Υπήρχε κάποτε (υπάρχει ακόμη) μια «επιστημονική επιτροπή» για το ασφαλιστικό. Η οποία υποτίθεται ότι θα δούλευε σε ένα κλίμα ηρεμίας, χωρίς κυβερνητικούς αιφνιδιασμούς και παρεμβολές στο έργο της. Πριν τη συγκροτήσει, ο υπουργός Εργασίας Α. Λοβέρδος κάλεσε τους «κοινωνικούς εταίρους» και τους ανακοίνωσε ότι «ως κυβέρνηση εκφράζουμε την πολιτική μας βούληση για τη διατήρηση του σημερινού πλαισίου παροχών του ασφαλιστικού μας συστήματος» (26.11.09). Οταν συνήλθε σε πρώτη συνεδρίαση, ο ίδιος έβγαλε έναν δεκάρικο, στον οποίο μεταξύ των άλλων είπε: «Σταθερή πολιτική μας βούληση ήταν και παραμένει να μη θιγεί το σημερινό πλαίσιο παροχών προς τους ασφαλισμένους. Η πρώτη ημέρα του κοινωνικού διαλόγου έδειξε, πως όλοι απορρίπτουμε την παραδοσιακή συνταγή της αύξησης των εισφορών και τη μεταφορά της λογικής της στα όρια ηλικίας».
Τα ίδια επαναλάμβανε μέχρι και το μεσημέρι της περασμένης Τρίτης. Το βράδυ της ίδιας μέρας, ο Παπανδρέου στο διάγγελμά του ανακοίνωσε πως θα αυξηθούν τα όρια ηλικίας. «Είχα ενημερωθεί», απάντησε ο Λοβέρδος, που την άλλη μέρα το πρωί πήρε σβάρνα τους ραδιοφωνικούς σταθμούς για να εκφράσει τη στήριξή του στα όσα είπε ο πρωθυπουργός του. Επομένως, το πρωί της Τρίτης, που συμμετείχε στη συνεδρίαση της «επιστημονικής επιτροπής», έκρυψε από τα μέλη της την αλήθεια. Κι όμως, όταν ρωτήθηκε από ραδιοφωνητζού «θα έρθουν στον κοινωνικό διάλογο μετά απ’ αυτή την ανακοίνωση;», είχε το θράσος να απαντήσει: «Προφανώς και ναι, προφανώς και ναι». Οταν η ραδιοφωνητζού επέμεινε («Μα αφού τους παίρνετε τα όρια ηλικίας δυο χρόνια, μετά θέλω να δω ποιοι θα έρθουν»), ο Λοβέρδος την αποπήρε: «Κάνετε εσείς ερμηνεία, κάνετε εσείς εξειδίκευση και εγώ λέω ότι στηρίζω τον Πρωθυπουργό με όλες μου τις δυνάμεις» (Real FM).
Οι εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ, βέβαια, δε μπορούσαν να μείνουν άλλο σ’ αυτή την επιτροπή. Ο Παναγόπουλος ανακοίνωσε την αποχώρησή τους, διότι «έπεσε πλέον ένας απαγορευτικός τοίχος-η κόκκινη γραμμή, που ήταν το όχι στην αύξηση των ορίων ηλικίας». Το ρόλο τους, όμως, τον έπαιξαν και με το παραπάνω. Πρόσφεραν στην κυβέρνηση ένα δίμηνο άνεσης και σκόρπισαν μπόλικη σύγχυση και αποπροσανατολισμό στους εργαζόμενους και για τις προθέσεις της κυβέρνησης και για το ρόλο της συγκεκριμένης επιτροπής.
Τι θα κάνουν οι υπόλοιποι; Το πιθανότερο είναι ότι θα μείνουν εκτελώντας διατεταγμένη υπηρεσία. Το ίδιο έκαναν και μέχρι τώρα, άλλωστε. Τους έβαλε ο Λοβέρδος να ετοιμάσουν εισηγήσεις για έναν ειδικό φόρο που θα πήγαινε για τη στήριξη των προβλημάτων του ασφαλιστικού συστήματος. Ο ίδιος μαζί με τον υφυπουργό Κουτρουμάνη έβγαιναν στα ΜΜΕ και επιχειρηματολογούσαν υπέρ αυτού του νέου φόρου, τον οποίο (υποτίθεται ότι) θα ανακοίνωνε ο Λοβέρδος μαζί με τον Παπακωνσταντίνου. Την Τρίτη, ο Παπακωνσταντίνου του έκανε τη χάρη να πάει στη συνεδρίαση της επιτροπής, για να βγάλει ένα λογύδριο στο οποίο το ξέκοψε: κανένας νέος φόρος δε θα μπει. Κάντε εσείς πρώτα όλες τις αλλαγές που χρειάζονται στο ασφαλιστικό σύστημα και μετά θα δούμε τι πρέπει να εισφέρει ο κρατικός προϋπολογισμός και με ποιο μηχανισμό θα το εισφέρει.
