Τα τελευταία πολύ σημαντικά γεγονότα στον Περσικό κόλπο και η αμερικανοσιωνιστική επίθεση κατά του Ιράν επανέφεραν το ενδιαφέρον όχι μόνο για την πρόσφατη αλλά και για την παλαιότερη ιστορία της περιοχής, για την οποία πρέπει να παραδεχτούμε ότι υπάρχει τρομερή άγνοια. Μια άγνοια πού, στην καλύτερη περίπτωση, εξαιρεί τους ελληνοπερσικούς πολέμους της αρχαιότητας και την εκστρατεία του Αλέξανδρου του Μέγα, αλλά χτυπάει κόκκινο όταν υπάρχουν ακόμα έλληνες διπλωμάτες (!) που αναρωτιούνται αν στην Τεχεράνη κυκλοφορούν καμήλες!
Δεν είναι μόνο η έλλειψη ουσιαστικών πληροφοριών για την μεγάλη αυτή χώρα της νοτιοδυτικής Ασίας, αλλά και η πλήρης διαστρέβλωση όσων συμβαίνουν εκεί, αφού το Ιράν, μετά την επανάσταση του 1979, έχει τεχνηέντως ταυτιστεί στη Δύση με την «τρομοκρατία» και με μια καθυστερημένη θεοκρατική κοινωνία, στην οποία οι γυναίκες δεν έχουν κανένα δικαίωμα. Η προπαγάνδα είναι μονομερής και καταθλιπτική, ενσταλάζοντας στο μυαλό και στη συνείδηση των ανθρώπων μόνο ψέματα που υπηρετούν το δυτικό ιμπεριαλιστικό αφήγημα.
Το πρόσφατα εκδοθέν στην Ελλάδα βιβλίο του αντικαθεστωτικού (αυτό έχει τη σημασία του) ιστορικού Ερβαντ Αμπραχαμιάν έρχεται να διαλύσει πολλούς από τους μύθους και τα ψέματα αυτής της κατασκευασμένης αφήγησης, συμβάλλοντας στην αποδαιμονοποίηση του καθεστώτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ο συγγραφέας, Ιρανός αρμενικής καταγωγής, με σπουδές στην Οξφόρδη και το Κολούμπια, με αμερικανική υπηκοότητα και μόνιμη κατοικία στις ΗΠΑ, καλύπτει στο βιβλίο του τον εικοστό αιώνα της ιστορίας του Ιράν, από το 1890 ως το 2000.
Η αξία αυτού του βιβλίου έγκειται στο πλήθος των πληροφοριών, στη λεπτομερή παράθεση των σημαντικών ιστορικών γεγονότων και στην αποφυγή εύκολων κρίσεων και απλουστεύσεων που αγνοούν τους ιστορικούς και κοινωνικούς παράγοντες.
Εννοείται ότι οι όποιες μαρξιστικές καταβολές του συγγραφέα δεν αποτελούν εχέγγυο για τις ελάχιστα διαφαινόμενες σε ορισμένα σημεία απόψεις του, πολύ περισσότερο που για τους έλληνες αναγνώστες δεν υπάρχουν εγχώριες βιβλιογραφικές δυνατότητες διασταύρωσης των όσων αναφέρονται στη Σύγχρονη Ιστορία του Ιράν.
Ωστόσο, όπως θα δούμε παρακάτω, μπορούν να εξαχθούν μερικά ασφαλή συμπεράσματα για τα όσα διαδραματίστηκαν τα τελευταία εκατό χρόνια στη χώρα αυτή.
Η Συνταγματική Επανάσταση του 1906
Ο πρώτος μεγάλος σταθμός στη ιστορία του σύγχρονου Ιράν είναι η Συνταγματική Επανάσταση του 1906, που σήμανε την αρχή του τέλους της δυναστείας των Κάτζαρων (1796-1925). Το καθεστώς των Κάτζαρων, που αντιπροσώπευε το καθυστερημένο και απομονωμένο Ιράν του 19ου αιώνα, συνδέθηκε με τη ρωσική (τσαρική) και βρετανική οικονομική διείσδυση και επιρροή. Το 1872, ο κάτζαρος ηγέτης Νάσερ Αλ-Ντίνα Σαχ πούλησε στον βαρόνο Τζούλιους ντε Ρόιτερ (που έδωσε το όνομα του στο ομώνυμο πρακτορείο ειδήσεων) το αποκλειστικό δικαίωμα κατασκευής όλων ανεξαιρέτως των υποδομών της χώρας έναντι ευτελούς ποσού, ενώ αργότερα, το 1891, ο ίδιος πούλησε το μονοπώλιο καπνού στον συνταγματάρχη Τάλμποτ.
Ακόμα σημαντικότερη ήταν η ίδρυση από τη Βρετανία της Αυτοκρατορικής Τράπεζας, που έλεγχε πλήρως την εκτύπωση των τραπεζογραμματίων, και η δημιουργία της Anglo-Persian Oil Company, στην οποία παραχωρήθηκαν οι γεωτρήσεις πετρελαίου. Στο βορρά της χώρας, οι Ρώσοι είχαν επιτύχει τις δικές τους συμφωνίες και προνόμια.
Η, παράλληλη με την οικονομική, μορφωτική διείσδυση της Δύσης και η εκπαίδευση των γόνων των πλούσιων ιρανικών οικογενειών στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια δημιούργησαν τρόπον τινά μια ιρανική ιντελιγκέντσια επηρεασμένη από το Διαφωτισμό και τις προοδευτικές ιδέες, που σε συνδυασμό με τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα, το φόβο του ολοκληρωτικού ξεπουλήματος στα ξένα συμφέροντα και την τεράστια διαφθορά του καθεστώτος των Κάτζαρων, συνέβαλε καθοριστικά σε εξεγέρσεις με επικεφαλής θρησκευτικές προσωπικότητες και στην υποχώρηση της κυβέρνησης, που στις 5 Αυγούστου του 1906 υπέγραψε διάταγμα για εθνικές εκλογές.
