Θύμωσε το ΠΑΣΟΚΙΝΑΛ γιατί ο Μητσοτάκης τού έκλεψε -λέει- την ιδέα του «Κουμπαρά για τη Νέα Γενιά». Τον είχε εισηγηθεί το 2018 η Φώφη Γεννηματά, στο πλαίσιο πρότασης νόμου, λένε. Αλήθεια είν’ αυτό. Σε πρόταση νόμου που είχε καταθέσει το ΠΑΣΟΚΙΝΑΛ το 2018, το άρθρο 6 ανέφερε: «Καθιερώνεται ο θεσμός του “Εθνικού Αποταμιευτικού Λογαριασμού για το Παιδί”, με σκοπό την αποταμίευση για κάθε παιδί που γεννιέται ώστε να χρησιμοποιηθεί ως βατήρας από το ίδιο κατά τα πρώτα βήματα της ενηλικίωσής του. Το ποσό που θα αποταμιεύεται ετησίως καταβάλλεται εξ ημισείας από την οικογένεια και την Πολιτεία για τα δύο πρώτα παιδιά της οικογένειας».
Αυτό που δεν είπαν οι πονηροί πασόκοι είναι πως και αυτοί είχαν «κλέψει» την ιδέα από την υπό τον Τόνι Μπλερ κυβέρνηση των Εργατικών στη Βρετανία. Το 2005, η κυβέρνηση Μπλερ θεσμοθέτησε τα «Baby Bonds» (επίσημα γνωστά ως «Child Trust Funds»). Μάλιστα, το μέτρο ίσχυσε αναδρομικά για τρία χρόνια: για όλα τα παιδιά που γεννήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο από τον Σεπτέμβρη του 2002.
Το κράτος έδινε σε κάθε νεογέννητο ένα κουπόνι (voucher) 250 λιρών (500 λιρών για τις πιο φτωχές οικογένειες), ανοίγοντας έναν αφορολόγητο ειδικό λογαριασμό. Οταν το παιδί γινόταν 7 χρόνων, το κράτος «τσόνταρε» άλλες 250 λίρες. Γονείς, παππούδες, συγγενείς μπορούσαν να βάζουν χρήματα στο λογαριασμό, που ήταν κλειστός μέχρι το παιδί να γίνει 18 ετών. Τότε μπορούσε ν’ ανοίξει το λογαριασμό και να χρησιμοποιήσει ό,τι είχε μέσα για τις σπουδές του, για την αγορά πρώτης κατοικίας ή για την έναρξη μιας επιχείρησης.
Τα «Baby Bonds» καταργήθηκαν το 2011 από την κυβέρνηση Συντηρητικών-Φιλελεύθερων. Για ποιο λόγο; Γιατί η εργατική τάξη της Βρετανίας δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον συμμετοχής, καθώς δεν είχε τη δυνατότητα συμμετοχής. Σε εκατοντάδες χιλιάδες λογαριασμούς είχε μείνει μέσα μόνο η κρατική συμμετοχή (συν τους τόκους). Τα επόμενα χρόνια, μάλιστα, υπήρχαν παιδιά που είχαν πιάσει τα 18 και δεν αναζήτησαν τους λογαριασμούς, γιατί είχαν ξεχάσει και την ύπαρξή τους!
Η κυβέρνηση Μπλερ, η πιο δεξιά κυβέρνηση των Εργατικών, προσπάθησε να τυλίξει με λίγη ζάχαρη τα trickle-down economics του Θατσερισμού, πουλώντας τέτοια φούμαρα στη βρετανική εργατική τάξη. Οτι τάχα, από όλα τα μέτρα υπέρ των καπιταλιστών δημιουργείται κρατικός πλούτος που μοιράζεται στην εργατική τάξη, στους φτωχούς γενικότερα.
Μόνο που και το συγκεκριμένο μέτρο αποδείχτηκε ένα ταξικό μέτρο, καθώς η εργατική τάξη αδυνατούσε να βάλει λεφτά στον «κουμπαρά για το παιδί» που έφτιαξε το κράτος. Στο τέλος, η πλειοψηφία των εργατικών οικογενειών ξέχασε και την ύπαρξη ακόμα των λογαριασμών και αδιαφόρησε ακόμα και για τις 500 ή 1.000 λίρες που είχε βάλει το κράτος. Ενδιαφέρον έδειξαν μόνο τα σχετικά εύπορα μικροαστικά στρώματα που χρησιμοποίησαν τους λογαριασμούς αποταμιευτικά, ως ένα είδος ασφαλιστήριου συμβόλαιου. Ετσι, μετά την κατάργησή τους το 2011, καμιά κυβέρνηση δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να επαναφέρει τα «Baby Bonds», ούτε υπήρξε σχετικό εργατικό αίτημα.
Τα «Baby Bonds» του Μπλερ ήταν πιο έντιμα από τον «Κουμπαρά για τη Νέα Γενιά» του Μητσοτάκη. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασίλειου έβαζε 250+250 λίρες (ή 500+500 λίρες για τους φτωχότερους), ανεξάρτητα από τη συμμετοχή της οικογένειας, ενώ η ελληνική κυβέρνηση ακολουθεί τη λογική «θα βάζω αν βάζετε». Πρέπει οι οικογένειες να βάλουν λεφτά, για να βάλει το ισόποσο (μάξιμουμ 1.200 ευρώ το χρόνο) το κράτος. ‘Η αλλιώς, μόνο όποιοι έχουν λεφτά να βάλουν στον «κουμπαρά» θα παίρνουν μπόνους από το κράτος.