Στην ίδια συνεδρίαση ο Παπακωνταντίνου ανακοίνωσε και κάτι άλλο. «Οι προτάσεις που θα βγουν από την επιτροπή, όπως θα αποτυπωθούν στην πρόταση της κυβέρνησης, θα πάνε στην Κομισιόν για επικύρωση, προτού πάνε στο ελληνικό κοινοβούλιο»! Η πλάκα είναι πως λίγες μέρες πριν, στη συνέντευξη Τύπου της 26ης Γενάρη, ο Λοβέρδος παρουσίαζε με το γνωστό αλαζονικό του ύφος τον «οδικό χάρτη» για την ψήφιση του ασφαλιστικού νομοσχέδιου: τέλη Μάρτη θα ολοκληρώσει η επιτροπή, το σχέδιο θα δοθεί στις ηγεσίες των κοινωνικών εταίρων για να πάρουν θέση, ταυτόχρονα θα σταλεί στη Βουλή για να το συζητήσουν τα κόμματα και παράλληλα οι υπηρεσίες του υπουργείου θα καταγράφουν τις απόψεις και θα τις αποτυπώνουν σε νομικές διατάξεις, ώστε ο Ιούνης να βρει τη χώρα με ψηφισμένο νέο ασφαλιστικό νόμο. Κομισιόν δεν υπήρχε σ’ αυτή τη διαδικασία. Ο οδικός χάρτης δεν περνούσε από τις Βρυξέλλες!
Στη συνεδρίαση της περασμένης Τρίτης ο Λοβέρδος άκουσε τον Παπακωνσταντίνου και δεν είπε κουβέντα. Ισως γνώριζε, ίσως έχει, καμιά σημασία δεν έχει. Προφανώς συμφωνεί κι αυτός ότι το σχέδιο πρέπει πρώτα να πάει για έγκριση στις Βρυξέλλες, γιατί έτσι δημιουργείται ένα πρώτης τάξης άλλοθι για τις αντιασφαλιστικές-αντεργατικές ρυθμίσεις του («πρέπει να πάρουμε σκληρά μέτρα, για να μη μας το απορρίψουν»). Ομως, η Κομισιόν δεν έχει καμιά αρμοδιότητα σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης, τα οποία παραμένουν στο ρυθμιστικό πεδίο αποκλειστικά των εθνικών αρχών. Πώς, λοιπόν, την καθιστούν συνδιαχειρίστρια –και μάλιστα με δικαίωμα βέτο– σε ασφαλιστικές ρυθμίσεις και μάλιστα ριζικού χαρακτήρα; Η απάντηση είναι εύκολη: της δίνουν αυτό το δικαίωμα, για να την έχουν σύμμαχο στα όσα απεργάζονται σε βάρος των εργαζόμενων.
Τέλος, ο Παπακωνσταντίνου ανακοίνωσε με ξερό ύφος πως από τον κρατικό προϋπολογισμό δεν πρόκειται να βγει ούτε ευρώ επιπλέον απ’ αυτά που έχουν αναγραφεί για τα Ταμεία. Αν αντιμετωπίσουν δυσκολίες, δεν έχουν παρά να εκποιήσουν περιουσιακά τους στοιχεία, κινητά και ακίνητα. Ο Λοβέρδος όχι μόνο συμφώνησε, αλλά στις ραδιοφωνικές του εμφανίσεις υπερθεμάτισε, μιλώντας ευθέως για εκποίηση. Σε μια εποχή κρίσης, που και οι τιμές των μετοχών και οι τιμές των ακινήτων κατρακυλούν, θα βάλλουν τα ασφαλιστικά ταμεία να ξεπουλήσουν, καταγράφοντας τεράστιες απώλειες. Το τεράστιο σκάνδαλο της κλοπής των αποθεματικών θα ολοκληρωθεί.
Σε ό,τι αφορά την αύξηση των ορίων ηλικίας, που ανακοίνωσε ο Παπανδρέου, πρέπει να σημειώσουμε πως η φιλολογία για αύξηση του γενικού ορίου από τα 65 στα 67, που κυριαρχεί στα αστικά ΜΜΕ, μπορεί να είναι και σκόπιμη-παραπλανητική διαρροή της κυβέρνησης, στη λογική του Χότζα: όλοι να το ‘χουν σίγουρο και στο τέλος η κυβέρνηση να μην το κάνει, ώστε να περάσει… ανακούφιση, ενώ την ίδια ώρα μπορεί να ανεβάσει στα 65 τις γυναίκες που έχουν μπει στην ασφάλιση πριν το 1993, να χτυπήσει τα ΒΑΕ και να ανεβάσει όλα τα χαμηλότερα από τα 65 όρια (35ετία κ.λπ.). Αλλωστε, η αύξηση των γενικών ορίων μπορεί να γίνει και… εθελοντικά (ήδη ισχύουν τα 68), με την εξαθλίωση της σύνταξης, που θ’ αναγκάζει όποιους εργαζόμενους μπορούν να μένουν στη δουλειά και μέχρι τα 70.








