Του καθηγητή Δρ. Μόχσεν Μοχάμαντ Σάλεχ
Τέσσερις παράγοντες, σε διαφορετικό βαθμό, φαίνεται ότι ώθησαν τον πρόεδρο Μαχμούντ Αμπάς να ανακαλέσει την προηγούμενη απόφασή του να διεξαχτούν εκλογές για το Παλαιστινιακό Νομοθετικό Συμβούλιο (PLC) στη Δυτική Όχθη (WB) και τη Λωρίδα της Γάζας (GS) στις 28/11/2026 και να τις αναβάλει έως τις 11/9/2027, οπότε έχει προγραμματιστεί να διεξαχτούν ταυτόχρονα με τις προεδρικές εκλογές της Παλαιστινιακής Αρχής (PA). Αυτοί οι παράγοντες θα πρέπει να εξεταστούν ανεξάρτητα από τους λόγους που αναφέρονται στο προεδρικό διάταγμά του:
Πρώτο: Ο φόβος για το εκλογικό αποτέλεσμα. Η ανησυχία αυτή εντάθηκε από την απόφαση της Χαμάς να συμμετάσχει στις εκλογές σε συμμαχία με άλλες παλαιστινιακές παρατάξεις, παρά τα εμπόδια που έθεσε στο δρόμο της η επίσημη ηγεσία της Φατάχ στο πλαίσιο της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) και της Παλαιστινιακής Αρχής (PA), προκειμένου να αποτρέψει τη συμμετοχή της. Επιπλέον, οι δημοσκοπήσεις και οι εκτιμήσεις για το κοινό αίσθημα έδειχναν ότι ο επίσημος συνδυασμός που υποστηριζόταν από τον Αμπάς και την ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής αντιμετώπιζε σχεδόν βέβαιη ήττα, καθώς τουλάχιστον τρεις άλλοι συνδυασμοί συγκέντρωναν υψηλότερα ποσοστά στις δημοσκοπήσεις. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα υπονόμευε τον κεντρικό στόχο που επιδίωκε να επιτύχει ο Αμπάς μέσω των εκλογών: να ανανεώσει τη δική του νομιμοποίηση και εκείνη της επίσημης ηγεσίας της Φατάχ. Θα αναβίωνε επίσης το σενάριο του 2006, το οποίο στέρησε από αυτή την ηγεσία τη λαϊκή νομιμοποίηση. Έκτοτε, η ηγεσία έχει ελιχθεί επί δύο δεκαετίες για να διατηρήσει τις θέσεις της και να αποτρέψει οποιαδήποτε πραγματική μεταβίβαση της εξουσίας που να αντανακλά τη βούληση του παλαιστινιακού λαού.
Δεύτερο: Η εκτεταμένη παλαιστινιακή αντίδραση. Η ηγεσία της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης αντιμετώπισε αυξανόμενη οργή από ευρέα τμήματα της παλαιστινιακής κοινωνίας για αυτό που θεωρήθηκε απροκάλυπτη προσπάθεια προκαθορισμού των εκλογικών αποτελεσμάτων. Παλαιστινιακές παρατάξεις, εξέχουσες προσωπικότητες, θεσμοί και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, τόσο εντός όσο και εκτός Παλαιστίνης, εξέδωσαν διαδοχικές ανακοινώσεις και διοργάνωσαν διαμαρτυρίες κατά αποφάσεων και διαδικασιών που, όπως υποστήριξαν, υπονόμευαν την ακεραιότητα και τη διαφάνεια των εκλογών, στερώντας έτσι από όσους επιλέχτηκαν για το Παλαιστινιακό Εθνικό Συμβούλιο (PNC) την πραγματική αντιπροσωπευτική νομιμοποίηση. Μία εξέχουσα πρωτοβουλία ήταν το Έκτακτο Παλαιστινιακό Εθνικό Φόρουμ, που διοργανώθηκε από την Παλαιστινιακή Εθνική Αρχή για τη Λαϊκή Δράση (PNPA) και στο οποίο συμμετείχαν περίπου 350 προσωπικότητες από το εσωτερικό και το εξωτερικό της Παλαιστίνης, εκπροσωπώντας 30 χώρες. Επιπλέον, πολλές παλαιστινιακές κοινότητες της διασποράς εξέδωσαν ανακοινώσεις απορρίπτοντας την προσέγγιση από τα πάνω προς τα κάτω, που επιδίωξε να επιβάλει η ηγεσία της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης μέσω «προκαθορισμένων εκλογικών περιφερειών», σχεδιασμένων ώστε να παράγουν προκαθορισμένα αποτελέσματα, όπως φέρεται να συνέβη στο Κουβέιτ, το Κατάρ και το Μπαχρέιν. Αυτές οι αντιδράσεις φαίνεται ότι ξεπέρασαν τις προσδοκίες της ηγεσίας της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Κατά συνέπεια, άσκησαν σημαντική πίεση στην ηγεσία και δυσχέραναν τη συνέχιση της αγνόησης της βούλησης του παλαιστινιακού λαού.
