Κάθε νύχτα σηκώνομαι/ πίσω μου ένα μέλλον/ που δε φαίνεται πια,/ που νοερά/ έχει ήδη συμβεί./ Νέες εικόνες γεννιούνται,/ κόσμοι περιστρέφονται/ γύρω από άξονες που αλλάζουν, γεννιούνται/ πεθαίνουν, αγαπούν, δημιουργούν./ Τα περασμένα ξεσκίζονται./ Ουρλιάζουν στροβιλίζοντας/ ο κόσμος γκρεμίζεται/ μέσα στον λάκκο. Φωνάζει η ζωή! (Εριχ Μύζαμ, Κάθε νύχτα, 1909 – «Απ’ το καμπαρέ στα οδοφράγματα», Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2006)
Καθαρά το λέει ο πολυποίκιλος εναλλακτισμός: αφήστε τον καπιταλισμό να κάνει τη δουλειά του.
Το σπίτι μας καίγεται./ Τ’ όνειρο ζει./ Χάσαμε τα σπίτια μας./ Χάσαμε τις σημαίες./ Καπνισμένα φορέματα./ Καπνισμένα βιβλία./ Τ’ όνειρο ζει./ Μείνανε απλά τα χέρια μας/ σαν πλήκτρα κοιμισμένου πιάνου./ Κρατήσανε όπλο τα χέρια μας/ κρατήσαν τη φωτιά./ Μείνανε απλά τα χέρια μας/ έτοιμα να χαϊδέψουνε./ Το σπίτι μας κάηκε./ Τ’ όνειρο ζει. (Καίτη Δρόσου, «Το σπίτι μας κάηκε, Επιθεώρηση Τέχνης, Πάσχα 1955»)
♦ Αυτοδυναμία ή αυτοαδυναμία η ΝΔ; (όχι ότι αλλάζει τίποτα…).
♦ Ριζοσπάστης, 13-3-12, πρώτη σελίδα –γιες, γιες εκλογές!
♦ «Η Αριστερά διεκδικεί την εξουσία», Αυγή, 13-3-12. Μάλιστα… Σε ποια χώρα όμως;
♦ «Και εις την Θεσσαλίαν επαρουσιάσθησαν τα ίδια κρούσματα αντιδράσεως και προδοσίας. Εις τα Αγραφα και Τρίκαλα υπήρχαν μεγάλοι κοτζαμπάσηδες, τυφλά όργανα των Τούρκων και φανατικοί τουρκολάτραι. Ο Τζολάκογλου, ο μεγαλοκοτζαμπάσης των Αγράφων, έγινεν ο Ιούδας της Επαναστάσεως. Ο προύχων Τζολάκογλου, όχι μόνο αντέδρασε, αλλά και επρόδωσε τον αγώνα. Εις τον Κίσσαβο δεν έγινεν ουσιαστικά τίποτε. Οι κοτζαμπάσηδες επρόλαβαν κάθε εξέγερσιν. Εις το Πήλιον, ο Ανθιμος Γαζής, από τους διευθύνοντας την Φιλικήν Εταιρίαν, είχε προετοιμάσει τα πνεύματα, αλλά δεν ευρήκε πρόθυμους τους προεστούς. Ο Αλέξανδρος Κασσαβέτης από την Ζαγοράν, ο Σταυράκης Μορφούλης απ’ τις Μηλιές, ο Δ. Λογοθέτης από τη Δρακιά, ο Αναγ. Στίβας από το Κατωχώρι και ο Σύρος από την Αργαλαστήν και οι Τρικεριώται προύχοντες αντέδρασαν εις την αρχήν και, όταν ήλθε ο τούρκικος στρατός, συνεργάστηκαν μαζί του διά να καταπνίξουν το κίνημα και διά να εξοντώσουν τους επαναστάτας. Και εις τα μέρη αυτά, εξόν από τους οργανωμένους Φιλικούς και τον αρματωλόν καπετάν Κυριάκον Μπασδέκην, επήραν μέρος εις τον αγώναν μόνο αι λαϊκαί μάζαι. Πολλοί μάλιστα από τους επαναστάτας, άμα κτυπήθηκε το κίνημα και τα χωριά με την αντίδραση των κοτζαμπάσηδων επροσκύνησαν, μπήκαν σε καΐκια και έφυγαν εις την άλλην Ελλάδα, όπου πολέμησαν ως το τέλος του αγώνος. Ο Ανθιμος Γαζής, πριν κατασταλλεί το κίνημα, όταν εφάνησαν οι Τούρκοι και ηκούσθησαν αι πρώται διαμαρτυρίαι των προεστών, μίλησε εις τον λαόν και είπεν ορθά κοφτά: “…Πρέπει να ξέρετε πως αυτά έχει ο πόλεμος. Θα πέσουν κεφάλια, θα χαλάσουν σπίτια, θα καούν χωριά, θα κλάψουν πολλές μανάδες. Μα τι να γίνει; Η ελευθερία δεν μπορεί να παρθεί με τα ψέματα, ούτε και μπορούμε να πάρουμε με ένα ρεσάλτο τα κάστρα της Τουρκιάς. Θα πολεμήσουμε, θα πεινάσουμε, θα ψειριάσουμε, θα σκοτωθούμε, μα στο τέλος θα νικήσουμε…”. Ετσι μίλησεν ο διδάσκαλος του Γένους εις την πλατείαν του χωριού του Μηλιές, αλλά δεν είχε τελειώσει την ομιλία του κι ο προύχοντας Σταυράκης Μορφούλης, κρατώντας ντουφέκι, τον εσημάδεψε και θα τον εσκότωνε αν δεν τον έπιαναν – “Παλιοκερατά, είπε στον Γαζή, πήρες τον κόσμο στον λαιμό σου”. Ηταν η φωνή της αντιδράσεως που την άκουσαν πάλι οι Πηλιορείτες και στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς του 1941-1945». (Γ. Κορδάτου – Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821).
♦ «Ο πυρήνας της ποιητικής του επικού ρεαλισμού συνίσταται στο γεγονός ότι πρότεινε σαν κανόνα ένα τύπο διαλογικής και δραματικής κατασκευής που να υποκινεί τον πρακτικό συλλογισμό και νάναι κατά συνέπεια το αντίθετο της παραδοσιακής δραματουργίας, που προκαλεί αντίθετα συγκινησιακές-ενοραματικές στάσεις, στάσεις ονείρου και άλλα τέτοια. Το παραδοσιακό δραματικό θέατρο, λέει ο Μπρεχτ, “τυλίγει” το θεατή με μια δράση που φθείρει την ενεργητικότητά του με το να μην του παραχωρεί μονάχα “συναισθήματα” και “υποβολές”, με το να του παρουσιάζει τον “άνθρωπο” σαν “μια ήδη γνωστή ποσότητα” και τον “κόσμο” “όπως είναι”. Το επικό θέατρο αντίθετα μετατρέπει το θεατή σε “παρατηρητή” και “ξυπνάει την ενεργητικότητά του”, του “ζητάει αποφάσεις” “ανακοινώνοντάς του αποσπάσματα γνώσης”, θέτοντας μπροστά του μια δράση με επιχειρήματα και παρουσιάζοντάς του “τον άνθρωπο σαν ένα μεταβλητό αντικείμενο έρευνας” και τον κόσμο “εν τω γίγνεσθαι” (1949). Ετσι η αντιρομαντική και αντιιδεαλιστική αντίδραση του Μπρεχτ ξεπερνάει σε σημασία την αντιρομαντική αντίδραση της νατουραλιστικής ποίησης τόσο όσο η πρακτική επιστήμη που λέγεται ιστορικός υλισμός (από τον οποίο και εμπνέεται) ξεπερνάει σε σημασία τη φυσική επιστήμη που λέγεται δαρβινισμός, που είναι παθητικός παρατηρητής, και από τον οποίο εμπνέεται ο νατουραλιστικός ρεαλισμός της tranche de vie. Με τον Αριστοτέλη είμαστε σύμφωνοι –συνεχίζει ο Μπρεχτ– θεωρώντας το μύθο σαν την καρδιά της τραγωδίας (ενάντια στη ρομαντική υπερεκτίμηση των χαρακτήρων, των προσώπων-ηρώων), αλλά δεν είμαστε σύμφωνοι για το σκοπό που πρέπει να παρουσιάζεται». (Γκαλβάνο ντελλα Βόλπε, «Το θέατρο από το Ζολά ως τον Μπρεχτ», Επιθεώρηση Τέχνης, 53-54, Μάιος-Ιούνιος 1959).
♦ Μουλουπρωτοβουλίες (ω, του θαύματος!) προ των εκλογών…
Βασίλης