Μια νέα μεσαία και ανώτερη αστική τάξη άρχισε να ενδυναμώνεται και πλήθος εφημερίδων, κομμάτων και οργανώσεων να δημιουργείται. Ενας σοσιαλιστικός κύκλος με το όνομα Χεμμάτ (Προσπάθεια) άρχισε να συνεργάζεται στενά με το Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα.
Ο νέος συνταγματικός χάρτης, που ψηφίστηκε τον Δεκέμβρη του 1906 και ίσχυσε λίγο πολύ μέχρι το 1979, καθιέρωσε τα σιιτικά σύμβολα στη σημαία και ανακήρυξε τον σιιτισμό (που ούτως ή άλλως είχε επιβληθεί μετά το 1505) ως επίσημη θρησκεία με μεγάλες εξουσίες σε όλο το φάσμα μιας αρκετά αποκεντρωμένης διακυβέρνησης. Τότε (το 1906), ιδρύθηκε το εκλεγμένο από κληρικούς Συμβούλιο των Φρουρών, που ενεργοποιήθηκε μετά την επανάσταση του 1979. Είναι εμφανές ότι οι βαθιές σιιτικές ρίζες αιώνων στο Ιράν, που πάντα έπαιζαν τεράστιο ρόλο στα κοινωνικά δρώμενα, μετέτρεψαν ένα θρησκευτικό κίνημα σε πολιτική δύναμη κοσμικού χαρακτήρα, με αποκορύφωμα την επικράτησή του μετά τη λαϊκή επανάσταση του 1979.
Η νέα συνταγματική τάξη γρήγορα κυριαρχήθηκε από τους γόνους τριών κυρίως πλούσιων οικογενειών γαιοκτημόνων και ακόμα πιο γρήγορα στο στόχαστρο των «μετριοπαθών» συντηρητικών μπήκαν ο «αθεϊσμός», ο «υλισμός» και ο «αναρχισμός». Το μοναρχικό πραξικόπημα του 1908 ακολούθησαν φονικές εσωτερικές διαμάχες και εν τέλει ένας συμβιβασμός με την παλιά τάξη πραγμάτων.
Η διαφθορά, το ξεπούλημα και τα δάνεια από Ρώσους και Αγγλους συνεχίστηκαν, με αποκορύφωμα την Αγγλοπερσική Συμφωνία του 1919, μέσω της οποίας η Βρετανία επιχείρησε ανεπιτυχώς να ενσωματώσει στις «κτήσεις» της την Περσία. Η Συμφωνία ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων από εθνικοανεξαρτησιακές δυνάμεις, ενώ παράλληλα ο «μπολσεβίκικος κίνδυνος» άρχισε να γίνεται πιο ορατός.
Το πραξικόπημα του 1921
Η τρίτη μεγάλη ιστορική περίοδος για τον Ιράν ξεκινά το 1921 με το πραξικόπημα του στρατιωτικού διοικητή της φρουράς των Κοζάκων, Ρεζά Χαν, ενός ανθρώπου συνδεδεμένου με τα βρετανικά συμφέροντα και με τη φιλοδοξία να «σώσει» τη χώρα από τον μπολσεβικισμό. Παραπλανητικά, ο Ρεζά Σαχ βελτίωσε τις σχέσεις με τη Σοβιετική Ενωση, η οποία εντίμως και όπως προέβλεπε το πρόγραμμα των Μπολσεβίκων παραιτήθηκε από τις τσαρικές συμφωνίες, και αφού αυτοστέφθηκε Σάχης το 1925, προχώρησε ταχύτατα στην οικοδόμηση μιας σιδερένιας συγκεντρωτικής εξουσίας στηριγμένης στο στρατό, τη γραφειοκρατία και τη φορολογία.
Ενας εκσυγχρονιστικός μοναρχικός οδοστρωτήρας με δυτικής έμπνευσης μεταρρυθμίσεις ενοποίησε γλωσσικά και διοικητικά την Περσία που το 1934 μετονομάστηκε σε Ιράν (προς δόξα των αρχαίων Αρίων), ενίσχυσε την εγχώρια αστική τάξη, τον κρατισμό και την αρχαιοπληξία, επέβαλε τη δυτικού τύπου ενδυμασία και προώθησε τη διάδοση και έλεγχο της θρησκείας, ακολουθώντας το Ναπολεόντειο δόγμα: Δεν μπορείς να κυβερνήσεις ανθρώπους που δεν πιστεύουν στο θεό. Τους πυροβολείς. Εκσυγχρόνισε το δικαστικό σύστημα με τον απαραίτητο σεβασμό της σαρίας και φυσικά έχτισε για τους αντιπάλους του μια τεράστια ιρανική Βαστίλη.
Γρήγορα, η διαφθορά της στρατιωτικής μοναρχίας, οι μηδαμινές επιδόσεις της σε βασικούς κοινωνικούς τομείς όπως η υγεία, ο προκλητικός πλούτος της άρχουσας τάξης και η τεράστια περιουσία του ίδιου του Σάχη, που ξεπερνούσε τα 3 εκατ. λίρες και τα 12 εκατ. στρέμματα γης, οδήγησαν μια νέα αντιπολίτευση, επηρεασμένη από την διεθνή αριστερά της ταραχώδους δεκαετίας του 1930, σε δυσπιστία και σύγκρουση με το καθεστώς.
