Η απελευθέρωση του Ζορζ Ιμπραήμ Αμπνταλλά, ύστερα από 41 χρόνια εγκλεισμού στις γαλλικές φυλακές έφερε ξανά στην επιφάνεια ένα ερώτημα που οι δυτικές αστικές δημοκρατίες αποφεύγουν συστηματικά: υπάρχουν πολιτικοί κρατούμενοι στη Δύση;
Η περίπτωση του Μουμία Αμπού Τζαμάλ, ο οποίος συμπληρώνει σχεδόν 45 χρόνια στη φυλακή στις Ηνωμένες Πολιτείες, αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της συζήτησης. Η πρόσφατη προσφυγή του στην Ομάδα Εργασίας του ΟΗΕ για την Αυθαίρετη Κράτηση είναι άλλη μια προσπάθεια να σπάσει η σιωπή γύρω από μια υπόθεση που εδώ και δεκαετίες διχάζει, προκαλεί και εκθέτει τις αντιφάσεις της αμερικανικής αστικής Δικαιοσύνης.
Ας είμαστε σαφείς. Δεν έχουμε ψευδαισθήσεις για τον ρόλο του ΟΗΕ. Η Ομάδα Εργασίας δεν μπορεί να διατάξει την αποφυλάκιση του Μουμία Αμπού Τζαμάλ ούτε να ακυρώσει αποφάσεις αμερικανικών δικαστηρίων. Ωστόσο, οι πολιτικοί και κοινωνικοί αγώνες δεν κρίνονται αποκλειστικά μέσα στις δικαστικές αίθουσες. Μια διεθνής γνωμοδότηση που θα αναγνώριζε ότι η κράτησή του παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου θα αποτελούσε σημαντικό πολιτικό εργαλείο, θα ενίσχυε το διεθνές κίνημα αλληλεγγύης και θα αύξανε την πίεση προς τις αμερικανικές αρχές να επανεξετάσουν μια υπόθεση για την οποία εξακολουθούν να διατυπώνονται σοβαρές ενστάσεις ως προς τη νομιμότητα της δίκης και της καταδίκης.
Από τους Μαύρους Πάνθηρες στο στόχαστρο του κράτους
Ο Μουμία Αμπού Τζαμάλ δεν ήταν ποτέ απλά ένας «κρατούμενος». Από την εφηβεία του συμμετείχε στο κίνημα για την απελευθέρωση των Αφροαμερικανών και υπήρξε μέλος αλλά και εκπρόσωπος του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων στη Φιλαδέλφεια. Αργότερα εργάστηκε ως δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός, αποκτώντας τη φήμη ενός αιχμηρού σχολιαστή της αστυνομικής βίας, του θεσμικού ρατσισμού και της κοινωνικής ανισότητας.
Η πολιτική του διαδρομή εξελίχτηκε σε μια περίοδο κατά την οποία το FBI, μέσω του διαβόητου προγράμματος COINTELPRO, είχε θέσει στο στόχαστρο τις οργανώσεις των Μαύρων, τα αντιπολεμικά κινήματα και κάθε μορφή «ριζοσπαστικής» πολιτικής δράσης.
Μια δίκη με παγκόσμιο αντίκτυπο
Η υπόθεση του Μουμία Αμπού Τζαμάλ έπαψε προ πολλού να αφορά αποκλειστικά ένα ποινικό δικαστήριο της Φιλαδέλφειας. Εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες αποτελεί μία από τις πιο εμβληματικές υποθέσεις της σύγχρονης ιστορίας του αμερικανικού ποινικού συστήματος και σημείο αναφοράς για το διεθνές κίνημα ενάντια στη θανατική ποινή, τον θεσμικό ρατσισμό και τις πολιτικά υποκινούμενες ποινικές διώξεις.
