Aντεργατική και αντιλαϊκή θύελλα είναι ο «νέος αέρας» που πνέει στην Ευρώπη, σύμφωνα με την ελληνική αστική προπαγάνδα, στην οποία πρωταγωνιστεί ο… ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό πιστοποιήθηκε από τ’ αποτελέσματα της έκτακτης συνόδου κορυφής της ΕΕ, που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες την περασμένη Τετάρτη. Αν και προπαρασκευαστική της τακτικής συνόδου που θα γίνει τον επόμενο μήνα, η σύνοδος αυτή ήταν η πρώτη με τη συμμετοχή της νέας γαλλικής πολιτικής ηγεσίας, η οποία θέτει κάποια ζητήματα επαναδιαπραγμάτευσης, και ως εκ τούτου είχε ενδιαφέρον. Βέβαια, το ουσιαστικό παζάρι δεν γίνεται στις συνόδους κορυφής, αλλά σε διμερές γερμανο-γαλλικό επίπεδο. Αυτό το παζάρι ξεκίνησε με άτυπες επαφές ανάμεσα στο επιτελείο του Ολάντ κι αυτό της Μέρκελ, πριν από το δεύτερο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών, συνεχίστηκε με την επίσκεψη Ολάντ στο Βερολίνο και έφτασε στα πρώτα αποτελέσματα με την επίσκεψη του νέου γάλλου υπουργού Οικονομικών Πιερ Μοσκοβισί στο Βερολίνο και τις συνομιλίες που είχε με τον ομόλογό του Β. Σόιμπλε.
Είναι γνωστό ότι η ΕΕ μπαίνει σε κρίση ξανά («ήπια ύφεση» είναι ο επίσημος χαρακτηρισμός αυτή τη στιγμή), η οποία, όπως κάθε κρίση, δεν χτυπά ισόμετρα όλα τα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Τονίζοντας την «αναπτυξιακή διάσταση» η νέα ηγεσία του γαλλικού ιμπεριαλιστικού κράτους ζητά μια μεταφορά πόρων προς τις γαλλικές μονοπωλιακές επιχειρήσεις, προκειμένου να μη χειροτερεύσει η θέση τους στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό. Θωρεί πως μόνο μια τέτοια πολιτική μπορεί να κάνει τη Γαλλία ικανή να πετύχει και τους δημοσιονομικούς στόχους που έθεσε το καινούργιο Σύμφωνο των Μέρκελ-Σαρκοζί. Αλλιώς, με το ΑΕΠ να κατρακυλά, η Γαλλία δεν πρόκειται να πιάσει τους δημοσιονομικούς στόχους, όσα πρόσθετα αντιλαϊκά μέτρα κι αν υιοθετήσει (ο Ολάντ δεν έχει πρόβλημα με τη λήψη πρόσθετων μέτρων, γι’ αυτό και ο πρωθυπουργός του Ζαν-Μαρκ Ερό και ο Μοσκοβισί επαναλαμβάνουν συνεχώς ότι η Γαλλία θα πιάσει το στόχο του ελλείμματος που θέτει το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, θα παρουσιάσει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό το 2017 και θα ρίξει το έλλειμμα κάτω από 3% το 2013 –παρά την περί του αντιθέτου πρόβλεψη της Κομισιόν– και γι’ αυτό δε ζη- τούν καμιά αλλαγή σ’ αυτόν τον τομέα). Για να το πούμε συνθηματολογικά, αυτό που ζητά η γαλλική πολιτική ηγεσία είναι ανάπτυξη με σκληρή λιτότητα. Δηλαδή, διευκόλυνση της κερδοφορίας του κεφάλαιου, με χτύπημα των εργασιακών σχέσεων («κινεζοποίηση» στις εξαρτημένες χώρες,όπως η Ελλάδα) και σκληρή δημοσιονομική πολιτική.
Μ’ αυτόν τον κεντρικό (μη ομολογούμενο, φυσικά) στόχο, η γαλλική ηγεσία βάζει στο τραπέζι ένα μαξιμαλιστικό πακέτο προτάσεων, προκειμένου να πετύχει το μίνιμουμ, αυτό που από την αρχή σκόπευε να πετύχει. Ετσι γίνεται το παζάρι και η Μέρκελ έχει αποδειχτεί μαστόρισσα σ’ αυτό τα τελευταία χρόνια. Ο Ολάντ ζητά έκδοση ευρωομολόγων, αναπτυξιακά μέτρα και απευθείας δανεισμό του ESM (Μόνιμος Μηχανισμός Στήριξης) από την ΕΚΤ. Πράγματα στα οποία δε συμφωνούν η γερμανική κυβέρνηση και οι γερμανοί τραπεζίτες που συμμετέχουν στην ΕΚΤ, όπως ο Γεργκ Ασμουσεν, μέλος του ΔΣ της ΕΚΤ, που δήλωσε ότι το Δημοσιονομικό Σύμφωνο «δεν πρέπει να τεθεί εκ νέου σε διαπραγμάτευση ούτε να χαλαρώσει», αλλά μπορεί «να συμπληρωθεί με ένα σύμφωνο ανάπτυξης», χαρακτηρίζοντας «ψευδή συζήτηση» την αντιδιαστολή ανάπτυξης και δημοσιονομικής πειθαρχίας και συμπληρώνοντας με νόημα ότι «κανένας στην Ευρώπη δεν είναι εναντίον της ανάπτυξης», μόνο που η ανάπτυξη απαιτεί μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας σαν αυτές που έκανε η Γερμανία με την περιβόητη «Ατζέντα 2010», την οποία θέσπισε το 2006 η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Γκέρχαρντ Σρέντερ (αυτό ήταν καρφί για τον επίσης σοσιαλδημοκράτη Ολάντ).