Τα αποκαλυπτήρια της επί της ουσίας υποτελούς πολιτικής του ήταν η νέα συμφωνία με την Anglo-Iranian Oil Company, που παρέτεινε τα δικαιώματα εκμετάλλευσης του πετρελαίου από τους Βρετανούς μέχρι το 1993. Ολα αυτά οδήγησαν στην παραίτηση του Σάχη το 1941, εν μέσω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ώστε ο νέος Σάχης, γιος του προηγούμενου, να αναγκαστεί να συνεργαστεί με τους συμμάχους Σοβιετική Ενωση και Αγγλία, προκειμένου να αποτραπεί η γερμανική επιρροή.
Η ισχυροποίηση των κομμουνιστών και η σύντομη άνοιξη του Μοσαντέκ
Το νέο σαχικό καθεστώς φόρεσε μια ψευδοδημοκρατική μάσκα μέχρι το 1953. Ομως η τεράστια άνοδος των ριζοσπαστών και κομμουνιστών του Τουντέχ τη δεκαετία 1940-50 (το Τουντέχ ιδρύθηκε το 1941) καθόρισε τις μετέπειτα πολιτικές εξελίξεις. Οι κομμουνιστές, με 50.000 μέλη και μια μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα, έλεγχαν τα βιομηχανικά συνδικάτα της χώρας και ταρακούνησαν το σύστημα, οργανώνοντας το 1946 τη μεγαλύτερη γενική απεργία της πετρελαϊκής βιομηχανίας, απαιτώντας την εθνικοποίησή της και πιέζοντας την κυβέρνηση να εκδώσει τον πρώτο ολοκληρωμένο εργατικό κώδικα σε όλη τη Μέση Ανατολή. Το Τουντέχ είχε κερδίσει επίσης τη μισθωτή μικροαστική τάξη και τους αξιολογότερους διανοούμενους της χώρας. Η New York Times υπολόγιζε την εκλογική του δύναμη στο 40% του εκλογικού σώματος.
Φυσικά, αυτοί οι κίνδυνοι κατά του καθεστώτος δεν έμειναν αναπάντητοι. Με διάφορες αφορμές ασκήθηκαν εκτεταμένες διώξεις και συλλήψεις κατά του Τουντέχ, συνδικάτων, εφημερίδων και στελεχών της αντιπολίτευσης, ώσπου το 1949 κηρύχτηκε καθολικός στρατιωτικός νόμος. Ο Ε. Αμπραχαμιάν θεωρεί πως, παρότι η πολιτική επιρροή του Τουντέχ ήταν βραχύβια, στον πολιτικό και κοινωνικό χάρτη του Ιράν εισήχθησαν έννοιες και συνθήματα που παρέμειναν εφεξής. Ταξικά αιτήματα, όπως εθνικοποίηση της γης, της βιομηχανίας και του πετρελαίου, απαίτηση για καθολική εργασία, παιδεία, υγεία, ισότητα των γυναικών και η αποδοχή της προϊσλαμικής ιρανικής ιστορίας και των δημοκρατικών, συνταγματικών αγώνων, κατέστησαν επιδραστικές τις αριστερές ιδέες. Θεωρεί ότι η πολιτική υποχώρηση του Τουντέχ έφερε στο προσκήνιο ένα δυναμικό εθνικιστικό κίνημα με επικεφαλής τον χαρισματικό Μοχαμάντ Μοσαντέκ.
Γόνος αριστοκρατών, με σπουδές στη Δύση, επιρροές και συνταγματική προσήλωση, αντιμοναρχικός και πάνω απ´ όλα φανατικός θιασώτης της εθνικής ανεξαρτησίας, πατώντας στις λαϊκές κινητοποιήσεις, εισήγαγε σοβαρές κοινωνικοπολιτικές μεταρρυθμίσεις, συγκρούστηκε με το παλάτι και ήρθε σε πλήρη ρήξη με τη Βρετανία όταν εθνικοποίησε την πετρελαϊκή βιομηχανία. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε εδώ τα συντριπτικά οικονομικά στοιχεία που παρατίθενται στο βιβλίο για να κατανοήσουμε το μέγεθος του πλήγματος των βρετανικών συμφερόντων, αν και θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι και μόνο οι υπόλοιπες ρηξικέλευθες αλλαγές ήταν αρκετές για να δρομολογήσουν, μετά από μόλις δυο χρόνια διακυβέρνησης του Μοσαντέκ, το πραξικόπημα εναντίον του (η χούντα στην Ελλάδα επιβλήθηκε για πολύ μικρότερο διακύβευμα).
Η βρετανική MI6, με το εκτεταμένο δίκτυο πληροφοριών της, και η CIA, με μόλις πεντακόσια στρατολογημένα άτομα του υποκόσμου, δυο χιλιάδες στρατιωτικούς και τριάντα δύο άρματα μάχης, ανέτρεψαν σε τρεις ώρες τον Μοσαντέκ στις 19 Αυγούστου του 1953, μια ημέρα που ο Σάχης ανακήρυξε σε εθνική γιορτή. Ακολούθησε η πλήρης καταστροφή του Εθνικού Μετώπου του Μοσαντέκ και του Τουντέχ, με συλλήψεις και εκτελέσεις.
