Εντατικές διαβουλεύσεις γίνονται τον τελευταίο καιρό στο Κάιρο, από τη μια μεταξύ των παλαιστινιακών παρατάξεων και από την άλλη μεταξύ της Παλαισατινιακής Αντίστασης και των διαμεσοβητών από το Κατάρ και την Αίγυπτο, στους οποίους έχει προστεθεί και η Τουρκία.
Σε ανακοίνωσή της στις 11 Ιούνη, η Χαμάς ανέφερε ότι οι συνεχιζόμενες συναντήσεις μεταξύ των παλαιστινιακών παρατάξεων στο Κάιρο υπήρξαν θετικές και εποικοδομητικές, με ευρεία σύγκλιση να διαμορφώνεται γύρω από μια ενιαία εθνική θέση σχετικά με τον οδικό χάρτη που προτάθηκε για την εφαρμογή της δεύτερης φάσης του λεγόμενου «ειρηνευτικού» σχεδίου του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Το Κίνημα δήλωσε επίσης ότι συνεχίζει τις συνομιλίες με τους διαμεσολαβητές «με θετικό και υπεύθυνο πνεύμα», προκειμένου να διασφαλιστεί η επιτυχία του τρέχοντος γύρου διαπραγματεύσεων, να προστατευτεί ο παλαιστινιακός λαός και να ματαιωθούν οι ισραηλινοί στόχοι. Πρόσθεσε ότι οι διαπραγματεύσεις έχουν πετύχει «πραγματική πρόοδο», πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί περαιτέρω πρόοδος, ενώ παράλληλα ζήτησε τον τερματισμό των ισραηλινών παραβιάσεων και εγκλημάτων στη Γάζα και την πλήρη εφαρμογή όλων των δεσμεύσεων.
Χτες, ο εκπρόσωπος της Χαμάς, Χάζεμ Κάσεμ, δήλωσε ότι οι παλαιστινιακές παρατάξεις έχουν καταλήξει σε σημαντικές συνεννοήσεις με τους διαμεσολαβητές από το Κατάρ, την Αίγυπτο και την Τουρκία σχετικά με την εφαρμογή του ειρηνευτικού σχεδίου για τη Γάζα. Οι συζητήσεις κάλυψαν την πρώτη φάση της συμφωνίας και τους μηχανισμούς της δεύτερης φάσης, συμπεριλαμβανομένης της συγκρότησης μιας εθνικής επιτροπής για τη διοίκηση της Λωρίδας της Γάζας.
Ο Κάσεμ σημείωσε ότι, παρότι σημειώθηκε πρόοδος με τους τρεις διαμεσολαβητές, οι προτάσεις που παρουσίασε ο απεσταλμένος Νικολάι Μλαντένοφ έρχονται σε αντίθεση με αυτές τις συνεννοήσεις. Το Κίνημα δήλωσε ότι η προσέγγιση του Μλαντένοφ αντανακλά τη σκοπιά της ισραηλινής κατοχής και, ως εκ τούτου, παρεμποδίζει την επίτευξη οριστικής συμφωνίας.
Οι παλαιστινιακές παρατάξεις βρίσκονται επί του παρόντος σε διαβουλεύσεις για τη διαμόρφωση ενιαίας απάντησης, με στόχο τον τερματισμό της συνεχιζόμενης επίθεσης, τη διευκόλυνση της παροχής βοήθειας και τη διασφάλιση της ανοικοδόμησης.
Αναδημοσιεύουμε και μια πολιτική ανάλυση του καθηγητή Δρ. Μόχσεν Μοχάμαντ Σάλεχ, διευθυντή του εγκατεστημένου στη Βηρυτό Al-Zaytouna Centre for Studies and Consultation. Το άρθρο δημοσιεύτηκε χτες.
Πολιτική ανάλυση: Η Λωρίδα της Γάζας και το Μνημόνιο Κατανόησης ΗΠΑ–Ιράν
Του καθηγητή Δρ. Μόχσεν Μοχάμαντ Σάλεχ
Επιπτώσεις για τη Λωρίδα της Γάζας
Υπάρχουν δύο ανταγωνιστικά σενάρια σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις για τη Λωρίδα της Γάζας.