Η Κομισιόν, που έχει ταχθεί στο παρελθόν υπέρ της έκδοσης ευρωομολόγων, «διόρθωσε» τη θέση της, με δήλωση του Αμαντέου Αλταφάζ, εκπροσώπου του Ολι Ρεν, σύμφωνα με την οποία τα ευρωομόλογα αποτελούν μεν «μέρος της απάντησής μας στην κρίση», όμως η έκδοσή τους προϋποθέτει τον στενό δημοσιονομικό συντονισμό των κρατών – μελών της Ευρωζώνης. Δηλαδή, πρώτα πρέπει να γίνει εναρμόνιση των επιπέδων των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και μετά να εξεταστεί η έκδοση ευρωομολόγων που θ’ αποκαταστήσει κοινό επιτοκιακό επίπεδο δανεισμού ανάμεσα στα κράτη της Ευρωζώνης. Ο,τι λένε και οι Γερμανοί, δηλαδή.
Φυσικά, ο Ολάντ δεν περίμενε ότι θα πάρει αυτά που ζητά για λογαριασμό του γαλλικού ιμπεριαλισμού. Πήρε, όμως, τα «ομόλογα έργων» (project bonds). Mετά τη λήξη της έκτακτης συνόδου κορυφής, ο Βαν Ρομπάι ανακοίνωσε ότι υπήρξε συμφωνία και τα πρώτα «ομόλογα έργων» θα εκδοθούν πιλοτικά το καλοκαίρι. Αυτό σημαίνει ότι το γαλλικό κεφάλαιο (και όχι μόνο) θα μπορέσει να εξασφαλίσει «επιτόκια Γερμανίας» για τη χρηματοδότηση κάποιων επιχειρηματικών σχεδίων του. Και βέβαια, το παζάρι θα συνεχιστεί και για τα υπόλοιπα ανοιχτά θέματα (ο Βαν Ρομπάι ανακοίνωσε ότι η έκδοση ευρωομόλογων εξετάζεται, αλλά «σε μακροπρόθεσμη βάση. Κανείς δεν μίλησε για άμεση εφαρμογή»).
Και τι σχέση έχουν όλ’ αυτά με την Ελλάδα, με τη βαρβαρότητα που βιώνει ο ελληνικός λαός; Καμία απολύτως. Τα μηνύματα ήταν σαφή και απ’ όλους. Οχι μόνο από τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε, αλλά και από τους θεσμικούς Βαν Ρομπάι και Μπαρόζο, αλλά και το… μεγάλο φίλο μας, τον Ολάντ. «Θα κάνω ό,τι μπορώ από τη θέση μου για να πείσω τους Ελληνες να επιλέξουν την παραμονή τους στην Ευρωζώνη, σεβόμενοι τις δεσμεύσεις τους. Θα κάνω επίσης τα πάντα για να πείσω τους Ευρωπαίους που θα μπορούσαν να έχουν αμφιβολίες για την αναγκαιότητα παραμονής της Ελλάδας στην Ευρωζώνη», δήλωσε μεγαλόψυχα ο γάλλος πρόεδρος, μετά τη σύνοδο κορυφής. Λίγο πριν, μετά τη συνάντησή του με τον Μαριάνο Ραχόι, είχε γλυκάνει το χάπι: «Εχουμε το Μνημόνιο, αλλά παράλληλα έχουμε και αυτά που μπορούμε να κάνουμε άμεσα, από σήμερα, για την υποστήριξη της ανάπτυξης στην Ελλάδα (…) αυτό μπορεί να γίνει με τη μεταφορά μεγαλύτερων κεφαλαίων από τα διαρθρωτικά ταμεία, ώστε να εξασφαλίσουμε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης του ελληνικού λαού με άμεσες επεμβάσεις της Ευρώπης». Αμέσως, όμως, έσπευσε να συμπληρώσει: «Ολα αυτά μπορεί να γίνουν χωρίς να αμφισβητηθούν οι υποχρεώσεις της Ελλάδας σε σχέση με ό,τι έχει υπογράψει».
Αυτά, όμως, τα λένε οι Γερμανοί από πέρσι τον Ιούνη. Ο Σόιμπλε ήταν ο πρώτος που μίλησε για την ανάγκη ενός «νέου σχεδίου Μάρσαλ» για την Ελλάδα, υπό την προϋπόθεση, φυσικά, ότι θα υλοποιείται το Μνημόνιο. Ακόμη και η Λαγκάρντ δεν αποκλείει το ενδεχόμενο «τα μέλη της Ευρωζώνης να είναι διατεθειμένα ν’ αυξήσουν την οικονομική βοήθεια –και ίσως και να επιμηκύνουν τη χρονική της διάρκεια– προς την Ελλάδα γιατί θεωρούν την ακεραιότητα της Ευρωζώνης αρκετά αποδοτική, ώστε να δικαιολογείται μια επιπλέον επένδυση». Αρκεί να εφαρμόζεται το Μνημόνιο, φυσικά.







