ή συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση!
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης. Η καταγραφή της παρουσίας προσφύγων, η επικοινωνία με τις αρμόδιες αρχές και η υποστήριξη της πρόσβασής τους στη διαδικασία ασύλου αποτελούν συνήθεις δραστηριότητες οργανώσεων που υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, αντιμετωπίζονται από τις διωκτικές αρχές ως στοιχεία εγκληματικής δραστηριότητας.
Δεν πρόκειται για μια δευτερεύουσα νομική διαφωνία. Πρόκειται για μια επικίνδυνη μετατόπιση των ορίων ανάμεσα στην προστασία δικαιωμάτων και την ποινική καταστολή. Οι δύο υπερασπιστές αρνούνται τις κατηγορίες. Εχουν υποστηρίξει ότι οι ενέργειές τους αποσκοπούσαν στην προστασία ανθρώπων που είχαν φτάσει στην ελληνική επικράτεια και κινδύνευαν να επαναπροωθηθούν χωρίς να καταγραφούν και χωρίς να εξεταστεί το αίτημά τους για διεθνή προστασία.
Η αντίφαση είναι κραυγαλέα: άνθρωποι που ενημέρωναν τις ίδιες τις κρατικές αρχές για την παρουσία προσφύγων κατηγορούνται ότι διευκόλυναν παράνομες δραστηριότητες!
Το πραγματικό διακύβευμα: Να μη μείνουν μάρτυρες στα σύνορα
Η δίωξη των Δημητρά και Ολσεν δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από όσα συμβαίνουν εδώ και χρόνια στα ελληνικά σύνορα. Η οργάνωση Aegean Boat Report έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην καταγραφή αφίξεων, περιστατικών κινδύνου στη θάλασσα και καταγγελιών για παράνομες επαναπροωθήσεις. Το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι έχει επίσης αναδείξει περιστατικά παραβιάσεων και έχει υποστηρίξει την προσφυγή θυμάτων στη Δικαιοσύνη.
Ακριβώς αυτή η δραστηριότητα καθιστά τη συγκεκριμένη υπόθεση πολιτικά κρίσιμη. Για χρόνια, η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την πολιτική αποτροπής στα σύνορα ως αναγκαία συνθήκη προστασίας της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό, η καταγγελία των επαναπροωθήσεων συχνά αντιμετωπίζεται ως εχθρική ενέργεια, ενώ οργανώσεις και υπερασπιστές δικαιωμάτων έχουν βρεθεί στο στόχαστρο δημόσιων επιθέσεων, αστυνομικών ερευνών και ποινικών διώξεων.
Η πολιτική αυτή δεν περιορίζεται στην καταστολή της μετακίνησης των προσφύγων. Επεκτείνεται και σε όσους επιχειρούν να παρακολουθήσουν, να τεκμηριώσουν και να δημοσιοποιήσουν όσα συμβαίνουν στα σύνορα.
Γιατί η καταγραφή έχει πολιτική σημασία. Ενα μήνυμα με γεωγραφικές συντεταγμένες, μια φωτογραφία, μια μαρτυρία ή μια ειδοποίηση προς τις αρχές μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο όταν ένας άνθρωπος εξαφανίζεται από την ελληνική επικράτεια και εντοπίζεται αργότερα στην Τουρκία.
Χωρίς αυτή την τεκμηρίωση, οι παράνομες επαναπροωθήσεις γίνονται δυσκολότερο να αποδειχθούν. Και χωρίς μάρτυρες, ο κρατικός μηχανισμός αποκτά ακόμη μεγαλύτερο περιθώριο να δρα μακριά από τη δημόσια λογοδοσία.
Δεν είναι τυχαίο ότι η στοχοποίηση οργανώσεων και ακτιβιστών εντάθηκε την ίδια περίοδο που πληθαίνουν οι αποκαλύψεις για επαναπροωθήσεις στο Αιγαίο και στον Εβρο.
