Τι άλλο πρέπει να συμβεί στα σχολεία ώστε να ιδρώσει το αυτί της κυβέρνησης και του υπουργείου Παιδείας για να αυξήσουν γενναία τη χρηματοδότηση; Ρητορικό είναι το ερώτημα, καθώς η δημόσια εκπαίδευση δεν θεωρείται κερδοφόρα επένδυση, ενώ αφειδώς δαπανώνται δισεκατομμύρια για τους πολεμικούς εξοπλισμούς, ώστε να πλουτίζουν τα πολεμοκάπηλα μονοπώλια και να συντηρείται το εθνικιστικό αφήγημα της ελληνικής αστικής τάξης. Μόνο το τελευταίο διάστημα καθημερινά σχεδόν είναι τα «ατυχήματα» στα δημόσια σχολεία της χώρας.
Τι να απαριθμήσει κανείς; Μόνο τον Οκτώβριο που διανύουμε:
- Στο Γυμνάσιο Βασιλικών στη Θεσσαλονίκη, μεγάλο κομμάτι σοβά αποκολλήθηκε από την οροφή αίθουσας και τραυμάτισε μαθητή κατά τη διάρκεια του μαθήματος.
- Στο 3ο Γενικό Λύκειο Λαμίας αποκολλήθηκαν σοβάδες σε χώρο του σχολείου και τέσσερις μαθητές μεταφέρθηκαν προληπτικά στο Νοσοκομείο.
- Στο 8ο Γυμνάσιο Κορυδαλλού τμήμα ψευδοροφής έπεσε στο κεφάλι μαθητή και τον τραυμάτισε στο πρόσωπο. Στο 5ο ΓΕΛ Κορυδαλλού έπεσαν πλακάκια και σοβάδες στις τουαλέτες.
- Στο Λύκειο Πεδινής Ιωαννίνων, το οποίο πρόσφατα «ανακαινίσθηκε» με το πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου» (!), τμήμα της ψευδοροφής αποκολλήθηκε και έπεσε στο κεφάλι μαθητή, ο οποίος τραυματίστηκε ελαφρά.
- Στο 23ο Δημοτικό Σχολείο Αχαρνών με την πρώτη βροχή πλημμύρισαν αίθουσες του σχολείου, καθώς τα νερά εισέβαλαν από τα παράθυρα.
- Στο Γενικό Λύκειο Νεοχωρίου παράθυρο αποκολλήθηκε πλήρως μαζί με το πλαίσιό του και έπεσε πάνω σε μαθητή της Α΄ Λυκείου, ο οποίος τραυματίστηκε ελαφρά στο κεφάλι και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Μεσολογγίου…
Τεράστια είναι τα προβλήματα στα δημόσια σχολεία με τα κακοσυντηρημένα και γερασμένα κτίρια, τις ακατάλληλες αίθουσες, τη στέγαση αιθουσών ή και ολόκληρων σχολείων σε κοντέινερς, κ.λπ.
Κι όμως το υπουργείο πανηγυρίζει για τα σετ εκπαιδευτικής ρομποτικής, τους διαδραστικούς πίνακες και άλλα τέτοια ευφάνταστα τρικ για να καλύψει την άθλια και αποκαρδιωτική εικόνα. Πανηγυρίζει για το πολυδιαφημισμένο πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου»-χορηγία των τεσσάρων συστημικών τραπεζών -η ταμπέλα με τα ονόματα των οποίων φιγουράρει έξω από τα σχολεία για να μας θυμίζει τους «εθνικούς ευεργέτες»- και το οποίο πρόγραμμα αφορά μόνο πασαλείμματα με ανακαίνιση προαυλίων και τουαλετών.