Ο Σάχης ταυτίστηκε με τα δυτικά συμφέροντα και τις δυτικές μυστικές υπηρεσίες, ειδικά με τη CIA και την Μοσάντ, με την βοήθεια των οποίων ίδρυσε το 1957 την περιβόητη SAVAK των 5.000 πρακτόρων και των αναρίθμητων πληροφοριοδοτών. Με 20.000 κομμουνιστές κρατούμενους, συνοπτικές εκτελέσεις και βασανιστήρια, είχε απαγορευτεί μέχρι και το όνομα του Μαρξ. Η δύναμη του στρατού, τα προνόμιά του και οι στρατιωτικές δαπάνες έφτασαν σε δυσθεώρητα ύψη. Το Ιδρυμα Παχλαβί είχε περιουσία 3 δισ. δολαρίων, μετοχές σε 207 εταιρίες εξορύξεων, αυτοκινήτων, μετάλλων, τροφίμων, τραπεζών, ασφαλίσεων, τουρισμού, καθώς και της Krupp και της General Electric. Η προσωπική περιουσία της βασιλικής οικογένειας ξεπερνούσε τα 20 δισ. δολάρια.
Το μεγάλο κεφάλαιο που είχε προνομιακές σχέσεις με την Αυλή γνώρισε μεγάλη άνθιση και συγκεντροποίηση στο βιομηχανικό και αγροτικό τομέα. Φημολογούνταν ότι τμήμα της εθνότητας των Μπαχάι, που συνδεόταν με τους Σιωνιστές της Χάιφα, είχε επίσης σχέσεις με την Αυλή.
Παρά την οικονομική ανάπτυξη και την εκβιομηχάνιση (1.300.000 ήταν τότε ο αριθμός των εργατών), που στηριζόταν κυρίως στα έσοδα του πετρελαίου, η κατάσταση της χώρας ήταν χειρότερη από της Συρίας, που δεν είχε πόρους, και η ανισοκατανομή του εισοδήματος το 1970 ήταν από τις χειρότερες στον κόσμο, 68% ήταν αναλφάβητοι, χαμηλό ποσοστό πληθυσμού στην ανώτερη εκπαίδευση, μεγάλη διαρροή «εγκεφάλων» (brain drain) στο εξωτερικό, τα περισσότερα χωριά χωρίς βασικές υποδομές. Το Ιράν, που το 1960 ήταν εξαγωγέας τροφίμων, το 1970 έγινε εισαγωγέας.
Το σιιτικό Ισλάμ ως πολιτική δύναμη
Δεν είναι περίεργο που το βαθύ αντιαποικιοκρατικό και αντιαμερικανικό αποτύπωμα που άφησε το πραξικόπημα του 1953, σε συνδυασμό με τη στρεβλή, αντιλαϊκή σαχική ανάπτυξη και την εξόντωση των εθνικοανεξαρτησιακών και αριστερών δυνάμεων, άνοιξε το δρόμο για την μετέπειτα επικράτηση του σιιτικού ισλαμισμού.
Κομβικό πρόσωπο σε αυτή την μεταβολή ήταν ο Αλί Σαριάτι (1933-1977), εξόριστος, δημοφιλής κοινωνιολόγος με γαλλική παιδεία, που θεωρείται ο ιδεολογικός πατέρας της ισλαμικής επανάστασης, σε αντίστιξη με τον Ρουχολάχ Χομεϊνί που θεωρείται ο πολιτικός ηγέτης και ο θεσμικός ιδρυτής της. Η πορεία αυτών των δύο σημαντικών προσωπικοτήτων ερμηνεύει πολλά από αυτά που προηγήθηκαν και ακολούθησαν την πτώση του Σάχη.
Ο Σαριάτι, με μαρξιστικές επιρροές κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Παρίσι, υπήρξε μεταφραστής του Ζαν-Πολ Σαρτρ, του Τσε Γκεβάρα και του Φραντς Φανόν και συγγραφέας διαλέξεων που συλλέχτηκαν σε 35 τόμους. Στα πολυάριθμα έργα του κυριαρχεί η πεποίθηση ότι η αληθινή ουσία του σιιτισμού είναι η επανάσταση ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης και ειδικά εναντίον της φεουδαρχίας, του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού.
Σύμφωνα με τον Σαριάτι, ο ιμάμης Χουσεΐν ήταν ο πρώιμος Τσε Γκεβάρα, η Καρμπάλα ένα μάθημα επαναστατικής αυτοθυσίας και ο σιιτισμός μια συνεκτική κοσμοθεωρία με συστατικά στοιχεία τον ιστορικό ντετερμινισμό, τη διαλεκτική κίνηση και την ιστορική διαλεκτική!
Ο Σαριάτι κατήγγειλε με σφοδρότητα την οργανική σχέση των συντηρητικών και απολιτικών κληρικών με τους χαλίφηδες, τους γαιοκτήμονες, τους εμπόρους και όλες τις ιδιοκτήτριες ταξεις. Θεωρούσε ότι το Ισλάμ του αγώνα για την πίστη, την κοινωνική πρόοδο και την επιστημονική γνώση είχε αντικατασταθεί από το Ισλάμ της υποκρισίας, του συμφέροντος και του πατερναλισμού και ότι είναι καθήκον πλέον της διανόησης η απελευθέρωση του Ισλάμ από τον κλήρο και τις τάξεις των ιδιοκτητών.
Δεν είναι περίεργο ότι ο Σαριάτι θεωρήθηκε ο πατέρας του ριζοσπαστικού πολιτικού Ισλάμ και ότι ο αιφνίδιος θάνατός του στα 40 του χρόνια ήταν έργο της SAVAK.