Τρίτο: Η αυξανόμενη πιθανότητα ισραηλινής παρεμπόδισης των εκλογών στη Δυτική Όχθη, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, και στη Λωρίδα της Γάζας, σε συνδυασμό με την αδιαφορία της αμερικανικής κυβέρνησης και την αποτυχία της να ασκήσει πίεση στο Ισραήλ ώστε να επιτρέψει τη διεξαγωγή τους.
Τέταρτο: Η μετάδοση του επιθυμητού μηνύματος προς τις δυτικές χώρες που ασκούν πιέσεις για τη διεξαγωγή εκλογών, ιδιαίτερα τη Γαλλία και, σε διαφορετικό βαθμό, το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδά, την Αυστραλία και τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Η ηγεσία της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και της Παλαιστινιακής Αρχής επιδίωξε να δείξει ότι είχε λάβει τα αναγκαία διαδικαστικά και οργανωτικά μέτρα, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι οι συνθήκες επί του πεδίου καθιστούσαν τη διεξαγωγή των εκλογών δύσκολη, αν όχι αδύνατη, κυρίως λόγω των ισραηλινών εμποδίων. Επιπλέον, τα αναμενόμενα αποτελέσματα δεν θα ήταν σύμφωνα ούτε με τις προτιμήσεις και τις προσδοκίες της ηγεσίας ούτε με τους πολιτικούς προσανατολισμούς και τις θέσεις αυτών των δυτικών χωρών.
Επίσημοι λόγοι
Οι επίσημοι λόγοι που αναφέρονταν στο προοίμιο του προεδρικού διατάγματος για την αναβολή των εκλογών δεν ήταν ούτε καινούργιοι ούτε απροσδόκητοι. Πράγματι, κάθε Παλαιστίνιος γνώριζε αυτές τις συνθήκες προτού ο Αμπάς αρχίσει να εκδίδει διατάγματα που ρύθμιζαν την εκλογική διαδικασία.
Η επέκταση των εποικισμών, η βία των εποίκων και οι περιορισμοί στις μετακινήσεις στη Δυτική Όχθη αποτελούσαν επί μακρόν μια συνεχιζόμενη πραγματικότητα, πολύ πριν από την έκδοση των διαταγμάτων.
Ομοίως, η οικονομική κρίση της Παλαιστινιακής Αρχής και η παρακράτηση των χρημάτων της από το Ισραήλ ήταν προβλήματα που υπήρχαν εδώ και πολύ καιρό.
Οι καταστροφικές συνθήκες στη Λωρίδα της Γάζας, τα εμπόδια στη διεξαγωγή εκλογών εκεί, καθώς και η άρνηση του Ισραήλ να αποσυρθεί και η παρεμπόδιση της ανοικοδόμησης προϋπήρχαν επίσης των διαταγμάτων.