Η γκρίζα πραγματικότητα, όμως, του δημόσιου σχολείου δεν αλλάζει. Η υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης συνεχίζεται, όπως συνεχίζονται η χρόνια εγκατάλειψη των σχολικών κτιρίων, η ανάθεση από τους Δήμους των επισκευών σε εργολάβους που αποσκοπούν στο μέγιστο κέρδος, στις εργασίες «του ποδαριού» που γίνονται από αυτούς και μάλιστα σε ώρες λειτουργίας των σχολείων, η ανυπαρξία έμπειρων μηχανικών και τεχνικών που θα επιβλέπουν το έργο και στη συνέχεια θα το παραλαμβάνουν υπεύθυνα, η απέραντη χρονοβόρα γραφειοκρατία που αναγκάζει τα σχολεία σε συνεχή πάρε-δώσε και εκκλήσεις στις υπηρεσίες των Δήμων να προβούν στις αναγκαίες εργασίες, η μη ανέγερση νέων σύγχρονων και ασφαλών σχολικών μονάδων και η ύπαρξη εκατοντάδων παλιών επικίνδυνων και ακατάλληλων σχολικών κτιρίων, κ.λπ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Δήμος της Αθήνας, ο μεγαλύτερος της χώρας, είναι ο Δήμος όπου το 50% των σχολικών μονάδων έχει κατασκευαστεί πριν το 1960. Σύμφωνα με στοιχεία που κατέθεσε στις 15/9/19 σε ημερίδα της Ανώτατης Συνομοσπονδίας Γονέων (ΑΣΓΜΕ) για τη σχολική στέγη, ο πρόεδρος του ΔΣ του Σωματείου Εργαζομένων στις Κτιριακές Υποδομές ΑΕ (ΚΤΥΠ- διάδοχος του ΟΣΚ), το 50% των σχολικών κτιρίων είναι ηλικίας 30-50 ετών και μόνο στο 5% από αυτά έχουν γίνει σημαντικές εργασίες συντήρησης, ενώ το 65% πάσχει από σοβαρότατες φθορές, αλλά και κακοτεχνίες.
Ανάμεσα σ’ αυτά υπάρχουν πολλά ιστορικά σχολεία, διάσπαρτα σε όλη τη χώρα, που μετρούν έναν αιώνα ζωής και τα οποία έχουν χαρακτηριστεί ως διατηρητέα. Τα σχολεία αυτά λειτουργούν ακόμα με μικροσυντηρήσεις, γιατί το κόστος είναι τεράστιο, απαιτεί εξειδικευμένο προσωπικό και ειδικές προδιαγραφές συντηρήσεων, μελέτες κλπ. Είναι, λοιπόν, υπαρκτός ο κίνδυνος στο τέλος από ιστορικά κτίρια να μετατραπούν σε ιστορικά… φέρετρα.
Μόλις την περασμένη Ανοιξη η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Μηχανικών Δημοσίων Υπαλλήλων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών (ΠΟΕΜΔΥΔΑΣ) διοργάνωσε ημερίδα για την κατάσταση των σχολικών υποδομών.
Στο κείμενο που δημοσιεύτηκε αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής:
«Η χρηματοδότηση των αναγκαίων έργων στον τομέα της σχολικής στέγης, είναι ελλιπέστατη και αυτό έχει ως αποτέλεσμα μειωμένες συντηρήσεις, οι οποίες αποτελούν και το μεγαλύτερο πρόβλημα στη λειτουργία τους γιατί βγάζει συνεχή προβλήματα, ατυχήματα και αστοχίες με μεγάλους κίνδυνους για παιδιά και εκπαιδευτικούς. Όπως αναφέρθηκε ενδεικτικά το κράτος επιδοτεί τους Δήμους μόλις με 30 εκατ. € ετησίως για τα σχολειά, ενώ οι Δήμοι δαπανούν πάνω από 380 εκατ. € (τα οποία προφανώς και δεν επαρκούν).
