Με τη φωτιά και το σίδερο προσπαθεί να παραμείνει στην εξουσία το καθεστώς Σάλεχ, πνίγοντας στο αίμα το νέο κύμα των αντικαθεστωτικών διαδηλώσεων που σαρώνει τη χώρα από τις αρχές του Σεπτέμβρη, με την υποστήριξη προφανώς του Λευκού Οίκου.
Ο νέος γύρος των διαδηλώσεων ξεκίνησε μετά την τελευταία δήλωση του δικτάτορα Αλί Σάλεχ, ο οποίος παραμένει για νοσηλεία στη Σαουδική Αραβία μετά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του τον περασμένο Ιούνιο, ότι θα επιστρέψει στην Υεμένη στις επόμενες βδομάδες. Στις 4 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με το κανάλι Αλ Αραμπίγια, εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές κατέβηκαν στους δρόμους της πρωτεύουσας Σανάα και σε άλλες πόλεις της χώρας απαιτώντας την παραίτηση του Αλί Σάλεχ. Από την προηγούμενη μέρα, στη Σανάα είχαν αναπτυχθεί ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, είχε διακοπεί το ηλεκτρικό ρεύμα και είχαν κλείσει όλα τα πρατήρια καυσίμων, σε μια προσπάθεια του καθεστώτος να παραλύσει τη ζωή στην πρωτεύουσα και να εμποδίσει τη διαδήλωση.
Στις 12 Σεπτεμβρίου, ανακοινώθηκε ότι ο Αλί Σάλεχ υπέγραψε διάταγμα με το οποίο εξουσιοδοτεί τον αντιπρόεδρο Μανσούρ αλ Χάντι να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις με την αντιπολίτευση και να υπογράψει συμφωνία μεταβίβασης της εξουσίας με βάση το σχέδιο του Συμβουλίου Συνεργασίας των χωρών του Κόλπου, διατηρώντας όμως το δικαίωμα να την απορρίψει, αν κρίνει ότι είναι «άδικη» ή ότι «προσβάλλει» το έργο της 33χρονης προεδρικής θητείας του. Το σχέδιο του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, το οποίο τροποποιήθηκε τρεις φορές για να συμφωνήσει ο Αλί Σάλεχ και στη συνέχεια αρνήθηκε να το υπογράψει την τελευταία στιγμή και τις τρεις φορές, προβλέπει την μεταβίβαση της εξουσίας από τον Αλί Σάλεχ στον αντιπρόεδρο σε 30 μέρες, το σχηματισμό μεταβατικής εθνικής κυβέρνησης υπό την προεδρία του αντιπροέδρου μέχρι τη διεξαγωγή προεδρικών και βουλευτικών εκλογών, με αντάλλαγμα την ασυλία για τον Αλί Σάλεχ και την οικογένειά του.
Αυτή τη φορά ζητά νέα διαπραγμάτευση για να πετύχει προφανώς επιπλέον παραχωρήσεις, για παράδειγμα την παραμονή του γιου του Αχμέντ στη νέα κυβέρνηση, όπως δήλωσε σαουδάραβας αξιωματούχος στο Αλ Τζαζίρα. Οι πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης χαρακτήρισαν την κίνηση του Αλί Σάλεχ ελιγμό για να κερδίσει χρόνο και δήλωσαν ότι αρνούνται οποιαδήποτε διαπραγμάτευση προτού ο Σάλεχ υπογράψει το σχέδιο του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου.
Μια μέρα αργότερα, στις 13 Σεπτεμβρίου, εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές κατέβηκαν στους δρόμους σε μεγάλες και μικρές πόλεις σ’ όλη τη χώρα για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στο διάταγμα του Σάλεχ, φωνάζοντας το σύνθημα «όχι στις διαπραγματεύσεις, όχι στους ελιγμούς, να φύγει ο πρόεδρος».
Την ίδια μέρα, στρατιωτικά αεροπλάνα επιτέθηκαν στη βόρεια περιοχή Αρχάμπ, βομβαρδίζοντας περιοχές κατοικιών, με αποτέλεσμα το θάνατο τουλάχιστον 10 πολιτών και τον τραυματισμό 17. Το καθεστώς δικαιολόγησε την επίθεση, υποστηρίζοντας ότι ένοπλοι από την περιοχή απειλού-σαν κοντινές στρατιωτικές βάσεις. Ομως η πλειοψηφία των θυμάτων ήταν γυναίκες και παιδιά. Ηταν μια πρώτη γεύση του μακελειού που ακολούθησε τις επόμενες μέρες. Οι βομβαρδισμοί προκάλεσαν την οργή των ντόπιων, που απείλησαν να ξαναρχίσουν τον πόλεμο κατά των κυβερνητικών δυνάμεων στην περιοχή γύρω από την πρωτεύουσα, όπου είχε επικρατήσει σχετική ηρεμία μετά την αναχώρηση του Αλί Σάλεχ για τη Σαουδική Αραβία.
