Του Al Mayadeen English
Κύριο άρθρο των New York Times υποστηρίζει ότι ο τετράμηνος πόλεμος του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ εναντίον του Ιράν κατέληξε σε μια ταπεινωτική αναστροφή, καθώς το πλαίσιο εκεχειρίας υπολείπεται των διακηρυγμένων στόχων και αποκαλύπτει σοβαρά στρατηγικά, διπλωματικά και στρατιωτικά σφάλματα υπολογισμού.
Μια προκαταρκτική συμφωνία που θα έφερνε τέλος στον τετράμηνο πόλεμο του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ εναντίον του Ιράν αποτελεί μια «ταπεινωτική κατάληξη για τον ίδιο και για το έθνος που ηγείται», σύμφωνα με τη συντακτική επιτροπή των New York Times, καθώς εγείρονται σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τα αποτελέσματα και τις μακροπρόθεσμες συνέπειές της.
Οι λεπτομέρειες της συμφωνίας παραμένουν ασαφείς, όμως το ανακοινωμένο πλαίσιο υποδηλώνει ότι η Ουάσιγκτον έχει εξασφαλίσει μόνο ορισμένους από τους όρους που είχε προηγουμένως θέσει κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η συμφωνία αναμένεται να ακολουθηθεί από περαιτέρω διαπραγματεύσεις τις επόμενες εβδομάδες.
Οι New York Times σημείωσαν ότι στην αρχή του πολέμου ο Ντόναλντ Τραμπ ισχυριζόταν πως η επίθεση αποσκοπούσε στην επίτευξη «ολικής και πλήρους νίκης» και απαιτούσε «άνευ όρων παράδοση» από το Ιράν. Επέμενε επίσης ότι δεν θα επιτρεπόταν στο Ιράν «κανένας εμπλουτισμός» ουρανίου και άφηνε να εννοηθεί η λήψη σαρωτικών μέτρων κατά των πυρηνικών του υποδομών.
Ωστόσο, το αναδυόμενο πλαίσιο συμφωνίας φαίνεται να υπολείπεται αυτών των στόχων, με την κυβέρνηση του Ιράν να παραμένει στη θέση της και τα βασικά πυρηνικά ζητήματα να προγραμματίζεται να αντιμετωπιστούν σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις, γεγονός που προκαλεί ανησυχίες για απομάκρυνση από τις αρχικές θέσεις της αμερικανικής κυβέρνησης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος κατηγορούσε συστηματικά την κυβέρνηση Oμπάμα επειδή διαπραγματεύτηκε μια πυρηνική συμφωνία με το Ιράν το 2015, φαίνεται τώρα να βρίσκεται σε ακόμη χειρότερη θέση, σύμφωνα με τους NYT, οι οποίοι έγραψαν: «Ο καταστροφικός του πόλεμος φαίνεται πιθανό να τον αφήσει με μια παρόμοια συμφωνία».
Στενό του Ορμούζ και οικονομικές επιπτώσεις
Οι New York Times υπογράμμισαν επίσης ότι η αναμενόμενη επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ για την παγκόσμια ναυσιπλοΐα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του πλαισίου εκεχειρίας. Η εξέλιξη αυτή είναι πιθανό να μειώσει την πίεση στις αγορές ενέργειας και να περιορίσει το παγκόσμιο κόστος ναυτιλιακών μεταφορών έπειτα από μήνες αναταραχής.
Το Ιράν είχε προηγουμένως περιορίσει την πρόσβαση στη θαλάσσια οδό κατά τη διάρκεια του πολέμου, ιδιαίτερα για εχθρικές χώρες, χρησιμοποιώντας τη στρατηγική του θέση ώστε να αυξήσει την οικονομική πίεση ως αντίποινα για τη στήριξη που παρείχαν περιφερειακά κράτη εναντίον του. Η επαναλειτουργία ουσιαστικά επαναφέρει τις προπολεμικές συνθήκες, αλλά ταυτόχρονα υπογραμμίζει τη μόχλευση που μπόρεσε να ασκήσει η Τεχεράνη κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Trump είχε πιέσει για ταυτόχρονη επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ και άρση του αποκλεισμού αμέσως μετά την ανακοίνωση της κατανόησης μεταξύ των πλευρών, όμως το Ιράν απέρριψε αυτή την πρόταση, σύμφωνα με πηγές που μίλησαν στο πρακτορείο ειδήσεων Tasnim.
Επιπλέον, το Ιράν και το Ομάν εισήγαγαν μια πρόσθετη διατύπωση σχετικά με τη «διαχείριση των υπηρεσιών ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ» στην πέμπτη παράγραφο του μνημονίου, γεγονός που αποτελεί ακόμη ένα σημείο επιρροής που απέκτησε το Ιράν κατά τη διάρκεια των συνομιλιών.
Οι New York Times ανέφεραν ότι, ενώ ο κόσμος ζητούσε την επαναλειτουργία της στρατηγικής αυτής θαλάσσιας οδού, δεν ήταν διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ για να το πετύχει, κάτι που το Ιράν πλέον αναγνωρίζει πλήρως. «Εχουν μάθει ότι ο υπόλοιπος κόσμος φαίνεται απρόθυμος να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία για να ανοίξει ξανά το Στενό του Ορμούζ. Αν το Ιράν επιλέξει να κλείσει το στενό κάποια στιγμή τους επόμενους μήνες ή τα επόμενα χρόνια, τι θα κάνει ο κ. Tραμπ ως απάντηση;».