Η ανάγκη να δοθεί χρόνος για εθνικό διάλογο, να διαφυλαχτούν η ακεραιότητα και η διαφάνεια της εκλογικής διαδικασίας και να πραγματοποιηθούν διαβουλεύσεις με τις παλαιστινιακές παρατάξεις… αποτελούσε επίσης μακροχρόνιο και ευρέως αποδεκτό αίτημα μεταξύ των πολιτικών παρατάξεων και του λαού. Αυτές οι εκκλήσεις είχαν διατυπωθεί επανειλημμένα μέσω κάθε διαθέσιμου διαύλου, μέχρι σημείου εξάντλησης. Ωστόσο, εκείνοι που επέμεναν πεισματικά να προχωρήσουν μονομερώς στις εκλογές, με τους δικούς τους όρους και σύμφωνα με τις δικές τους διαδικασίες, ήταν η ηγεσία της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, της Παλαιστινιακής Αρχής και της επίσημης Φατάχ, και κανένας άλλος.
Γιατί, λοιπόν, αυτή η ηγεσία επέδειξε αυτό που θα μπορούσε να αποκληθεί «σοφία εκ των υστέρων»; Και γιατί χρειάστηκε τόσος χρόνος για να αναγνωρίσει συνθήκες που κάθε Παλαιστίνιος ήδη κατανοούσε;
Τακτική ή στρατηγική κίνηση
Μια αντικειμενική αξιολόγηση της συμπεριφοράς της ηγεσίας της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης ή της Φατάχ αποκαλύπτει ότι δεν υπήρξε ουσιαστική στρατηγική μετατόπιση στην πολιτική προσέγγισή της ή στην αποφασιστικότητά της να παραμείνει στην εξουσία. Αυτό το μοτίβο είναι εμφανές στη μακρά διαδοχή διαλόγων, πρωτοβουλιών και συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένης της Συμφωνίας της Μέκκας του 2007, της Συμφωνίας του Καΐρου του 2011, της Συμφωνίας της Ντόχα του 2012, της Συμφωνίας του Ας-Σάτι του 2014 και των συνεννοήσεων που επιτεύχθηκαν το καλοκαίρι του 2020. Ακολούθησαν οι ρυθμίσεις για τις εκλογές του Παλαιστινιακού Νομοθετικού Συμβουλίου, τις οποίες ο Αμπάς ακύρωσε στα τέλη Απριλίου του 2021, λίγο πριν από την προγραμματισμένη διεξαγωγή τους, αφού οι δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι η Χαμάς ήταν έτοιμη να νικήσει. Το ίδιο μοτίβο συνεχίστηκε με τη Διακήρυξη του Πεκίνου στις 23/7/2024, την οποία υπέγραψαν η Φατάχ, η Χαμάς και άλλες 12 παλαιστινιακές παρατάξεις. Η διακήρυξη ζητούσε μια κυβέρνηση εθνικής συναίνεσης, συμφωνημένη από τις παλαιστινιακές παρατάξεις, και την ενεργοποίηση ενός ενιαίου πλαισίου ηγεσίας για την ενίσχυση της πολιτικής σύμπραξης και της από κοινού λήψης αποφάσεων. Ωστόσο, ο Αμπάς και η ηγεσία της Φατάχ παραμέρισαν αυτές τις δεσμεύσεις, διαιωνίζοντας ένα μοτίβο μονομερούς λήψης αποφάσεων και αντιμετωπίζοντας το διάλογο ως τακτικό εργαλείο.