Αντίθετα από τον Σαριάτι που απευθυνόταν στη διανόηση, ο Χομεϊνί, εκπρόσωπος του κληρικού λαϊκισμού, σύμφωνα με τον Αμπραχαμιάν, απευθυνόταν στους κληρικούς και έδωσε μια διαφορετική ερμηνεία του Ισλάμ. Θεωρούσε ότι οι ισλαμικοί κανόνες (σαρία) πρέπει να ηγεμονεύσουν και να καθοδηγούν ολόκληρο τον πληθυσμό, ενώ παράλληλα ήταν σφοδρός πολέμιος κάθε μοναρχίας, κατηγορώντας τον σάχη για τη συμμαχία του με την Αμερική και το Ισραήλ, την εισαγωγή στην ιρανική κοινωνία του δυτικού, παρηκμασμένου τρόπου ζωής και για ολόκληρη την αντιλαϊκή του πολιτική.
Ο Χομεϊνί υιοθέτησε επαναστατικά, αριστερά κατά κύριο λόγο συνθήματα κατά του ιμπεριαλισμού, του καπιταλισμού της φεουδαρχίας και των πλουσίων και καλούσε του καταπιεσμένους όλου του κόσμου να ενωθούν σε ένα κόμμα.
Τη δεκαετία του ’70, η ιρανική κοινωνία έβραζε από κάθε άποψη. Οι ιδέες του Σαριάτι, του Χομεϊνί, της Αριστεράς και τα διδάγματα του ένοπλου αγώνα στην Αλγερία, το Βιετνάμ, την Κούβα, εξαπλώνονταν με ταχείς ρυθμούς, δημιουργώντας ένοπλες ομάδες που προέβαιναν σε τολμηρές ενέργειες. Ο θορυβημένος σάχης εγκατέλειψε το υποτιθέμενο δικομματικό του σύστημα, ασπάστηκε με φανατισμό τις θεωρίες του Σάμιουελ Χάντιγκτον περί μονοκομματισμού, ίδρυσε το «Κόμμα της Αναγέννησης», διακήρυξε ότι εξάλειψε την ταξική πάλη, ότι όσοι δεν ψηφίζουν είναι κρυφοί κομμουνιστές που πρέπει να φυλακιστούν και να εγκαταλείψουν άμεσα την χώρα και ονόμασε τον εαυτό του «Ηλιο των Αρίων» και αποδέκτη συνεχών μηνυμάτων από τον Θεό.
Ξεκίνησε άγρια φοροεπιδρομή και διώξεις κατά των εμπόρων του παζαριού και του κληρικού κατεστημένου.
Η λαϊκή επανάσταση του 1979
Ο θρόνος του αυτοανακηρυγμένου χωροφύλακα της Αμερικής στον Περσικό Κόλπο, του θιασώτη του δυτικού πολιτιστικού ιμπεριαλισμού, των ρατσιστικών θεωριών της άριας φυλής και του αντιαραβισμού άρχισε να τρίζει, όχι μόνο εξαιτίας της εσωτερικής αντίδρασης αλλά και των διεθνών καταγγελιών κατά του τρομοκρατικού του καθεστώτος.
Το 1978, μια κυβερνητική εφημερίδα κατηγόρησε τον Χομεϊνί για συνεργασία με τον ιμπεριαλισμό και τον κομμουνισμό και για έκφυλη ζωή. Αυτή ήταν η αρχή για τον ξεσηκωμό των φοιτητών των θρησκευτικών σεμιναρίων, για αιματοχυσίες και συνεχείς διαδηλώσεις, που τον Δεκέμβρη έφτασαν τα δύο εκατομμύρια άτομα, ενώ οι νεκροί από το 1977 ως το 1979 ξεπέρασαν τους 2.780.
Την 1η Φλεβάρη του 1979 (λίγες μέρες μετά τη φυγή του σάχη), ο Χομεϊνί επέστρεψε από την εξορία και η μετακίνηση του κατέστη δυνατή μόνο με ελικόπτερο καθώς πάνω από 3 εκατομμύρια άνθρωποι τον υποδέχτηκαν.
Σε μια βδομάδα, μετά από διήμερες ένοπλες συγκρούσεις των Φενταγίν-ε-Χαλκ και των Μοτζαχεντίν-ε-Χαλκ με την Αυτοκρατορική Φρουρά του σάχη και καθολικό ένοπλο ξεσηκωμό που θύμιζε την Κομμούνα του Παρισιού, τέθηκε τέλος στη δυναστεία των Παχλαβί μετά από 53 χρόνια και στη μοναρχία μετά από 2.500 χρόνια.
Η γέννηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας
Μετά την πρώτη σύγκρουση ανάμεσα στον Χομεϊνί και τον φιλελεύθερο ισλαμιστή, οπαδό της γαλλικής δημοκρατίας, προσωρινό πρωθυπουργό Μπαζαργκάν, που συνδεόταν με τους βετεράνους του Μοσαντέκ, ο λαός ψήφισε με ένα συντριπτικό 99% το ισλαμικό σύνταγμα, τον Απρίλη του 1979.
Ο Χομεϊνί έλαβε ευρύτατες εξουσίες αλλά υπήρξαν και σημαντικές δημοκρατικές παραχωρήσεις: ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, με επίσης μεγάλες εξουσίες, το Κοινοβούλιο, τα επαρχιακά και τοπικά συμβούλια και η Συνέλευση των Εμπειρογνωμόνων που επιλέγει τον Ανώτατο Θρησκευτικό Ηγέτη, εκλέγονταν με άμεση μυστική καθολική ψηφοφορία.
Οι θρησκευτικές μειονότητες των Αρμενίων, των Εβραίων, των Ασσυρίων και των Ζωροαστριστών έπαιρναν αριστίνδην έδρες στη Βουλή.