Η εκστρατεία αλληλεγγύης που αναπτύχτηκε γύρω από το όνομά του ξεπέρασε προ πολλού τα αμερικανικά σύνορα. Συνδικάτα, κοινωνικά κινήματα, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πανεπιστημιακοί, καλλιτέχνες και άνθρωποι των γραμμάτων ανέδειξαν την υπόθεσή του σε διεθνές σύμβολο. Προσωπικότητες όπως η Angela Davis, ο Desmond Tutu, η Maya Angelou και ο Spike Lee ζήτησαν επανειλημμένα την επανεξέταση της δίκης, ενώ οργανώσεις όπως η Αμερικανική Ενωση Πολιτικών Ελευθεριών και το Κέντρο Συνταγματικών Δικαιωμάτων έχουν στηρίξει επί σειρά ετών τις νομικές του προσπάθειες.
Οταν το 2011 η θανατική του καταδίκη μετατράπηκε σε ισόβια χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης, αρκετοί θεώρησαν ότι η υπόθεση είχε πλέον λήξει. Για το κίνημα αλληλεγγύης όμως, το διακύβευμα δεν ήταν ποτέ μόνο η κατάργηση της θανατικής ποινής. Ηταν –και παραμένει– η ίδια η νομιμότητα της καταδίκης και το κατά πόσο ένας άνθρωπος μπορεί να παραμένει φυλακισμένος εφ’ όρου ζωής ύστερα από μια δίκη που εξακολουθεί να περιβάλλεται από τόσο σοβαρές σκιές.
Τα σκοτεινά σημεία της δίκης
Τα ξημερώματα της 9ης Δεκέμβρη του 1981, ο Μουμία Αμπού Τζαμάλ βρέθηκε στο σημείο όπου ο αδελφός του είχε σταματηθεί για έλεγχο από τον αστυνομικό Ντάνιελ Φόκνερ. Ακολούθησε ανταλλαγή πυροβολισμών. Ο ίδιος τραυματίστηκε σοβαρά στο στήθος, ενώ ο Φόκνερ υπέκυψε λίγες ώρες αργότερα. Το 1982, ο Αμπού Τζαμάλ καταδικάστηκε σε θάνατο για ανθρωποκτονία πρώτου βαθμού, επιμένοντας από την πρώτη στιγμή ότι είναι αθώος. Από τότε μέχρι σήμερα η υπόθεση δεν έπαψε ποτέ να αμφισβητείται από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, νομικούς, ακαδημαϊκούς και προσωπικότητες από ολόκληρο τον κόσμο.
Η προσφυγή που κατατέθηκε αυτές τις ημέρες στον ΟΗΕ επαναφέρει στο προσκήνιο τα βασικά σημεία της υπόθεσης που εξακολουθούν να προκαλούν σοβαρά ερωτήματα. Σύμφωνα με τους συνηγόρους του, κατά την επιλογή των ενόρκων αποκλείστηκαν συστηματικά οι αφροαμερικανοί υποψήφιοι. Ο εισαγγελέας απέκλεισε το 71% των μαύρων υποψηφίων ενόρκων, έναντι μόλις 20% των λευκών, οδηγώντας σε σώμα ενόρκων που δεν αντανακλούσε τη σύνθεση της τοπικής κοινωνίας. Παράλληλα, ο δικαστής Αλμπερτ Σάμπο είχε αποκτήσει τη φήμη ενός από τους πλέον «πρόθυμους» δικαστές στην επιβολή θανατικών ποινών, ενώ μαρτυρίες που ήρθαν αργότερα στο φως τον εμφάνιζαν να χρησιμοποιεί απροκάλυπτα ρατσιστικές εκφράσεις προτού ακόμη αρχίσει η δίκη. Το 2018 αποκαλύφτηκαν επίσης νέα στοιχεία που αμφισβητούσαν την αξιοπιστία βασικού μάρτυρα κατηγορίας, χωρίς όμως να οδηγήσουν σε νέα εκδίκαση της υπόθεσης.