Ο διάλογος του Καΐρου
Παρά τη δέσμευσή τους να προωθήσουν την παλαιστινιακή συναίνεση και να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της τρέχουσας περιόδου, οι αρχικοί γύροι του διαλόγου του Καΐρου, που άρχισαν στις 14/10/2026 με τη συμμετοχή της Φατάχ, της Χαμάς, του κινήματος Ισλαμική Τζιχάντ στην Παλαιστίνη (PIJ) και του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP), έδειξαν ελάχιστα σημάδια ουσιαστικής προόδου. Η ηγεσία της Φατάχ εξακολουθεί να επιδιώκει να επιβάλει στις παρατάξεις της Αντίστασης όρους που αντιβαίνουν θεμελιωδώς στη φύση τους και στις ιδεολογικές δεσμεύσεις τους. Πρόκειται για τους ίδιους όρους που το Ισραήλ, οι ΗΠΑ και οι δυτικές δυνάμεις απέτυχαν να επιβάλουν, κυρίως μέσω των Συμφωνιών του Όσλο και των παραχωρήσεων που αυτές συνεπάγονταν. Δεδομένης της μακροχρόνιας και επαναλαμβανόμενης επιμονής της Φατάχ σε αυτούς τους όρους, τα διδάγματα των προηγούμενων διαπραγματεύσεων και συμφωνιών θα πρέπει να καθοδηγήσουν τις μελλοντικές προσπάθειες. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό υπό το πρίσμα του δικαιώματος όλων των Παλαιστίνιων να συμμετέχουν στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και να επιλέγουν ελεύθερα και ανεξάρτητα τους ηγέτες και τους εκπροσώπους τους.
Η συμμετοχή της Φατάχ στον διάλογο του Καΐρου φαίνεται επίσης ότι λειτούργησε ως πρόσχημα για να δικαιολογηθεί η αναβολή των εκλογών. Αυτή η ερμηνεία ενισχύεται από την εποικοδομητική αντίδραση των άλλων παρατάξεων στην αναβολή και την προθυμία τους να συμμετάσχουν σε σοβαρό διάλογο με στόχο την επίτευξη παλαιστινιακής συναίνεσης και τη διασφάλιση ελεύθερων και δίκαιων εκλογών.
Προσδοκίες και προοπτικές
Ο γράφων δεν αναμένει ότι ο διάλογος θα οδηγήσει σε κάποια σημαντική πρόοδο, είτε ως προς το σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής συναίνεσης, είτε ως προς την ουσιαστική ενεργοποίηση ενός ενιαίου πλαισίου ηγεσίας, είτε ως προς την εξασφάλιση αξιόπιστων εγγυήσεων για ελεύθερες και διαφανείς εκλογές εντός και εκτός Παλαιστίνης, στις οποίες θα συμμετέχουν όλα τα τμήματα της παλαιστινιακής κοινωνίας. Ωστόσο, αυτοί οι στόχοι παραμένουν ουσιώδεις και θα πρέπει να εξακολουθήσουν να επιδιώκονται. Εξίσου σημαντική είναι η ανάγκη να συμφωνηθούν κοινές προτεραιότητες για την αντιμετώπιση του σιωνιστικού σχεδίου και των προσπαθειών εξάλειψης του παλαιστινιακού ζητήματος. Αυτές οι προτεραιότητες θα πρέπει να περιλαμβάνουν ένα κοινό πρόγραμμα για την Ιερουσαλήμ, τη Λωρίδα της Γάζας, την επέκταση των εποικισμών και τον αναγκαστικό εκτοπισμό, καθώς και την αναζωογόνηση της παλαιστινιακής λαϊκής κινητοποίησης σε επίπεδο βάσης και της συνδικαλιστικής δράσης. Θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν τον τερματισμό της καταστολής των πολιτικών ελευθεριών από την ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής και την παύση των εκστρατειών στα μέσα ενημέρωσης και άλλων μορφών πολιτικής εχθρότητας.
– Ο καθηγητής Δρ. Μόχσεν Μοχάμαντ Σάλεχ είναι γενικός διευθυντής του εγκατεστημένου στη Βηρυτό Kεντρου Σπουδών και Διαβουλεύσεων Al-Zaytouna.
ΠΗΓΗ: Al-Zaytouna Centre for Studies and Consultations, 17/10/2026