Στις 14 Σεπτεμβρίου, στελέχη της αντιπολίτευσης κατήγγειλαν ότι η Σαουδική Αραβία έστειλε στην Υεμένη ένα κονβόι θωρακισμένων οχημάτων, τανκς και άλλο εξοπλισμό για να βοηθήσει στην καταστολή των διαδηλώσεων.
Στις 17 Σεπτεμβρίου, χιλιάδες αντικαθεστωτικοί διαδηλωτές εισέβαλαν στο πανεπιστήμιο, εμποδίζοντας την έναρξη των μαθημάτων και σχίζοντας φωτογραφίες του Αλί Σάλεχ.
Στις 18 Σεπτεμβρίου, δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές που ξεκίνησαν από την πλατεία της Αλλαγής, όπου έχουν στηθεί σκηνές από τον περασμένο Φεβρουάριο, και κατευθύνονταν προς το κέντρο της πόλης δέχτηκαν επίθεση με σφαίρες, ρόπαλα και ασφυξιογόνα από στρατό, αστυνομία και ένοπλους με πολιτικά. Ο απολογισμός 26 νεκροί και 500 περίπου τραυματίες.
Στις 19 Σεπτεμβρίου, τουλάχιστον 32 διαδηλωτές έπεσαν νεκροί και πάνω από 100 τραυματίστηκαν στην πλατεία της Αλλαγής από τα πυρά ε- λεύθερων σκοπευτών. Λίγες ώρες αργότερα, χιλιάδες οργισμένοι διαδηλωτές, υποστηριζόμενοι από πρώην στρατιώτες της 1ης Θωρακισμένης Μεραρχίας, που διοικείται από το στρατηγό Αλί Μόχσεν Αλ Αχμαρ, ο οποίος έχει προσχωρήσει στο στρατόπεδο της αντιπολίτευσης από τον περασμένο Μάρτιο, κατέλαβαν μια στρατιωτική βάση της Ρεπουμπλικανικής Φρουράς στην πρωτεύουσα. Σύμφωνα με το κανάλι Αλ Αραμπίγια, οι διαδηλωτές και οι πρώην στρατιώτες κατέλαβαν τη βάση χωρίς να ρίξουν τουφεκιά και οι φρουροί τράπηκαν σε φυγή αφήνοντας πίσω τα όπλα τους. Η Ρεπουμπλικανική Φρουρά και οι Ειδικές Δυνάμεις διοικούνται από το γιο του Αλί Σάλεχ, Αχμέντ. Οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν και το πρωί της 20ής Σεπτεμβρίου, με 10 τουλάχιστον ακόμη νεκρούς, και παράλληλα συνεχίστηκε η ανταλλαγή πυρών σε διάφορες περιοχές της πρωτεύουσας ανάμεσα σε κυβερνητικές δυνάμεις και άντρες της 1ης Θωρακισμένης Μεραρχίας, που έχει αποσκιρτήσει.Το απόγευμα της ίδιας μέρας ο αντιπρόεδρος Αλ Χάντι ανακοίνωσε ότι συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός με τις δυνάμεις του στρατηγού Αλί Μόχσεν αλ Αχμαρ και του ισχυρού φύλαρχου Σαντίκ αλ Αχμαρ, με τη μεσολάβηση των πρεσβευτών των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Στις 21 Σεπτεμβρίου, λίγο πριν συμπληρωθούν 24 ώρες από τη συμφωνία εκεχειρίας σημειώθηκαν νέες συγκρούσεις στην πρωτεύουσα ανάμεσα σε στρατιωτικές δυνάμεις και άντρες της 1ης Θωρακισμένης Μεραρχίας, ενώ εκτοξεύτηκαν όλμοι από τον κυβερνητικό στρατό εναντίον διαδηλωτών στην πλατεία της Αλλαγής, με αποτέλεσμα 3 ακόμη νεκρούς. Την ίδια μέρα αναχώρησε από την Υεμένη ο επικεφαλής του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, Αμπουλατίφ αλ Ζαϊμάνι, δηλώνοντας ότι οι πολιτικοί ηγέτες και από τις δύο πλευρές δεν είναι έτοιμοι για να φτάσουν σε συμφωνία. Ο Ζαϊμάνι βρισκόταν στη Σανάα για να προωθήσει τις διαπραγματεύσεις για το σχέδιο του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, το οποίο και οι δυο πλευρές είχαν δεχθεί στο παρελθόν, αλλά ο Αλί Σάλεχ είχε αρνηθεί την τελευταία στιγμή τρεις φορές να υπογράψει. Το γεγονός αυτό ενισχύει τις πληροφορίες ότι ο Αλί Σάλεχ ζητά την παραμονή του γιου του στη νέα κυβέρνηση και ότι οι δυο σημαντικότεροι πολιτικοί αντίπαλοί του, ο στρατηγός Μόχσεν αλ Αχμαρ και ο πανίσχυρος φύλαρχος Σαντίκ αλ Αχμαρ, αρνούνται και απαιτούν την απομάκρυνση όλης της κλίκας του.