Το σύνταγμα προέβλεπε ψήφο στα 16, πλήρη ισότητα ανεξάρτητα από φύλο, εθνικότητα και θρησκεία, ελευθερία Τύπου, διαδηλώσεων, λατρείας, καθώς και απαγόρευση αυθαίρετων συλλήψεων, βασανιστηρίων, αστυνομικών παρακολουθήσεων και τηλεφωνικών υποκλοπών. Παράλληλα, αποτυπώθηκαν στο σύνταγμα σχεδόν τα πάντα: συντάξεις, περίθαλψη, εκπαίδευση, ιδιοκτησία κατοικιών, εξάλειψη της φτώχειας, της ανεργίας, της τοκογλυφίας, των ιδιωτικών μονοπωλίων, της ανισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών κλπ.
Η βαριά βιομηχανία πέρασε στο δημόσιο τομέα και η ελαφριά βιομηχανία με τη γεωργία και τις υπηρεσίες παρέμειναν στον ιδιωτικό τομέα, με πλήρη σεβασμό της ατομικής ιδιοκτησίας. Εννοείται ότι όλοι οι νόμοι και οι κανονισμοί έπρεπε να συμμορφώνονται με τις αρχές του Ισλάμ.
Η κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας από φοιτητές για 444 μέρες οδήγησε τον Μπαζαργκάν σε παραίτηση και βοήθησε τον Χομεϊνί να πάρει την έγκριση του συντάγματος, αυτή τη φορά με αποχή του 17% του πληθυσμού και την αποχή των κοσμικών οργανώσεων.
Το νέο καθεστώς, παρά τις προβλέψεις, παγιώθηκε και ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο με τον επιθετικό πόλεμο, υπό την καθοδήγηση των Αμερικανών, του Ιράκ εναντίον του Ιράν, που κράτησε οχτώ χρόνια. Οι Φρουροί της Επανάστασης αριθμούσαν 120.000 και απέκτησαν δικό τους υπουργείο, η εθελοντική δύναμη (πολιτοφυλακή) Μπασίτζ 200.000 και συνολικά η δύναμη του στρατού ξεπέρασε το μισό εκατομμύριο.
Η κυβέρνηση επέκτεινε την κοινωνική της πολιτική με επιδόματα και δελτία για τους φτωχούς, έλεγχο τιμών και εθνικοποίηση πολλών εργοστασίων που ανήκαν σε εκατομμυριούχους του σαχικού καθεστώτος.
Το καθεστώς εδραιώθηκε ακόμα περισσότερο μέσω πολυάριθμων ημιδημόσιων θρησκευτικών ιδρυμάτων που απασχολούσαν πάνω από 400.000 άτομα και ήταν στην πραγματικότητα κρατικά παραρτήματα, με προϋπολογισμό τον μισό της κεντρικής κυβέρνησης. Πχ το Ιδρυμα Μοσταζαφίν, που διαδέχτηκε το Ιδρυμα Παχλαβί, είχε περιουσία 20 δισ. δολαρίων.
Παράλληλα, ο Χομεϊνί και ο διάδοχος του Αλί Χαμενεΐ διακήρυξαν επανειλημμένα, σε αντίθεση με τους κομμουνιστές, τον σεβασμό τους στην ατομική ιδιοκτησία και την ελεύθερη επιχειρηματικότητα που κινεί τους τροχούς της οικονομίας. Το Συμβούλιο των Φρουρών της Επανάστασης άσκησε βέτο στην εθνικοποίηση του εξωτερικού εμπορίου, αλλά και σε νομοσχέδιο μεταρρύθμισης που πρότεινε επιβολή ανώτατου ορίου ιδιοκτησίας γης. Εξάλλου, ο μετέπειτα πρόεδρος της χώρας Ραφσαντζανί ήταν ιδιοκτήτης φυτειών φιστικιού. Το καθεστώς διατήρησε άριστες σχέσεις με τους εμπόρους του παζαριού και τις διάφορες συντεχνίες που ευνοήθηκαν με προνομιακές επιχειρηματικές συμβάσεις.
Ο Ε. Αμπραχαμιάν παραθέτει στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του σημαντικά αναλυτικά οικονομικά στοιχεία για τις μεταρρυθμίσεις προς όφελος των αγροτών, των εργατών και για τις μεταρρυθμίσεις στην παιδεία και την υγεία. Αυτά τα στοιχεία, στα οποία αξίζει να ανατρέξει κανείς, ερμηνεύουν την αποδοχή, εδραίωση και μακροημέρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας, που βέβαια χρησιμοποίησε το μαστίγιο εξίσου με το καρότο για την επιβολή της.
Το πολιτικό σύστημα, με πολλούς πόλους εξουσίας, ήταν μια ζωντανή σκηνή ανταγωνισμών και συγκρούσεων συμφερόντων, με αποκορύφωμα το πραξικόπημα του πρώτου προέδρου της χώρας Μπανί Σαντρ εναντίον του Χομεϊνί (του οποίου υπήρξε στενός συνεργάτης και σύμβουλος), κατά το οποίο δολοφονήθηκαν πολλά μέλη της κυβέρνησης και του κοινοβουλίου. Η απάντηση της κυβέρνησης που διακήρυξε μέσω του Αλί Χαμενεΐ ότι «δεν είμαστε Αλιέντε για να μας εξοντώσει η CIA», ήταν εξίσου σφοδρή με εκατοντάδες εκτελέσεις και συλλήψεις. Και βέβαια, κυνηγήθηκε άγρια οτιδήποτε αριστερό στο Ιράν. Οι διακηρύξεις του Συντάγματος έγιναν κενό γράμμα.