Στρατηγικό κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με τους New York Times, εξέρχονται από τον πόλεμο σε αποδυναμωμένη θέση. Η εφημερίδα σημειώνει ότι ο αμερικανικός στρατός κατανάλωσε μεγάλες ποσότητες πυραύλων ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς και αναχαιτιστικών πυραύλων, γεγονός που εγείρει ανησυχίες για τη μείωση των αποθεμάτων και τη μελλοντική ικανότητα αποτροπής.
Ο πόλεμος φέρεται επίσης να έπληξε την αξιοπιστία των ΗΠΑ, να επιβάρυνε τις συμμαχίες τους και να ανέδειξε αδυναμίες στο σχεδιασμό για σενάρια κλιμάκωσης, ιδιαίτερα όσον αφορά το Στενό του Ορμούζ και τις ευρύτερες περιφερειακές συνέπειες.
Σε σύγκριση με το Ιράν, το οποίο δέχτηκε επίθεση δύο φορές μέσα σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους, οι Ηνωμένες Πολιτείες «έδειξαν ότι αδυνατούν να καταβάλουν έναν πολύ μικρότερο αντίπαλο», παρά τη φαινομενικά ανώτερη στρατιωτική τους ισχύ.
Η θέση του Ιράν μετά τον πόλεμο
Παρότι το Ιράν υπέστη στρατιωτικές απώλειες και ζημιές σε υποδομές, η κυβερνητική του δομή παρέμεινε ανέπαφη καθ’ όλη τη διάρκεια της αντιπαράθεσης. Η ηγεσία του αναμένεται πλέον να επικεντρωθεί στην αποκατάσταση των δυνατοτήτων της ύστερα από μήνες συνεχών πληγμάτων.
«Συνολικά, το Ιράν αναδεικνύεται ο στρατηγικός νικητής του τετράμηνου πολέμου», αναφέρει το άρθρο.
Η ικανότητα του Ιράν να αντέξει παρατεταμένη στρατιωτική πίεση θεωρείται ότι θα διαμορφώσει τη μελλοντική διαπραγματευτική του θέση και την περιφερειακή του στρατηγική. Επειτα από μήνες συνεχούς πίεσης και στρατιωτικής επίθεσης, εσωτερικές αμερικανικές αξιολογήσεις κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο ιρανικός στρατός εξακολουθούσε να διατηρεί το μεγαλύτερο μέρος της πυραυλικής και μη επανδρωμένης ισχύος του, ενώ ιρανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν ότι οι δυνατότητες των ενόπλων δυνάμεων συνεχίζουν να επεκτείνονται παρά την επίθεση.
Ακόμη και μετά τον πόλεμο, αναφορές σημείωσαν ότι το Ιράν εξασφάλισε σημαντικές παραχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις της τελευταίας στιγμής με τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με το μνημόνιο κατανόησης, με αρκετές διατάξεις να έχουν, σύμφωνα με πληροφορίες, τροποποιηθεί υπέρ της Τεχεράνης, υποδηλώνοντας την επιρροή που διαθέτει στο διπλωματικό μέτωπο.
Ο πόλεμος εξαπολύθηκε εναντίον του Ιράν εν μέσω ευρύτερης περιφερειακής αστάθειας, ιδιαίτερα στον Λίβανο και τη Γάζα, όπου οι ισραηλινές επιθέσεις συνεχίζονται χωρίς περιορισμό. Ωστόσο, οι New York Times επισημαίνουν ότι το εξελισσόμενο πλαίσιο εκεχειρίας θα μπορούσε να επηρεάσει τις μελλοντικές διπλωματικές ευθυγραμμίσεις και τους υπολογισμούς ασφαλείας σε ολόκληρη την περιοχή.
Ηττα για τον Trump και την Αμερική
Η διεξαγωγή του πολέμου χαρακτηρίστηκε από μια σταθερή απουσία στρατηγικού σχεδιασμού. Οι New York Times υποστηρίζουν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε υπερβολικά αισιόδοξες εκτιμήσεις του Πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, συμπεριλαμβανομένων προβλέψεων ότι η ιρανική κυβέρνηση θα κατέρρεε γρήγορα.
Σύμφωνα με το κύριο άρθρο, ο πρόεδρος αγνόησε εσωτερικές προειδοποιήσεις συμβούλων που θεωρούσαν τέτοιες προσδοκίες μη ρεαλιστικές, προχώρησε χωρίς να ζητήσει έγκριση από το Κογκρέσο για τον πόλεμο και απέρριψε τις αντιρρήσεις που διατύπωναν ευρωπαίοι και ασιάτες σύμμαχοι καθ’ όλη τη διάρκεια της επίθεσης.
Το άρθρο επικρίνει επίσης την αποτυχία πρόβλεψης της ικανότητας του Ιράν να διαταράξει την παγκόσμια ναυσιπλοΐα μέσω του Στενού του Ορμούζ, παρά τις σχετικές εσωτερικές αξιολογήσεις, καθώς και τις κλιμακούμενες απειλές του Tραμπ περί αφανισμού του ιρανικού πολιτισμού, οι οποίες, σύμφωνα με το δημοσίευμα, έπληξαν περαιτέρω το διεθνές ηθικό κύρος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Τελικά, το πλαίσιο συμφωνίας που προέκυψε αντανακλά, κατά την άποψη των New York Times, αναστροφή των διακηρυγμένων στόχων της κυβέρνησης και θεωρείται ευρέως ως ήττα για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Για τα αμαρτήματά του, συμφώνησε τώρα σε ένα πλαίσιο ειρήνης που ολόκληρος ο κόσμος κατανοεί ότι αποτελεί ήττα για τον ίδιο. Είναι επίσης μια οπισθοδρόμηση για την Αμερική», καταλήγει το άρθρο.
Πηγή: The New York Times