Τα θύματα των τριήμερων συγκρούσεων ανέρχονται σε τουλάχιστον 80 νεκρούς και 1.000 περίπου τραυματίες. Ομως γι’ αυτό το μακελειό οι αμερικάνοι και οι λοιποί δυτικοί ιμπεριαλιστές κωφεύουν. Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει το σχέδιο των χωρών του Κόλπου και καλεί για μια «ειρηνική και ομαλή μετάβαση», στην πραγματικότητα όμως επιδιώκει τη διατήρηση του καθεστώτος, έστω και χωρίς τον Αλί Σάλεχ, γιατί θέλει να αποφύγει τους κραδασμούς, την πολιτική αστάθεια και ρευστότητα που μπορεί να προκαλέσουν η ανατροπή του καθεστώτος κάτω από την πίεση της λαϊκής εξέγερσης και η αλλαγή του πολιτικού σκηνικού. Προκειμένου να προστατέψει τα αμερικάνικα συμφέροντα στη Σαουδική Αραβία, γιατί η Υεμένη έχει τεράστια στρατηγική σημασία καθώς συνορεύει βόρεια με τη Σαουδική Αραβία και δεσπόζει του θαλάσσιου δρόμου μέσω του οποίου μεταφέρονται 3 εκατομμύρια βαρέλια πετρέλαιο την ημέρα.
Γι’ αυτό και στην πραγματικότητα στηρίζει την πολιτική της αιματηρής καταστολής της λαϊκής εξέγερσης που εφαρμόζει το καθεστώς εξαρχής. Πρώτα ο Αλί Σάλεχ και στη συνέχεια ο γιος του Αχμέντ, που ουσιαστικά τον αντικαθιστά έχοντας εγκατασταθεί στο προεδρικό μέγαρο. Ο Αχμέντ μαζί με τρεις ξαδέλφους του διοικούν τις Ειδικές Δυνάμεις και τις Μονάδες Πληροφοριών, οι οποίες δημιουργήθηκαν, χρηματοδοτήθηκαν και εκπαιδεύτηκαν με την υποστήριξη των ΗΠΑ μετά την επίθεση της Αλ Κάιντα το 2000 στο USS Cole και αποτελούν κεντρικό πυλώνα της «αντιτρομοκρατικής εκστρατείας» στην Υεμένη. Στα πλαίσια της εκστρατείας αυτής τα αμερικάνικα μη τηλεκατευθυνόμενα βομβαρδιστικά χτυπούν τακτικά «εχθρικούς» στόχους στη χώρα, ενώ τους δύο τελευταίους μήνες, υποστηρίζοντας την επίθεση του κυβερνητικού στρατού, βομβαρδίζουν συστηματικά την επαρχία Αμπιάν, την πρωτεύουσα Ζινζιμπάρ και τμήματά της που είχαν περάσει στον έλεγχο ισλαμιστών ανταρτών.
Στις συνθήκες αυτές, όπου παράλληλα με τη λαϊκή εξέγερση εξελίσσεται ένας σκληρός ανταγωνισμός ανάμεσα σε αστικές πολιτικές δυνάμεις για τον έλεγχο της εξουσίας, είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς τις εξελίξεις, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί ακόμη και η κλιμάκωση των ένοπλων συγκρούσεων.








