Την Τετάρτη 8 Ιούνη, παλαιστίνιοι μαχητές επιτέθηκαν με πυροβόλα όπλα εναντίον Ισραηλινών σε πολυσύχναστο εμπορικό δρόμο του Τελ Αβίβ, αφήνοντας πίσω τους τέσσερις νεκρούς και δέκα τραυματίες. Το χτύπημα έγινε στη αγορά Σαρόνα, όπου βρίσκονται ακριβά καφέ και εστιατόρια, μόλις λίγα μέτρα από το υπουργείο Πολέμου, σε ένα από τα καλύτερα φυλασσόμενα σημεία του Ισραήλ, σύμβολο της ευδαιμονίας της ισραηλινής κοινωνίας που νομίζει ότι μπορεί να εγκληματεί σε βάρος ένός ολόκληρου λαού χωρίς να υφίσταται τις συνέπειες. Η πράξη των δυο παλαιστίνιων εξαδέλφων από το χωριό Γιάτα της Δυτικής Οχθης ξέσκισε για μια ακόμα φορά το μύθο της «ασφάλειας» του Ισραήλ, χτυπώντας τους σιωνιστές μέσα στην πρωτεύουσά τους.
Την επομένη του χτυπήματος, οι σιωνιστές εξαπέλυσαν ένα κύμα λυσσώδους καταστολής σφραγίζοντας όλα τα περάσματα από και προς τη Δυτική Οχθη και τη Γάζα. Παράλληλα, ακύρωσαν 83.000 άδειες εισόδου Παλαιστινίων στο Ισραήλ για το Ραμαζάνι, αλλά και 204 άδειες εργασίας συγγενών των δύο μαχητών. Με αφορμή το χτύπημα, το Ισραήλ υπαναχώρησε από τη δέσμευσή του (προέκυπτε από τη συμφωνία εκεχειρίας μεταξύ Παλαιστινίων και Ισραήλ μετά την τελευταία σιωνιστική εισβολή στη Γάζα, το καλοκαίρι του 2014), να δίνει κάθε χρόνο άδεια σε ηλικιωμένους Παλαιστίνιους από τη Γάζα να επισκέπτονται το τέμενος Αλ Ακσα κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού.
Ταυτόχρονα, ο νέος υπουργός Πολέμου Αβιγκόρ Λίμπερμαν έδωσε διαταγή την Πέμπτη να παγώσει η επιστροφή των σωμάτων των νεκρών Παλαιστινίων από τον ισραηλινό στρατό στις οικογένειες τους, υποστηρίζοντας ότι αυτή η κίνηση μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για όσους Παλαιστίνιους σκέφτονται να επιτεθούν εναντίον ισραηλινών στόχων. Ο Λίμπερμαν δεν πρωτοτύπησε, βέβαια. Την ίδια τακτική ακολουθούσε και ο προκάτοχός του Μοσέ Γιαλόν. Και το μόνο που πετύχαινε ήταν να φουντώσει η οργή του παλαιστινιακού λαού.
Η εντολή του Λίμπερμαν ήρθε να ενισχύσει την απόφαση της ισραηλινής αστυνομίας να επιλέγει αυτή που θα θάβονται νεκροί Παλαιστίνιοι από την Ανατολική Ιερουσαλήμ οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για ενέργειες ενάντια στο Ισραήλ, προκειμένου οι κηδείες τους να μην μετατρέπονται σε αντικατοχικές διαδηλώσεις. Στο μεταξύ, ο ισραηλινός στρατός έχει εισβάλει στη Δυτική Οχθη, στην περιοχή της Χεβρώνας, της Νάμπλους, της Αλ Χαλίλ και της Γιάτα, επιβάλλοντας περιορισμό της κυκλοφορίας και κάνοντας απροσδιόριστο αριθμό συλλήψεων. Στις ηδη υπάρχουσες δυνάμεις του ισραηλινού στρατού στη Δυτική Οχθη προστέθηκαν την Τρίτη 14 Ιούνη άλλα δύο τάγματα πεζικού με εκατοντάδες στρατιώτες.
Σαν να μην έφτανε η καταστολή, μέλη της κυβέρνησης Νετανιάχου προχωρούν ο ένας μετά τον άλλον σε προκλητικές δηλώσεις, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι η ναζιστικής έμπνευσης αρχή της συλλογικής τιμωρίας αποτελεί δόγμα της ισραηλινής κατοχής. Την Πέμπτη 9 Ιούνη, ο αναπληρωτής υπουργός Αμυνας Ελί Μπεν Νταχάν δήλωσε ότι η ζωή στο χωριό Γιάτα, απ’ όπου κατάγονταν οι δύο μαχητές, δεν προκείται να συνεχιστεί απρόσκοπτα. Ο γνωστός φασίστας υπουργός Ατομικής Ενέργειας Γίσραελ Κατζ δήλωσε ότι το Ισραήλ θα απαντήσει στην επίθεση που δέχτηκε με ασυνήθιστο και ιδιαίτερα επίπονο τρόπο και τόνισε ότι πρέπει να γίνει «απονεύρωση» στο χωριό των δραστών προκειμένου να αποτραπούν παρόμοιες μελλοντικές ενέργειες.