Η ποινικοποίηση της αλληλεγγύης δεν είναι ελληνική εξαίρεση
Η υπόθεση Δημητρά – Ολσεν αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής πραγματικότητας, στην οποία η αλληλεγγύη προς πρόσφυγες και μετανάστες βρίσκεται ολοένα συχνότερα αντιμέτωπη με την ποινική καταστολή.
Στην Ελλάδα, χαρακτηριστικό προηγούμενο αποτελεί η υπόθεση των εθελοντών της ERCI στη Λέσβο, ανάμεσά τους η Σάρα Μαρντίνι και ο Σον Μπάιντερ για την οποία έχουμε γράψει παλιότερα. Χρειάστηκαν χρόνια δικαστικών διαδικασιών μέχρι την αθώωσή τους το 2026. Στο μεταξύ, άνθρωποι που συμμετείχαν σε επιχειρήσεις διάσωσης είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με βαρύτατες κατηγορίες και η οργάνωση είχε διακόψει τη λειτουργία της.
Αυτή είναι μια πλευρά της ποινικοποίησης που συχνά αποσιωπάται. Ακόμη και όταν οι κατηγορίες καταρρέουν, οι συνέπειες της δίωξης έχουν ήδη παραχθεί. Χρόνια αναμονής, οικονομική εξάντληση, περιορισμοί μετακίνησης, δημόσια διαπόμπευση, επαγγελματική απομόνωση. Η ίδια η ποινική διαδικασία μετατρέπεται σε μηχανισμό πίεσης.
Η περίπτωση των Δημητρά και Ολσεν αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ κινείται σταθερά προς την αυστηροποίηση των συνόρων, την επέκταση των διαδικασιών επιστροφής και τη συρρίκνωση των εγγυήσεων προστασίας στο δόγμα της Ευρώπης-Φρούριο.
Η διαρκής επίκληση της «καταπολέμησης των διακινητών» χρησιμοποιείται πολιτικά για να νομιμοποιήσει ολοένα αυστηρότερα μέτρα. Οταν, όμως, η ίδια λογική επεκτείνεται σε ανθρώπους που καταγράφουν αφίξεις και υποστηρίζουν την πρόσβαση στο άσυλο, η διάκριση ανάμεσα στην εγκληματική εκμετάλλευση και την υπεράσπιση δικαιωμάτων απειλείται να εξαφανιστεί. Και αυτό δεν αποτελεί παρεπόμενη αστοχία της πολιτικής αποτροπής. Είναι μια από τις πιο επικίνδυνες συνέπειές της.
Η διεθνής κατακραυγή και η ελληνική πραγματικότητα
Η Διεθνής Αμνηστία έχει χαρακτηρίσει τις κατηγορίες κατάχρηση της νομοθεσίας για την καταπολέμηση της διακίνησης. Η Human Rights Watch έχει ζητήσει την οριστική απόσυρσή τους, θεωρώντας τη δίωξη πολιτικά υποκινούμενη. Αντίστοιχες ανησυχίες έχουν εκφράσει διεθνείς οργανώσεις προστασίας των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η υπόθεση, επομένως, δεν αποτελεί απλώς μια εσωτερική δικαστική εκκρεμότητα. Εχει μετατραπεί σε ακόμη ένα πεδίο διεθνούς ελέγχου της ελληνικής πολιτικής στα σύνορα και της μεταχείρισης όσων καταγγέλλουν κρατικές παραβιάσεις.
Την ίδια στιγμή, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει ήδη καταδικάσει την Ελλάδα για παράνομη επαναπροώθηση στην υπόθεση A.R.E. κατά Ελλάδας, τον Ιανουάριο του 2025. Η απόφαση αυτή κατέρριψε στην πράξη την επίσημη αφήγηση ότι οι καταγγελίες για επαναπροωθήσεις αποτελούν απλώς ανυπόστατους ισχυρισμούς.