Στη χώρα μας, εδώ και καιρό, γίνεται ευρέως συζήτηση για τα μισθοσυντήρητα και τα συνταξιοσυντήρητα νοικοκυριά που τα λεφτά τους τελειώνουν στις 20 του μήνα. Ουδείς (ούτε οι πιο αμοραλιστές και κοινωνικά ανάλγητοι της κυβέρνησης Μητσοτάκη) τόλμησε ποτέ να αμφισβητήσει αυτή την αλήθεια. Τι κάνει αυτός ο κόσμος για να τα βγάλει πέρα; Πολλοί συνταξιούχοι εξακολουθούν να κάνουν μεροκάματα «μαύρα» (εβδομηντάχρονος οικοδόμος -!- έπεσε από τη σκαλωσιά πριν από μερικές μέρες). Οσοι βρίσκονται σε ηλικία που δεν μπορούν πια να εργαστούν «ξεραίνουν το σκατό τους και το κάνουν παξιμάδι», κατά το κοινώς λεγόμενο. Οι δε εργαζόμενοι αναζητούν μια δεύτερη δουλειά, «μαύρα» φυσικά. Αρκεί να δούμε σε ποιες ηλικιακές ομάδες ανήκουν οι εργαζόμενοι/ες στα ντελίβερι της εστίασης: πάει πια η εικόνα των νέων παιδιών, βλέπουμε ακόμα και μεσήλικες πάνω στα μηχανάκια.
Επίσης, μεγάλο μέρος των φοιτητών και φοιτητριών εργάζονται («μαύρα» κατά κανόνα και αυτοί/ές), γιατί η οικογένεια δεν μπορεί να καλύψει το σύνολο των εξόδων των σπουδών, ιδιαίτερα αν πρέπει να σπουδάσουν μακριά από τον τόπο κατοικίας της οικογένειας.
Σ’ αυτόν τον κόσμο της δουλειάς, λοιπόν, ο Μητσοτάκης λέει: βάλτε ένα κατοστάρικο κάθε μήνα, για να παίρνετε ένα κατοστάρικο από το κράτος και να βρει το παιδί σας μόλις κλείσει τα 18 ένα ποσό πάνω από 60.000 ευρώ (λιγότερα θα είναι, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα μας). Οσοι «τσιμπήσουν» θα είναι το… πρότυπο γονέων. Κι όσοι δεν μπορούν; Θα τους δείχνουν με το δάχτυλο σαν… αδιάφορους για το μέλλον των παιδιών τους.
Σε ένα πρώτο επίπεδο, δε δυσκολεύεται κανείς να συναγάγει το συμπέρασμα ότι το κράτος επιδοτεί τον πλούτο και καταδικάζει τη φτώχεια. Μιλάμε για την επιτομή του νεοφιλελευθερισμού.
Τα στοιχεία των τραπεζών δείχνουν ότι η αποταμίευση φθίνει. Τα ίδια στοιχεία δείχνουν ότι εφτά στους δέκα Ελληνες τηρούν στις τράπεζες λογαριασμούς μέχρι 1.000 ευρώ. Ποια εργατική οικογένεια θα πάρει αυτό το χιλιάρικο για να το «κλείσει» σ’ ένα λογαριασμό από τον οποίο δε θα μπορεί να το πάρει σε ώρα ανάγκης;
Οι παλαιότερες γενιές θυμούνται την πλύση εγκεφάλου στα σχολεία για την περιβόητη «αποταμίευση». Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, μάλιστα, μοίραζε κουμπαράδες ή βιβλιάρια με κάτι ψίχουλα στους μαθητές και τις μαθήτριες που έγραφαν την καλύτερη έκθεση σε κάθε τάξη (από την πέμπτη δημοτικού μέχρι και την τελευταία τάξη του εξατάξιου γυμνάσιου). Για να είναι καλή η έκθεση έπρεπε ο μαθητής να εκθειάσει την αποταμίευση ως αρετή των «νοικοκυραίων» και να αναφερθεί οπωσδήποτε στον μύθο του (τεμπέλη) τζίτζικα και του (εργατικού) μέρμηγκα.
Το επιμύθιο ήταν σαφές: και ο φτωχός μπορεί να κάνει αποταμίευση, αν ζει «νοικοκυρεμένα». Οποιος δεν αποταμιεύει είναι «τεμπέλης», «ακαμάτης», «ανοικοκύρευτος», «ζαμανφουτίστας». ‘Η, αλλιώς, η φτώχεια δεν είναι κοινωνικό αποτέλεσμα αλλά ατομική επιλογή. Αυτοί που δεν μπορούν να βάλουν ένα κατοστάρικο το μήνα στον «κουμπαρά» είναι… εκ πεποιθήσεως φτωχοί (ή – στην καλύτερη περίπτωση – ανίκανοι), όχι θύματα ενός εκμεταλλευτικού, ληστρικού συστήματος.
Αντί για αυξήσεις στους μισθούς, ώστε αυτοί να μπορούν να καλύψουν και τα έξοδα σπουδών των παιδιών, αντί για ουσιαστική κρατική φοιτητική μέριμνα (στέγαση, σίτιση κτλ.), οι νεοφιλελεύθεροι μηχανεύονται «κουμπαράδες», που μεταφέρουν στην οικογένεια όλη την ευθύνη. Το τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα (η εκμετάλλευση των εργατών) κουκουλώνεται με άθλια ιδεολογήματα.