Πάντα καπιταλιστικά
Μετά το θάνατο του Χομεϊνί, ο διάδοχος του Αλί Χαμενεΐ και ο επόμενος πρόεδρος της χώρας Ραφσατζανί ενίσχυσαν τη λεγόμενη ελεύθερη οικονομία (τον καπιταλισμό δηλαδή), το χρηματιστήριο, την εισαγωγή αγαθών, μείωσαν του φόρους των επιχειρήσεων, κατήργησαν το δελτίο διανομής για τους φτωχούς κλπ. Ταυτόχρονα, μειώνοντας τις αμυντικές δαπάνες, χρηματοδότησαν μεγάλα έργα υποδομής και τη βαριά βιομηχανία.
Εισήγαγαν τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στα σχολεία, ενθάρρυναν την μονογαμία, την αντισύλληψη και τα προγαμιαία συμβόλαια για να εξασφαλιστούν περισσότερο τα γυναικεία δικαιώματα.
Αν και ο Ραφσατζανί προσέβλεπε στην προσέλκυση ξένου κεφαλαίου και επενδύσεων, με ιδιωτικοποιήσεις και περιορισμό του κράτους και των εργατικών δικαιωμάτων, οι ΗΠΑ απρόβλεπτα ψήφισαν τις πρώτες αυστηρές κυρώσεις κατά του Ιράν, που σε συνδυασμό με την πτώση της τιμής του πετρελαίου δημιούργησαν τεράστια προβλήματα στην οικονομία.
Παρά την οικονομική κρίση, ο διάδοχος του Ραφσατζανί, Μοχαμάντ Χαταμί, ένας φιλελεύθερος δυτικότροπος διανοούμενος, ακολούθησε την ίδια δεξιά γραμμή, κέρδισε θριαμβευτικά δύο προεδρικές θητείες και συνέχισε τα ανοίγματα στη Δύση, αποκατέστησε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις με τη Βρετανία, πήρε δάνειο 232 εκατομμυρίων δολαρίων από την Παγκόσμια Τράπεζα και προσέλκυσε επενδύσεις από τη Ρωσία και την Ιαπωνία.
Η άνοδος ξανά της τιμής του πετρελαίου βοήθησε στην επέκταση της σοσιαλδημοκρατικού τύπου κοινωνικής πολιτικής και της ανάπτυξης παντού, έτσι που το 2000 το 97% του πληθυσμού ήταν εγγράμματο, το 94% είχε πρόσβαση σε ιατρικές δομές και ποιοτικό νερό, ενώ οι γυναίκες αποτελούσαν το 63% των φοιτητών στα πανεπιστήμια, το 54% στα κολέγια και το 45% των γιατρών.
Το κοινοβούλιο, με εκατό μεταρρυθμιστικά νομοσχέδια, παρέκαμψε βασικές αρχές της σαρία, ο Τύπος άνθιζε (φτάνει να μην ξεπερνούσε τα όρια που έβαζε η Ισλαμική Δημοκρατία) και η επιδοτούμενη από το κράτος κινηματογραφική βιομηχανία άρχισε να κερδίζει σημαντικότατες διεθνείς διακρίσεις. Επικυρώθηκε η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνων για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών – μια σύμβαση που οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αρνούνται να υπογράψουν – και οι γυναίκες απέκτησαν το δικαίωμα να εκλέγονται πρόεδροι, αρχιδικαστές, ακόμα και ανώτατοι ηγέτες.
Εκκαθαρίστηκαν ξένοι πράκτορες και περιορίστηκε η αυθαιρεσία των μπασίτζ, που πλέον δρούσαν κυρίως στις φτωχογειτονιές. Ο Χαταμί ακύρωσε τη φάτουα κατά του Σαλμάν Ρουσντί, δέχτηκε την λύση των δύο κρατών για την Παλαιστίνη, αν το προέκριναν οι ίδιοι οι Παλαιστίνιοι, και κάλεσε τους ξένους να επενδύσουν στην πετρελαϊκή βιομηχανία.
Ο Κλίντον χαλάρωσε το οικονομικό εμπάργκο, ωσότου ο Μπους επανήλθε το 2002 καταγγέλλοντας εκ νέου τον Ιράν σαν «διεθνή τρομοκράτη» και σαν «εφιάλτη του ολοκληρωτισμού». Μπροστά στις νέες απειλές, οι αντίπαλοι του Χαταμί συσπειρώθηκαν πίσω από έναν σχετικά άγνωστο υποψήφιο, τον Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, που εκμεταλλεύτηκε με λαϊκιστικό τρόπο μια ακόμα ζωντανή, ισχυρή ταξική ταυτότητα που υπήρχε στο Ιράν. Κατήγγειλε τους νέους προνομιούχους, εξήγγειλε ένα ευρύ πρόγραμμα κοινωνικών παροχών και κέρδισε τις εκλογές εν μέσω μιας πρωτοφανούς κοινωνικής παθητικότητας, καθώς η συμμετοχή στις εκλογές ήταν μόλις 51% σε ολόκληρη τη χώρα, στη δε Τεχεράνη μόλις 28%!
Σε μια εκρηκτική εκλογική κούρσα ανταγωνισμών εντός της Ισλαμικής Δημοκρατίας, ο Αχμαντινετζάντ κέρδισε με αμφιλεγόμενο τρόπο μια δεύτερη θητεία απέναντι σε δύο πρώην έμπιστους συνεργάτες του Χομεϊνί, τους οποίους, παρά τον τεράστιο αριθμό διαμαρτυρόμενων διαδηλωτών της αντιπολίτευσης, κυνήγησε δικαστικά, επαναφέροντας τη δράση των Μπασίτζ και των Φρουρών της Επανάστασης στους δρόμους.
