Μπορεί η κυβέρνηση να μη δίνει συνέχεια στην υπόθεση των ΒΑΕ, όμως αυτό είναι προσωρινό και πρέπει να αποδοθεί στη δυσμενή για την κυβέρνηση πολιτική συγκυρία. Σύντομα θα επιχειρηθεί αιφνιδιασμός από το υπουργείο Εργασίας (οι πληροφορίες μιλούν για το Νοέμβρη, αλλά μην αποκλείουμε να επιχειρηθεί νωρίτερα).
Πρόκειται για συνέχεια της αντιασφαλιστικής ανατροπής, για να μείνει ανοιχτό μόνο το θέμα του Ασφαλιστικού στο Δημόσιο. Μια επίθεση που πρέπει να απαντηθεί από το σύνολο των εργαζόμενων και όχι μόνο από εκείνους που θίγονται άμεσα. Κι αυτό όχι από μια γενική άποψη εργατικής αλληλεγγύης (η οποία καθόλου δεν πρέπει να υποτιμάται), αλλά επειδή η κατάργηση των ΒΑΕ θα αποτελέσει ορόσημο στην εξέλιξη ιστορικά των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης.
Πυρήνας των ΒΑΕ είναι η κατά 5 χρόνια μείωση του ορίου συνταξιοδότησης. Ο νόμος που τα καθιέρωσε (ο ιδρυτικός νόμος του ΙΚΑ 1846/ 1951) ακολούθησε ένα γενικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο «η εφ’ ορισμένον διάστημα απασχόλησις εις επαγγέλματα “ιδιαζόντως βαρέα και ανθυγιεινά” επιφέρει πρόωρον φθοράν του οργανισμού και αδυναμία περαιτέρω απασχολήσεως από χρονικού σημείου προ του φυσιολογικού γήρατος». Εάν φύγουν από τη μέση τα ΒΑΕ, φεύγει και αυτός ο κανόνας και αναγνωρίζεται ότι γενικά δεν επέρχεται πρόωρη φθορά του οργανισμού του εργαζόμενου. Για να το πούμε διαφορετικά, φεύγει το κάτω όριο και κλείνει ο δρόμος (ή αν θέλετε δυσκολεύει πάρα πολύ) για μια γενική μείωση των ορίων ηλικίας. Μένει ανοιχτός ο δρόμος μόνο για αυξήσεις των γενικών ορίων, διότι αναγνωρίζεται ότι η εργασία έχει γίνει γενικά ελαφρύτερη. Αν χαθούν τα ΒΑΕ, δε θα χάσουν μόνο οι εργάτες που ανήκουν σ’ αυτά, αλλά θα χάσουν ένα αγκωνάρι, μια σημαντική ασφαλιστική κατάκτηση όλοι οι εργαζόμενοι.
Η αυτοματοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών όχι μόνο δεν επιφέρει την ελάφρυνση της δουλειάς, αλλά αντίθετα την επιβαρύνει. Γιατί γίνεται με τέτοιο τρόπο που να οδηγεί στην εντατικοποίηση της δουλειάς. Το κεφάλαιο επιδιώκει την αποκόμιση σχετικής υπεραξίας με την κατανάλωση μεγαλύτερης ποσότητας μυικών και πνευματικών δυνάμεων του εργαζόμενου στον ίδιο χρόνο κι αυτό οδηγεί στην πρόωρη φθορά του εργαζόμενου. Μπορεί το προσδόκιμο επιβίωσης να έχει επιμηκυνθεί, χάρη στις προόδους της ιατρικής, όμως οι ασθένειες που σχετίζονται με την εργασία θερίζουν και μάλιστα από μικρότερες ηλικίες, όπως αποκαλύπτουν οι ίδιες οι επιδημιολογικές μελέτες (στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, γιατί σε χώρες σαν την Ελλάδα απουσιάζουν εντελώς). Γι’ αυτό και το αίτημα για γενική μείωση του εργάσιμου χρόνου και των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης έχει καταστεί υπερώριμο, όχι μόνο για να διαθέτει ο εργαζόμενος περισσότερο χρόνο για τον εαυτό του και για να καταπολεμηθεί η ανεργία, αλλά και ως άμυνα στη φθορά που προκαλεί η απογείωση της εντατικότητας της εργασίας.