Ο «αργός θάνατος» των ισοβίων
Το 2011, η θανατική ποινή ακυρώθηκε ως αντισυνταγματική και αντικαταστάθηκε με ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης. Για τον ίδιο, ωστόσο, η μετατροπή αυτή δεν συνιστούσε πραγματική δικαίωση. Την έχει περιγράψει ως «slow death row», ως αργό θάνατο δηλαδή μέσα στη φυλακή. Στις Ηνωμένες Πολιτείες περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι εκτίουν ποινές ισόβιας κάθειρξης, συχνά χωρίς καμία δυνατότητα αναθεώρησης, ανεξάρτητα από την ηλικία, την κατάσταση της υγείας ή την πορεία τους κατά την έκτιση της ποινής. Σε αντίθεση με πολλά ευρωπαϊκά συστήματα, όπου ακόμη και οι βαρύτερες ποινές υπόκεινται σε επανεξέταση, το αμερικανικό μοντέλο αντιμετωπίζει την ισόβια κάθειρξη χωρίς αναστολή ως οριστική κοινωνική εξόντωση.
Οι δεκαετίες εγκλεισμού άφησαν βαθιά ίχνη και στην υγεία του Μουμία. Πέρασε σχεδόν τριάντα χρόνια στην πτέρυγα των θανατοποινιτών υπό καθεστώς απομόνωσης. Αντιμετώπισε ηπατίτιδα C, διαβήτη, καρδιακή ανεπάρκεια και σοβαρά προβλήματα όρασης, ενώ χρειάστηκε να προσφύγει επανειλημμένα στα δικαστήρια ακόμη και για να εξασφαλίσει στοιχειώδη ιατρική περίθαλψη. Για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε ουσιαστικά χάσει την όρασή του εξαιτίας καταρράκτη, μέχρι να επιτραπεί τελικά η επέμβαση. Ακόμη και κατά τη διάρκεια νοσηλείας του για καρδιακή ανεπάρκεια παρέμενε δεμένος στο νοσοκομειακό κρεβάτι. Οι συνθήκες αυτές υπενθυμίζουν ότι η ποινή της φυλάκισης δεν εξαντλείται στη στέρηση της ελευθερίας· συχνά επεκτείνεται σε μια διαρκή διαδικασία σωματικής και ψυχικής φθοράς.
Κι όμως, μέσα σε αυτές τις συνθήκες ο Μουμία Αμπού Τζαμάλ δεν έπαψε να γράφει. Εχει εκδώσει δεκαπέντε βιβλία, τα περισσότερα μέσα από τη φυλακή, ενώ αυτή την περίοδο αναφέρεται ότι ολοκληρώνει μια μελέτη για τον Φραντς Φανόν και το εμβληματικό έργο Οι Κολασμένοι της Γης, την οποία σκοπεύει να υποβάλει ως διδακτορική διατριβή. Για τον ίδιο, η συγγραφή υπήρξε τρόπος επιβίωσης, διατήρησης της αξιοπρέπειας και πολιτικής αντίστασης απέναντι σε ένα «σωφρονιστικό» σύστημα που, όπως και ο ίδιος υποστηρίζει, «δεν επιχειρεί μόνο να περιορίσει το σώμα του κρατουμένου, αλλά και να συντρίψει την προσωπικότητά του».
Η προσφυγή στον ΟΗΕ δεν πρόκειται από μόνη της να ανατρέψει αυτή την πραγματικότητα. Μπορεί όμως να συμβάλει ώστε η υπόθεση να επιστρέψει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης και να υπενθυμίσει ότι, ακόμη και ύστερα από σαράντα τέσσερα χρόνια εγκλεισμού, τα ερωτήματα γύρω από τη δίκη του Μουμία Αμπού Τζαμάλ παραμένουν ανοιχτά. Και μαζί τους παραμένει ανοιχτό και ένα ευρύτερο ερώτημα: ως πότε η αστική Δικαιοσύνη θα κάνει την πάπια, αποσιωπώντας τα δικά της λάθη στις υποθέσεις αυτές, λόγω του πολιτικού και συμβολικού φορτίου που φέρουν.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ










