Με την ανακοίνωση των βαθμολογιών που πέτυχαν οι υποψήφιοι για τα ΑΕΙ έπεσε και η πρώτη αυλαία των πανελλαδικών εξετάσεων. Η τελευταία και φαρμακερή θα πέσει μετά τη συμπλήρωση των μηχανογραφικών που θα έχει ως βασικό προαπαιτούμενο τον άλλο βασικό κόφτη, την κατάκτηση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ).
89.032 υποψήφιοι (75.109 απόφοιτοι ΓΕΛ και 13.923 απόφοιτοι ΕΠΑΛ) φέτος «έβαλαν το κεφάλι τους στον ντορβά» των πανελλαδικών εξετάσεων, παλεύοντας για μια θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση από τις συνολικά 68.788 θέσεις. Κοντολογίς, 20.244 υποψήφιοι αμέσως αμέσως αποκλείονται από την εισαγωγή στα ΑΕΙ, χωρίς να υπολογίζουμε αυτούς που το κεφάλι τους θα κοπεί λόγω της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής.
Καταρχάς να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με το νόμο Κεραμέως (4777/17-2-2021, άρθρο 4Β), προϋπόθεση για να συμμετάσχει κάποιος υποψήφιος στη διαδικασία επιλογής για τις σχολές και τα τμήματα των Πανεπιστημίων είναι η επίτευξη στις πανελλαδικές εξετάσεις βαθμολογικής επίδοσης ίσης ή μεγαλύτερης από την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής ανά σχολή ή τμήμα ή εισαγωγική κατεύθυνση.
Δηλαδή, για να αποκτήσει απλά κάποιος υποψήφιος δικαίωμα συμπλήρωσης του μηχανογραφικού δελτίου, θα πρέπει οπωσδήποτε να έχει σημειώσει βαθμολογική επίδοση τουλάχιστον ίση με την χαμηλότερη ΕΒΕ (δηλαδή αυτή με συντελεστή το 0,8).
Η λαιμητόμος της ΕΒΕ εφαρμόστηκε για πρώτη χρονιά στις πανελλαδικές του Ιουνίου του 2021. Υπολογίζοντας ότι κάθε χρόνο αποκεφαλίζονται λόγω ΕΒΕ περίπου 25.000 υποψήφιοι, συμπεραίνουμε ότι μέσα στα 6 χρόνια εφαρμογής της (Ιούνιος 2021-Ιούνιος 2026) η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, έκανε το θαύμα που προσδοκούσε η κυβέρνηση Μητσοτάκη και όλος ο αστικός εσμός, αποκλείοντας από τα ΑΕΙ περίπου 150.000 υποψήφιους!
Με την ανακοίνωση των βαθμολογιών, στο σύνολο των Ομάδων Προσανατολισμού, οι υποψήφιοι έπεσαν κάτω από τη βάση σε ποσοστό πάνω από 50% (Αρχαία 55,67%, Ιστορία 52,10%, Μαθηματικά 50,59%) στα τρία αυτά μαθήματα. Παρόλ’ αυτά βελτιωμένη είναι η εικόνα στα Μαθηματικά, αφού το ποσοστό των υποψήφιων που έγραψε κάτω από τη βάση είναι μικρότερο από το περσινό (59,12%).
Την έκπληξη έκανε η Φυσική, όπου το 30,06% συγκέντρωσε βαθμολογίες 18-20. Στην Οικονομία το ποσοστό των υποψήφιων που έγραψε κάτω από 10 είναι 48,09%, στη Χημεία 41,68%, στην Πληροφορική 41,13%, στη Βιολογία 34,78% (στο σύνολο των Ομάδων Προσανατολισμού).
Παράλληλα με την ανακοίνωση των βαθμολογιών, οι σχολιαστές στα αστικά ΜΜΕ, ξεκίνησαν τις εκτιμήσεις για το πώς θα κινηθεί φέτος το «ασανσέρ» των βάσεων εισαγωγής.
Γενικά σημειώνουμε ότι η διαμόρφωση των βάσεων εξαρτάται από τον κλειστό αριθμό εισακτέων, τη ζήτηση ανά σχολή, και τις δηλώσεις που θα κάνουν οι υποψήφιοι στο μηχανογραφικό, συνυπολογίζοντας και τους συντελεστές βαρύτητας ανά τμήμα.
Στην Ομάδα Ανθρωπιστικών Σπουδών:
- Στα Αρχαία Ελληνικά σημειώθηκε Βατερλό. Το 55,67% των υποψήφιων (ημερήσια ΓΕΛ) έπεσε κάτω από τη βάση. Ακολουθεί η Ιστορία με ποσοστό κάτω από τη βάση 52,10%.
- Αντίθετα πάνω από 10 έγραψε το 84,98% των υποψήφιων στη Νεοελληνική Γλώσσα και το 65,03% στα Λατινικά.
Στην Ομάδα Θετικών Σπουδών και Σπουδών Υγείας (Ε.Π. Θετικών Σπουδών) την οποία κατά κανόνα επιλέγουν «γεροί» μαθητές:
- Η Χημεία ήταν η βασική τορπίλη. Το 40,38% των υποψήφιων έπεσε κάτω από τη βάση.
- Στις υψηλές τώρα επιδόσεις, το 20,5% των μαθητών στα Μαθηματικά έγραψε πάνω από 18 και στη Φυσική το 31,86% σημείωσε βαθμολογίες από 18-20.
Στην Ομάδα Θετικών Σπουδών και Σπουδών Υγείας (Ε.Π. Σπουδών Υγείας):
- Η Χημεία δίνει τον τόνο με το ποσοστό αυτών που πέφτει κάτω από βάση να είναι 43,06%. Ακολουθεί η Φυσική (39,71%) και η Βιολογία (34,78%).
- Οι «άριστοι» (βαθμολογίες 18-20) στη Φυσική ανέρχονται στο 28,14%.
Στην Ομάδα Σπουδών Οικονομίας και Πληροφορικής:
- Στα Μαθηματικά γίνεται διαχρονικά το μεγάλο πατατράκ. Το 64,07% των υποψήφιων έγραψε κάτω από βάση. Πολύ υψηλά ποσοστά αποτυχίας σημειώνουν και η Οικονομία (48,09%) και η Πληροφορική (41,13%).
- Στην Πληροφορική, το ποσοστό στις πολύ υψηλές βαθμολογίες (18-20) ανέρχεται σε 16,41%.
Πανελλαδικές: κακοφορμισμένο σπυρί πάνω σ’ ένα σάπιο σώμα
Οι πανελλαδικές εξετάσεις φυλάσσονται ως κόρη οφθαλμού, αφού υπηρετούν τη βασική στρατηγική του συστήματος εξουσίας, που επιδιώκει τον δραστικότατο περιορισμό της πρόσβασης στα ΑΕΙ των παιδιών της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Συμπληρώνονται δε και από άλλους έντονους ταξικούς φραγμούς, όπως η Τράπεζα θεμάτων σε όλες τις τάξεις του Λυκείου, ένα είδος δηλαδή μίνι πανελλαδικών εξετάσεων για την προαγωγή από τάξη σε τάξη, η βόμπα της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, οι συντελεστές βαρύτητας και βεβαίως ο «κλειστός αριθμός» εισακτέων, που τα τελευταία χρόνια έχει πέσει στα τάρταρα.
Αποτελούν την «ιερή αγελάδα» του συστήματος, γι’ αυτό και ο Μητσοτάκης και η Ζαχαράκη φρόντισαν να κάνουν ξεκάθαρο ότι αυτές θα παραμείνουν ακόμη κι αν ευοδωθεί ο «διάλογος» για το Εθνικό Απολυτήριο, που θα κάνει το σύστημα εισαγωγής ακόμη πιο σκληρό, μιας και θα απαιτούνται τρεις συν μία εξετάσεις για την εισαγωγή στα ΑΕΙ.
Ολοι όσοι, λοιπόν, προσεγγίζουν τις πανελλαδικές εξετάσεις «τεχνικά» (σχολιασμός θεμάτων διαβαθμισμένης δυσκολίας και αν αυτά πέτυχαν το στόχο τους λειτουργώντας θετικά στην κατάταξη των υποψηφίων σε όλο το εύρος της βαθμολογίας, εκτιμήσεις διακύμανσης βάσεων εισαγωγής κ.λπ.) αποκρύπτουν την ουσία. Και αυτή δεν είναι άλλη από το ότι οι πανελλαδικές εξετάσεις είναι ένα κακοφορμισμένο σπυρί, ένα καρκίνωμα πάνω σ’ ένα σάπιο σώμα, το σώμα του αστικού σχολείου.