Είναι βέβαια επιεικώς α-στεία η άποψη, ότι πρέπει να επικεντρωθούμε στον αγώνα για τη γενική μείωση των ορίων ηλικίας, αντί να ρίχνουμε το βάρος σε μια ρύθμιση όπως τα ΒΑΕ, που αφορούν ένα υποσύνολο των εργαζόμενων. Οταν έχεις μια κατάκτηση, δεν την εγκαταλείπεις στο έλεος του ταξικού αντίπαλου για να διεκδικήσεις μια άλλη, ακόμη κι αν αυτή η άλλη είναι πιο σημαντική. Και στο κάτω-κάτω, γιατί αυτά τα δύο έρχονται σε αντίθεση; Υπάρχουν ή όχι εργασίες που είναι πιο φθοροποιές από άλλες; Ποιος θα πει όχι; Πώς θα επιτευχθεί η ένταξη και άλλων κλάδων στα ΒΑΕ, αίτημα που χρονίζει μια εικοσαετία, αν δεν διατηρηθεί αυτός ο θεσμός;
Η κυβέρνηση ακολουθεί την παλιά δοκιμασμένη μέθοδο της διαίρεσης, υποθάλποντας τα πιο ταπεινά ένστικτα των εργαζόμενων. Οι ασφαλισμένοι στα ΒΑΕ παρουσιάζονται σαν προνομιούχοι, οι οποίοι επιβαρύνουν το ασφαλιστικό σύστημα και άρα τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Για τους άνεργους, βέβαια, που πολλαπλασιάζονται με κάθε αύξηση των ορίων ηλικίας, δε γίνεται λόγος. Από πότε, όμως, είναι προνόμιο μια κατάκτηση; Με την ίδια λογική, θα πρέπει να υπάρχει γενική εξίσωση των όρων εργασίας και αμοιβής της εργασίας, διότι όπου υπάρχουν καλύτεροι όροι εργασίας και ψηλότεροι μισθοί, συνι- στούν προνόμια. Οποιος εργαζόμενος πέφτει σ’ αυτή τη λούμπα είναι άξιος της τύχης του. Διότι, χωρίς να το καταλαβαίνει, ξηλώνει το πάτωμα στο οποίο στηρίζεται. Αντί να επιδιώκει τη βελτίωση των δικών του όρων εργασίας και μισθού, συμμαχεί με το κεφάλαιο στη χειροτέρευση των όρων εργασίας και του μισθού του συναδέλφου του. Κι ύστερα, έρχεται η δική του σειρά.
Ενα άλλο ιδεολόγημα, που ακούγεται εδώ και χρόνια και το επικαλείται και η κακόφημη επιτροπή Μπεχράκη, υποστηρίζει πως πολλές εντάξεις στα ΒΑΕ έγιναν μέσα από πελατειακές σχέσεις. Βέβαια, όταν μιλούν για πελατειακές σχέσεις αναφέρονται συνήθως στους αγώνες των εργαζόμενων. Χωρίς να εξετάσουμε την ουσία, ρωτάμε: γιατί είναι κακό ένας κλάδος να πετύχει μια ασφαλιστική κατάκτηση με τον αγώνα του; Δηλαδή, αν με τον αγώνα τους οι εργαζόμενοι πετύχαιναν μια γενική μείωση των ορίων ηλικίας, αυτό θα ήταν αποτέλεσμα πελατειακών σχέσεων;
Ομως, η γενικολογία χρησιμοποιείται για να κρύψει την ουσία. Ποιοι είναι αυτοί οι κλάδοι που εντάχθηκαν στα ΒΑΕ χωρίς να το δικαιούνται; Συγκεκριμένα πράγματα, όχι γενικοί αφορισμοί. Εμείς έχουμε μελετήσει ολόκληρη τη λίστα και ξέρουμε πολύ καλά πως δεν υπάρχει κανένας κλάδος, κανένα επάγγελμα, κανένας χώρος εργασίας που να μη πληροί τις προϋποθέσεις για ένταξη. Αλλωστε, τα κυβερνητικά στελέχη και τα παπαγαλάκια του κεφάλαιου έχουν μείνει να επαναλαμβάνουν συνεχώς τις λέξεις «τρίφτες χαμάμ», «εισπράκτορες», «καταμετρητές κερμάτων», δηλαδή επαγγέλματα που δεν υπάρχουν πλέον και που και να τα σβήσουν από τα ΒΑΕ κανένας δε θα διαμαρτυρηθεί. Γιατί άραγε δε μιλούν για κάποιο υπαρκτό επάγγελμα; Αν είχαν βρει έστω και ένα, θα το είχαν κάνει σημαία.
Αντίθετα, υπάρχουν κλάδοι και χώροι εργασίας, επαγγέλματα που αναπτύχθηκαν μετά την κατάργηση των επιτροπών κρίσης για ένταξη στα ΒΑΕ, που θα έπρεπε να ενταχθούν, διότι κάνουν την ίδια ή ομοειδή εργασία. Για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι του Μετρό που δεν ανήκουν στα ΒΑΕ, σε αντίθεση με τους συναδέλφους τους στον ΗΣΑΠ. Οι τεχνικοί δικτύου των εταιριών κινητής τηλεφωνίας και πολλοί ακόμη κλάδοι. Αν δεν κερδηθεί σήμερα ο αγώνας ενάντια στις ρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση, αυτοί οι κλάδοι θα χάσουν κάθε ελπίδα για μείωση του ορίου συνταξιοδότησης.