Το πρώτο σενάριο υποστηρίζει ότι οι συνέπειες θα είναι αρνητικές. Βασίζεται στην υπόθεση ότι η στροφή του Ιράν από την αντιπαράθεση προς τον συμβιβασμό και την περιφερειακή και διεθνή ενσωμάτωση θα το οδηγήσει να δώσει προτεραιότητα στην εσωτερική ανάπτυξη και την ανοικοδόμηση. Αυτό, με τη σειρά του, θα μειώσει την εμπλοκή του στην αντιπαράθεση με το ισραηλινό σχέδιο και θα αποδυναμώσει την περιφερειακή του εστίαση. Ως αποτέλεσμα, το παλαιστινιακό ζήτημα είναι πιθανό να υποχωρήσει στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων του Ιράν, ιδιαίτερα δεδομένου του υψηλού κόστους που έχει επωμιστεί και της ύπαρξης περιφερειακών κρατών που έχουν εξομαλύνει τις σχέσεις τους με το Ισραήλ και είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ.
Ωστόσο, το σενάριο αυτό υποθέτει επίσης ότι ακόμη και αν το Ιράν διατηρήσει τη θεμελιώδη θέση του απέναντι στην ισραηλινή κατοχή, τη Γάζα, την Ιερουσαλήμ και την Παλαιστίνη και τον λαό της, η υποστήριξή του θα περιορίζεται ολοένα και περισσότερο στο πολιτικό και επικοινωνιακό πεδίο, με περαιτέρω απομάκρυνση από τη στρατιωτική και οικονομική στήριξη της Αντίστασης.
Επιπλέον, θεωρεί πιθανότερη την εδραίωση μιας μονομερούς ισραηλινοαμερικανικής κυριαρχίας επί της Γάζας και του παλαιστινιακού ζητήματος, συμπεριλαμβανομένων προσπαθειών διαγραφής του, παράλληλα με μια επιταχυνόμενη πορεία αραβοϊσλαμικής εξομάλυνσης των σχέσεων με το Ισραήλ. Αυτό θα σήμαινε μια αυξανόμενη τάση αντιμετώπισης της Γάζας κυρίως ως ανθρωπιστικού ζητήματος ανακούφισης, παρά ως πολιτικού ζητήματος ή ζητήματος απελευθέρωσης από την κατοχή.
Το δεύτερο σενάριο υποστηρίζει ότι:
• Εφόσον το Ιράν έχει εδραιωθεί ως αναντικατάστατος περιφερειακός παράγοντας,
• και εφόσον έχει καταρρεύσει η υπόθεση της αλλαγής καθεστώτος στην οποία πολλοί είχαν επενδύσει,
• και εφόσον οι φιλοδοξίες του Ισραήλ για μια «νέα Μέση Ανατολή» έχουν «εξατμιστεί»,
• και εφόσον η αξία του Ισραήλ ως δυνητικού στρατηγικού συμμάχου έχει μειωθεί σημαντικά στα μάτια των κρατών του Κόλπου και της ευρύτερης περιοχής,
• και εφόσον οι ΗΠΑ, παρά το καθεστώς τους ως «μεγάλης δύναμης», απέτυχαν να διασφαλίσουν το Στενό του Ορμούζ ή να προστατεύσουν πλήρως τους συμμάχους τους,
• και εφόσον το Ιράν εξήλθε από τον πόλεμο με μια πιο σκληροπυρηνική και αποφασιστική ηγεσία, με ισχυρότερη βούληση να εκδικηθεί ό,τι θεωρεί προσβολή της αξιοπρέπειάς του, της ηγεσίας του και του Ανώτατου Ηγέτη του, καθώς και με ενισχυμένο ρόλο για το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC),
• και εφόσον έχει καταφέρει να αναπληρώσει μεγάλο μέρος των στρατιωτικών του δυνατοτήτων,
• και εφόσον κατάφερε να επιβάλει παύση των εχθροπραξιών στον Λίβανο στο πλαίσιο του Μνημονίου Κατανόησης, ενώ παραμένει έτοιμο να επιστρέψει στον πόλεμο και να πλήξει το Ισραήλ αν συνεχιστεί η ισραηλινή επιθετικότητα στον Λίβανο,
• και εφόσον η αξία της Λιβανικής και της Παλαιστινιακής Αντίστασης έχει αυξηθεί στους υπολογισμούς της εθνικής ασφάλειας του Ιράν,
τότε όλα αυτά αποτελούν σαφή ένδειξη ότι το Ιράν εξακολουθεί να αποδίδει σημαντική βαρύτητα στους συμμάχους του και στις περιφερειακές παραμέτρους και ότι η προοπτική μιας ιρανικής εσωτερικής «αναδίπλωσης» παραμένει απίθανη.








