Η Ευρωπαϊκή Eνωση ετοιμάζεται να μεταφέρει την πολιτική των απελάσεων εκτός των συνόρων της, με τη Ρουάντα να εμφανίζεται ως ο επικρατέστερος προορισμός για τη δημιουργία του πρώτου λεγόμενου «κέντρου επιστροφής». Ανάμεσα στις πέντε χώρες που πρωτοστατούν στο εγχείρημα βρίσκεται και η Ελλάδα.
Γερμανία, Αυστρία, Δανία, Ελλάδα και Ολλανδία βρίσκονται σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις με τη Ρουάντα για τη δημιουργία ενός κέντρου όπου θα μεταφέρονται άνθρωποι των οποίων τα αιτήματα ασύλου έχουν απορριφθεί στην ΕΕ. Η συμφωνία ενδέχεται να ανακοινωθεί ήδη τον Νοέμβρη, ενώ η λειτουργία του κέντρου σχεδιάζεται για τις αρχές του 2027.
Το σχέδιο προβλέπει αρχικά τη μεταφορά περίπου είκοσι ανθρώπων από καθεμία από τις πέντε ευρωπαϊκές χώρες, στο πλαίσιο ενός πιλοτικού προγράμματος. Πρόκειται, δηλαδή, για περίπου εκατό ανθρώπους που θα σταλούν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ευρωλάνδη, σε μια χώρα με την οποία ενδέχεται να μην έχουν καμία απολύτως σχέση.
Η επιλογή της Ρουάντα δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για την ίδια χώρα στην οποία η βρετανική κυβέρνηση επιχείρησε να μεταφέρει αιτούντες άσυλο, πρoτού το σχέδιο εγκαταλειφθεί έπειτα από σοβαρές νομικές αντιδράσεις. Αυτό που δεν κατάφερε να εφαρμόσει το Λονδίνο επιχειρούν τώρα να υλοποιήσουν από κοινού πέντε κράτη-μέλη της ΕΕ.
Η πολιτική της εξωτερικοποίησης του μεταναστευτικού ελέγχου που εφαρμόζουν οι Βρυξέλλες περνά έτσι σε μια νέα, ακόμη πιο επιθετική φάση. Δεν αρκεί πλέον η ενίσχυση των συνοριακών φραχτών, οι επαναπροωθήσεις, η κράτηση και οι απελάσεις. Η ΕΕ επιδιώκει να δημιουργήσει ένα δίκτυο εγκαταστάσεων εκτός της επικράτειάς της, μεταφέροντας σε τρίτες χώρες ανθρώπους που δεν επιθυμεί να παραμείνουν στο έδαφός της.
Η ονομασία «κέντρα επιστροφής» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της γραφειοκρατικής υποκρισίας. Επιστροφή πού ακριβώς; Στη Ρουάντα, όπου οι περισσότεροι από τους απελαυνόμενους δεν έχουν ζήσει ποτέ; Πρόκειται ουσιαστικά για μεταφορά ανθρώπων σε τρίτη χώρα, με μοναδικό κριτήριο την απομάκρυνσή τους από την Ευρώπη.
Οι διαβεβαιώσεις ότι οι εγκαταστάσεις δεν θα λειτουργούν ως κλειστά κέντρα κράτησης και ότι ενδέχεται να παρέχουν ακόμη και επαγγελματική κατάρτιση δεν αλλάζουν τον καταναγκαστικό χαρακτήρα του σχεδίου. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πώς θα ονομαστούν αυτές οι εγκαταστάσεις, αλλά αν οι άνθρωποι που θα μεταφερθούν εκεί θα μπορούν πραγματικά να φύγουν, πού θα μπορούν να πάνε και ποιος θα εγγυάται τα δικαιώματά τους.
Ιδιαίτερη πολιτική σημασία έχει η ενεργός συμμετοχή της Ελλάδας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν εμφανίζεται απλώς ως υποστηρικτής της πρωτοβουλίας, αλλά ως μία από τις πέντε κυβερνήσεις που εργάζονται για την υλοποίησή της. Η συμμετοχή αυτή εντάσσεται στη συνολικότερη σκλήρυνση της μεταναστευτικής πολιτικής, την οποία θεσμοθετεί και το νέο Σύμφωνο-έκτρωμα για τη Μετανάστευση και το Ασυλο.
Το πιλοτικό πρόγραμμα των εκατό ανθρώπων δεν πρέπει να δημιουργεί αυταπάτες για την πραγματική κλίμακα των σχεδιασμών. Πρόκειται για μια δοκιμή του μηχανισμού, ώστε στη συνέχεια να μπορεί να επεκταθεί. Ηδη, σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων, εξετάζονται η Ουγκάντα και το Ουζμπεκιστάν ως πιθανοί μελλοντικοί προορισμοί.
Η ΕΕ που κατά καιρούς χύνει κροκοδείλια δάκρυα και διακηρύσσει σε κάθε ευκαιρία την προσήλωσή της στα ανθρώπινα δικαιώματα αναζητά πλέον χώρες πρόθυμες να αναλάβουν, έναντι συμφωνιών και ανταλλαγμάτων, τη διαχείριση των ανθρώπων που η ίδια αποκλείει.
Δεν πρόκειται για μια τεχνοκρατική μεταρρύθμιση του συστήματος επιστροφών. Πρόκειται για την πολιτική επιλογή να μετατραπούν οι απελάσεις σε διακρατικό μηχανισμό απομάκρυνσης και αποκλεισμού, όσο το δυνατόν πιο μακριά από τα σύνορα της ΕΕ και τη δημόσια λογοδοσία.