Ολοκληρώνοντας τη δήλωσή του, ο Κατζ κάλεσε την Κνεσέτ να υπερψηφίσει τη νομοθετική του πρόταση για απέλαση των συγγενών των δραστών τέτοιων ενεργειών στη Γάζα και στη Δυτική Οχθη. Βέβαια αυτές οι δηλώσεις γίνονται για εσωτερική κατανάλωση με βασικό αποδέκτη μια κοινή γνώμη που διψάει για αίμα ύστερα από το εξευτελιστικό χτύπημα που δέχτηκε. Για άλλη μια φορά τη θέση της δίψας θα πάρει ο τρόμος από τη συνειδητοποιήση ότι η συντριπτική υπεροπλία του σιωνιστικού στρατού δεν μπορεί να αποτρέψει μαχητές αποφασισμένους να θυσιάσουν τη ζωή τους χτυπώντας το σιωνιστικό πλήθος βαθιά μέσα στο Ισραήλ.
Η σιωνιστική προκλητικότητα δεν περίμενε βέβαια την επίθεση στο Τελ Αβίβ για να εκφραστεί. Κατά τη διάρκεια επίσκεψής του μαζί με τον Νετανιάχου στη Ρωσία, μια μέρα πριν την επίθεση, ο υπουργός Γεωργίας Ούρι Αριέλ δήλωσε ότι ο κόσμος πρέπει να το πάρει απόφαση ότι δεν πρόκειται να ιδρυθεί παλαιστινιακό κράτος, ενώ το Ισραήλ πρέπει σύντομα να προχωρήσει σε ολοκληρωτική προσάρτηση της περιοχής C της Δυτικής Οχθης, που αποτελεί το 60% της συνολικής της έκτασης, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει την εκδίωξη των περίπου 300.000 Παλαιστίνιων κατοίκων της! Αυτή η θέση δεν είναι μια προσωπική περιθωριακή άποψη, αλλά επίσημη θέση του κόμματος Εβραϊκή Εστία που συμμετέχει στην Κυβέρνηση Νετανιάχου, του οποίου ο Αριέλ αποτελεί εξέχον στέλεχος, ενώ παρόμοιες απόψεις έχει εκφράσει στο παρελθόν και ο ισραηλινός πρέσβης στον ΟΗΕ Ντάνι Ντανόν.
Η ΕΕ έσπευσε την επομένη της επίθεσης να εκδώσει καταγγελία καταδικάζοντας απερίφραστα την επίθεση, χωρίς να αναφέρει ούτε μια λέξη για «αυτοσυγκράτηση» και αφήνοντας στο απυρόβλητο την κτηνώδη καταστολή των σιωνιστών τις μέρες που ακολούθησαν το χτύπημα. Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και η τοποθέτηση των ΗΠΑ μέσω του εκπροσώπου Τύπου του Λευκού Οίκου, ο οποίος όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφο ποια είναι η θέση της αμερικάνικης κυβέρνησης για την καταστολή που υφίσταται συλλογικά ο παλαιστινιακός λαός τις μέρες μετά την επίθεση, δήλωσε κυνικά ότι δεν έχει να πει κάτι γι’ αυτό.
Δεν ήταν όμως μόνο η ΕΕ και οι ΗΠΑ που καταδίκασαν την επίθεση. Το ίδιο έπραξε και ο Αμπάς λέγοντας ότι δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία για επιθέσεις εναντίον αμάχων. Αψηφώντας τη ντροπιαστική ανακοίνωση του Αμπάς και προκειμένου να διασωθεί πολιτικά, η Φατάχ δήλωσε ότι η επίθεση στο Τελ Αβίβ αποτελεί μια φυσική απάντηση στη ισραηλινά εγκλήματα ενάντια στον παλαιστινιακό λαό. Η Χαμάς χαιρέτισε την επίθεση, την αποφασιστικότητα και την ευρηματικότητα των μαχητών, χαρακτηρίζοντας την επίθεση γεγονός που αποδεικνύει ότι η παλαιστινιακή εξέγερση και η αντίσταση στη Δυτική Οχθη είναι ακόμα ζωντανές. Το Λαϊκό Μέτωπο χαιρέτισε επίσης την επίθεση, επισημαίνοντας ότι το μέρος που εκδηλώθηκε στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα προς τη νέα ηγεσία του σιωνιστικού υπουργείου Πολέμου.