Τι κρύβεται πίσω απ’ την κουρτίνα, το έχουμε γράψει πάμπολλες φορές:
Στο καπιταλιστικό σύστημα, το σχολείο, ως προθάλαμος της παραγωγής, αναλαμβάνει να προετοιμάσει προσωπικότητες ικανές να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των αφεντικών για αύξηση της κερδοφορίας τους. Προσωπικότητες, δηλαδή, «λειψές» και όχι ολοκληρωμένες με στέρεες πλατιές γνώσεις και κριτική σκέψη, που επιπλέον έχουν αποδεχθεί και σωματοποιήσει την οσφυοκαμψία έναντι κάθε ισχυρού.
Σ’ αυτό το στόχο υποτάσσεται ολόκληρη η εκπαιδευτική διαδικασία, με τις υποπαραμέτρους της:
- Το περιεχόμενο των αναλυτικών προγραμμάτων και των σχολικών εγχειριδίων, την έκταση της ύλης και τον δυσανάλογο βαθμό δυσκολίας της σε σχέση με τις νοητικές προσλαμβάνουσες των μαθητών.
- Τη διαμόρφωση των ωρολόγιων προγραμμάτων με την κατανομή των ωρών ανάμεσα στα γνωστικά αντικείμενα.
- Την επιβράβευση της παπαγαλίας και την απουσία της αναλυτικο-συνθετικής μεθόδου.
- Το στραγγαλισμό και όχι την ανάδειξη των ιδιαίτερων κλίσεων και χαρισμάτων των μαθητών.
- Την προώθηση των παντός είδους αντιδραστικών ιδεολογημάτων της αστικής τάξης φρονηματικού τύπου, μέσω κυρίως των λεγόμενων ανθρωπιστικών σπουδών.
- Τη σχέση δάσκαλου-μαθητή, που αναπτύσσεται στρεβλά μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο.
- Τις παντός είδους αξιολογικές κρίσεις και εξετάσεις των μαθητών (π.χ. βαθμολογία, τεστ, διαγωνίσματα, προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις με Τράπεζα θεμάτων) που λειτουργούν ως μηχανισμός κατάταξης-κατηγοριοποίησης, αποθεώνουν τις ικανότητες απομνημόνευσης, εντείνουν το άγχος, την αγωνία, βοηθούν στην ενσωμάτωση της απόρριψης και προετοιμάζουν τους νέους για το σκληρό κοινωνικό σύστημα της επιλογής, κ.ά.
Και βέβαια δεν μπορούμε να μιλάμε για «ίσες ευκαιρίες» σε μια ταξικά διαχωρισμένη κοινωνία. Είναι άλλες οι αφετηρίες από τις οποίες ξεκινούν τα παιδιά των εργατών, των αγροτών, των φτωχών, των περιθωριοποιημένων κοινωνικά από τις αφετηρίες των παιδιών των προερχόμενων από μεσαία και υψηλά κοινωνικο-οικονομικά στρώματα, από στρώματα με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και ενδιαφέροντα και άλλη η εξέλιξή τους, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ενώ το σχολείο ελάχιστα μπορεί να εκπληρώσει τον περίφημο «αντισταθμιστικό» του ρόλο, με μειωμένη μάλιστα στο ελάχιστο κρατική επιχορήγηση.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, ακόμη και ο καλός δάσκαλος, αυτός που πασχίζει με όλες του τις δυνάμεις να μεταλαμπαδεύσει στα παιδιά όσες γνώσεις έχει, αυτός που πασχίζει να διαπεράσει τα σκοτάδια, καλλιεργώντας την οξύνοια, την κρίση, τη δημιουργικότητα, τη συλλογική προσπάθεια, έχει ελάχιστα περιθώρια.