Η ελλιπής συντήρηση οδηγεί σε «μη δομική τρωτότητα» (σοβάδες, υαλοπίνακες, φώτα, πόρτες, ψευδοροφές κλπ), αλλά υποσκάπτει συχνά και τη «δομική τρωτότητα» των σχολείων. Είναι αναγκαίο να θεσμοθετηθεί ετήσιος έλεγχος της «μη δομικής τρωτότητας» όλων των σχολικών κτιρίων, διότι από εκεί προκύπτουν τα περισσότερα προβλήματα και με τα στοιχεία το 1 στα 3 περίπου σχολεία αντιμετωπίζει προβλήματα αυτής της φύσης.
Οι αρμόδιες Τεχνικές Υπηρεσίες των Δήμων είναι ακραία υποστελεχωμένες (ειδικά στις κρίσιμες ειδικότητες των Μηχανικών) με πλήθος ευθυνών και δυστυχώς μηδενικές προοπτικές στελέχωσης, λόγω εξευτελιστικών αποδοχών. Αναφέρθηκαν πλήθος παραδειγμάτων όπου Υπηρεσίες με 3-5 Μηχανικούς έχουν στην αρμοδιότητα τους εκατοντάδες Σχολεία, ενώ απουσιάζουν εντελώς ειδικότητες όπως οι Ηλεκτρολόγοι και Μηχανολόγοι, τη στιγμή που στα σχολεία λειτουργούν Λεβητοστάσια, Πίνακες, Πυρόσβεση κλπ.
Ο Προσεισμικός έλεγχος που επιτέλους ξεκίνησε από τον Οργανισμό Αντισεισμικής Προστασίας με τη συνδρομή του ΤΕΕ, για πρώτη φορά κατέγραψε μέσω Φύλλων Ελέγχου, το σύνολο των δημόσιων κτιρίων στη χώρα, ως προς την ενδεχόμενη επικινδυνότητα τους σε σεισμικά φαινόμενα. Η κατάταξη των σχολείων – χωρίς να εγείρει αυτή τη στιγμή μεγάλους κινδύνους μια και το 92,92% των σχολικών μονάδων είναι χωρίς ευρήματα που να υποδηλώνουν κίνδυνο σε περίπτωση σεισμού – καταγράφει ένα 20% αυτών τα οποία θα έπρεπε να προχωρήσουν στη δεύτερη φάση Προσεισμικού Ελέγχου (σ.σ. η πρώτη φάση ήταν οπτικός προσεισμικός έλεγχος), για τον οποίο όμως επείγει να βρεθεί η απαιτούμενη χρηματοδότηση.
Οπως αναφέρθηκε και σε εισήγηση, «όλος ο Πρωτοβάθμιος Προσεισμικός έλεγχος κόστισε όσο 2 πύραυλοι Πάτριοτ». Η ολοκλήρωση του Προσεισμικού Ελέγχου σε συνδυασμό με τις αναγκαίες μόνιμες συντηρήσεις των Σχολικών Υποδομών, και τις επεμβάσεις όπου αυτές είναι απαραίτητες, είναι η καλύτερη διασφάλιση ώστε να μη θρηνήσουμε νέα Τέμπη στα σχολεία.
Η πρόσφατη κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών, δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα στην καθημερινή λειτουργία των Σχολείων, φορτώνοντας τις υποστελεχωμένες Υπηρεσίες με πολλαπλά γραφειοκρατικά βάρη, που αδυνατούν να διαχειριστούν.
Η υποκατάσταση των δημοσίων επενδύσεων και παρεμβάσεων, από ιδιωτικά σχήματα «δωρεών» από Τράπεζες (που έχουν απαλλαχθεί από τη φορολόγηση τους!), όπως το πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου», δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα στις Υπηρεσίες που αναγκάζονται να αναζητούν σχέδια, άδειες και παρεμβάσεις που έγιναν, από τους «δωρητές».
Η λογική να εξωραΐσουμε αισθητικά, εξωτερικά με βαφές τα σχολεία, ενώ παραμελούμε τις συντηρήσεις, επισκευές και αναγκαίες αποκαταστάσεις δε μπορεί να οδηγήσει πουθενά…»