Κι όμως, ενώ η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρά και τεκμηριωμένα ζητήματα παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων στα σύνορα, οι άνθρωποι που συμβάλλουν στην ανάδειξή τους εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ποινικές διώξεις. Αυτή η αντιστροφή της πραγματικότητας είναι βαθιά πολιτική. Και αναδίδει την μπόχα μιας εξουσίας που, αντί να λογοδοτεί για όσα συμβαίνουν στα σύνορά της, επιλέγει να στρέφεται εναντίον εκείνων που τολμούν να τα αποκαλύπτουν.
Ποιοι τελικά κάθονται στο εδώλιο;
Η αναβολή της δίκης μέχρι τον Απρίλιο του 2027 προσθέτει ακόμη έξι μήνες σε μια ήδη πολύχρονη περιπέτεια. Για τους κατηγορούμενους, η εκκρεμότητα συνεχίζεται. Για τις οργανώσεις και τους υπερασπιστές δικαιωμάτων, το μήνυμα εκφοβισμού παραμένει ενεργό.
Η ουσία, όμως, ξεπερνά τη συγκεκριμένη υπόθεση. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν οι Δημητράς και Ολσεν θα αθωωθούν. Είναι γιατί η υπεράσπιση του δικαιώματος στο άσυλο, η καταγραφή των αφίξεων και η δημοσιοποίηση καταγγελιών για κρατική βία μπορούν να οδηγήσουν ανθρώπους αντιμέτωπους με κατηγορίες που επισύρουν πολυετείς ποινές κάθειρξης.
Δεν προκαλεί, βέβαια, έκπληξη ότι, σε μια χώρα όπου οι παράνομες επαναπροωθήσεις έχουν αποτελέσει αντικείμενο διεθνών ερευνών και καταδικαστικών δικαστικών αποφάσεων, οι άνθρωποι που συμβάλλουν στην αποκάλυψή τους βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κατασταλτικό μηχανισμό. Αυτό που παραμένει προκλητικό είναι η αντίφαση ανάμεσα στις κυβερνητικές διακηρύξεις περί κράτους δικαίου και στη μεταχείριση όσων επιχειρούν να ελέγξουν τις πρακτικές των κρατικών αρχών. Η επίκληση της προστασίας των συνόρων δεν αναιρεί την υποχρέωση λογοδοσίας ούτε μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την ποινικοποίηση της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η αλληλεγγύη δεν είναι διακίνηση. Η καταγραφή των επαναπροωθήσεων δεν είναι εγκληματική οργάνωση. Και η υπεράσπιση του δικαιώματος στο άσυλο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απειλή για τη δημόσια τάξη.
Η δίωξη των Δημητρά και Ολσεν πρέπει να τερματιστεί και οι περιορισμοί που εξακολουθούν να επιβαρύνουν τη ζωή και τη δράση τους να αρθούν.
Γιατί όσο οι άνθρωποι που καταγράφουν τις παραβιάσεις οδηγούνται στο εδώλιο, τόσο ενισχύεται μια επικίνδυνη πραγματικότητα. Στα ελληνικά σύνορα δεν επιχειρείται μόνο να αποτραπεί η είσοδος των προσφύγων. Επιχειρείται να περιοριστεί και η δυνατότητα της κοινωνίας να γνωρίζει τι συμβαίνει σε αυτούς.
ΥΓ. Ο σύντροφος Κος Πάπιας, από την αθλητική στήλη της Κόντρας, έχει αναδείξει κατά το παρελθόν το ταλέντο του Ερικ Μίκλαντ, του αγαπημένου Νορβηγού που είχε το παρατσούκλι «το κουνούπι» και αλώνιζε κάποτε την πράσινη μεσαία γραμμή. Φαίνεται, ωστόσο, πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν συμμερίζεται την ίδια συμπάθεια για τους επίμονους Νορβηγούς. Ιδίως όταν, αντί να κυνηγούν την μπάλα, επιμένουν να κυνηγούν τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και, όπως αποδεικνύεται, τα ενοχλητικά «κουνούπια» δεν είναι πάντοτε εύκολο να τα ξεφορτωθεί κανείς.