Τη χαριστική βολή τη δίνει το εξεταστικοκεντρικό σύστημα, ειδικά οι εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ολο το σχολείο στροβιλίζεται γύρω από αυτές και εξαφανίζεται κάθε άλλη πολύπλευρη λειτουργία του, αφού από την επιτυχία σε αυτές καθορίζεται λίγο-πολύ και η επαγγελματική σταδιοδρομία και εξέλιξη (μιλάμε γενικά και όχι για τις περιόδους μεγάλης κρίσης και τεράστιας ανεργίας), που είναι στόχοι επίτευξης της κοινωνικής καταξίωσης.
Μέσα σ’ αυτό το σύστημα, το φροντιστήριο έρχεται ως αναγκαία παράπλευρη δραστηριότητα, προσφέροντας «λύσεις» και «συνταγές επιτυχίας» ασφαλώς σε εκείνους που έχουν την οικονομική δυνατότητα.
Η αστική τάξη, θορυβημένη από την ισχυρή, ιστορικά διαμορφωμένη, τάση της ελληνικής εργαζόμενης κοινωνίας για πανεπιστημιακή μόρφωση, φυλάει ως κόρη οφθαλμού τον ταξικό φραγμό των πανελλαδικών εξετάσεων. Οσα φτιασιδώματα κι αν του κάνει κατά καιρούς, ο πυρήνας του μένει αναλλοίωτος. Είναι ο «κλειστός αριθμός» εισακτέων (numerus clausus), αυτός που θα πει την τελευταία λέξη. Αυτός είναι που βάζει «το ταβάνι» σε αυτούς που θα εισαχθούν κάθε φορά στα ΑΕΙ, ανεξάρτητα από τα εάν τα θέματα των εξετάσεων είναι δύσκολα ή εύκολα και βεβαίως και ο πρόσθετος ταξικός φραγμός της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής.
Ο «κλειστός αριθμός» και η ΕΒΕ είναι οι στρόφιγγες που ρυθμίζουν τη ροή προς την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ανάλογα με τις ανάγκες του συστήματος, οι τορπίλες των θεμάτων διαβαθμισμένης δυσκολίας απλώς κατανέμουν αυτήν τη ροή, κατασκευάζοντας ποσοστά «αρίστων» και «αποτυχημένων».
Κοντολογίς, οι εξετάσεις δε μπορούν να κρίνουν την ικανότητα των νέων να σπουδάσουν. Αλλωστε οι πιο ευκατάστατοι οικονομικά τελικά αυτό το επιτυγχάνουν σπουδάζοντας σε πανεπιστήμια του εξωτερικού ή και στα ιδιωτικά του εσωτερικού, τα οποία η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέβαλε καταστρατηγώντας το άρθρο 16 του Συντάγματος και πανεπιστημιοποιώντας τα κολλέγια, ενώ στη συνέχεια φρόντισε να δημιουργήσει μεγάλη δεξαμενή «πελατών», ακόμη και με τις διαγραφές των λεγόμενων «αιώνιων φοιτητών». Είναι η διαδικασία, που συγκαλύπτει την πραγματικότητα, είναι το φωτοστέφανο της ταξικής διαφοροποίησης της κοινωνίας.
Ταυτόχρονα οι εξετάσεις, ειδικά τα αποτελέσματά τους, γίνονται το όχημα για την επιβολή της αξιολόγησης σχολικών μονάδων και εκπαιδευτικών. Τα «μαθησιακά αποτελέσματα» γίνονται κριτήριο κατηγοριοποίησης-κατάταξης. Οι εκπαιδευτικοί αίρουν όλες τις αμαρτίες του αστικού σχολείου και οι ευθύνες και επιλογές του συστήματος και των διαχειριστών του καθίστανται αφανείς.
Το συμπέρασμα είναι ότι ο θεσμός των πανελλαδικών δεν παίρνει διορθώσεις και φτιασιδώματα. Ο αγώνας για την ελεύθερη πρόσβαση στο πανεπιστήμιο, για την κατάργηση του σκληρού ταξικού φραγμού των πανελλαδικών εξετάσεων θα ανακουφίσει τα παιδιά της εργαζόμενης κοινωνίας, που πλήττονται από ατέλειωτους ταξικούς φραγμούς. Το αδιαπραγμάτευτο, όμως, δικαίωμα της νεολαίας στην χωρίς φραγμούς μόρφωση θα επιτευχθεί μόνο με την ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης.
Γιούλα Γκεσούλη