Τελικά, η αλαζονεία και οι θρησκευτικές και εθνικιστικές υπερβολές τον έφεραν σε αντίθεση με τον ανώτερο κλήρο, το δε Συμβούλιο των Φρουρών απέκλεισε την εκ νέου υποψηφιότητά του. Ενας άλλος οπαδός του Χομεϊνί, ο μετριοπαθής Χασάν Ρουχανί, συνεχιστής των Ραφσατζανί και Χαταμί, κέρδισε με μεγάλη διαφορά τις εκλογές, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν η πυρηνική συμφωνία με τον Ομπάμα, ενώ οι οικονομικές συνθήκες χειροτέρεψαν.
Η άνοδος του Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ σηματοδότησε μια ακόμη μεγαλύτερη επιθετικότητα εναντίον του Ιράν.
Αποδαιμονοποίηση
Στον επίλογο του βιβλίου του ο Ερβαντ Αμπραχαμιάν συνοψίζει τα συμπεράσματα του ως ένας τυπικός ιρανός πατριώτης.
Επισημαίνει τη δύναμη του Ιράν ως τρίτου μεγαλύτερου παραγωγού πετρελαίου και τεράστιας αποθήκης φυσικού αερίου στον κόσμο, καθώς και ως σημαντικής περιφερειακής δύναμης με ισχυρό κεντρικό κράτος και μαζικό στρατό πολιτών, πολύ αποτελεσματικό σε περίπτωση ξένης επίθεσης. Εξαίρει το ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο, τη χαμηλή θνησιμότητα, τη μακροζωία, το υψηλό επίπεδο αλφαβητισμού, την εντυπωσιακή πρόσβαση, ιδιαίτερα των γυναικών, στα πανεπιστήμια, την πρόσβαση σε σύγχρονες υποδομές και καταναλωτικά αγαθά, την επιχειρηματικότητα της «μεσαίας τάξης» και τη μόρφωση της εργατικής τάξης.
Θεωρεί ότι η ενότητα του Ιράν προέρχεται από τη σιιτική και προϊσλαμική κληρονομιά του, αλλά και από τις αυτοκρατορικές απειλές της Δύσης, τη Συνταγματική Επανάσταση, το εθνικιστικό κίνημα του Μοσαντέκ και το τραυματικό πραξικόπημα του 1953, την εποχή των Παχλαβί και τις δραματικές εμπειρίες της ισλαμικής επανάστασης και του πολέμου με το Ιράκ.
Ο Αμπραχαμιάν περιγράφει λεπτομερώς τη δόμηση του σύγχρονου ιρανικού κράτους καθόλη την ιστορική περίοδο του εικοστού αιώνα με όσο το δυνατόν αποστασιοποιημένη ματιά που, εν τούτοις, θεωρεί τον σιιτισμό ως πολιτικό κίνημα, τον Χομεϊνισμό όχι ως φονταμενταλισμό αλλά ως πολιτική ιδεολογία και τις πολιτικές εξελίξεις απότοκο των διεθνών επεμβάσεων και της διαπάλης των τάξεων.
Δεδομένης και της λειψής ελληνικής βιβλιογραφίας, ο αναγνώστης μπορεί να αποκομίσει πολλές γνώσεις και πληροφορίες από το βιβλίο του Αμπραχαμιάν. Και βέβαια, καλείται να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα.
- Η ισλαμοφοβική, οριενταλιστική, διαστρεβλωτική προσέγγιση της Δύσης στοχεύει στη δικαιολόγηση της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας εναντίον της ανεξαρτησίας του ιρανικού κράτους.
- Η ευνοϊκή γεωπολιτική θέση του Ιράν και οι πετρελαϊκοί (και όχι μόνο) πόροι του αποτέλεσαν και αποτελούν το διαχρονικό στόχο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
- Ολόκληρη η σύγχρονη ιστορία του Ιράν χαρακτηρίζεται από τις ξένες επεμβάσεις που μαζί με το πραξικόπημα κατά του Μοσαντέκ και την ξενόδουλη διακυβέρνηση του σάχη άφησαν ένα βαθύ τραυματικό αποτύπωμα στην ιρανική εθνική συνείδηση και καθόρισαν τις εσωτερικές εξελίξεις.
- Στην πραγματικότητα, η λαϊκή επανάσταση του 1979 ήταν απότοκο του πραξικοπήματος του 1953 και ο σημερινός πόλεμος το λογικό επακόλουθο μιας δρομολογημένης εδώ και 47 χρόνια ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας.
- Η Ισλαμική Δημοκρατία που γεννήθηκε από την επανάσταση, καθώς το σιιτικό ιερατείο και οι πέριξ αυτού διανοούμενοι ήταν η μοναδική συγκροτημένη δύναμη εξουσίας στο επαναστατημένο Ιράν, ήταν επιπροσθέτως μια απάντηση στην υποχρεωτική εκδυτικοποίηση και αφαίρεση της ιδιαίτερης ταυτότητας της ιρανικής κοινωνίας επί σάχη και ερμηνεύει πολλά για τη θέση της γυναίκας σε αυτή την κοινωνία και τον αγώνα κατά της χειραγώγησης και εμπορευματοποίησής της.
- Παράλληλα, η Ισλαμική Δημοκρατία αποτέλεσε ένα αποτελεσματικό ανάχωμα στην επιρροή της Αριστεράς στο Ιράν, που από το 1907 μπήκε στην πολιτική σκηνή και κατά περιόδους έβαλε τη σφραγίδα της στα πολιτικά δρώμενα και τις κοινωνικές κατακτήσεις. Το άλλοτε ισχυρό Τουντέχ είχε ήδη υποστεί τις συνέπειες της ρεβιζιονιστικής αντεπανάστασης και είχε εκφυλιστεί ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά. Οι αντιρεβιζιονιστικές δυνάμεις που προσπαθούσαν να συγκροτηθούν, με βασικό εκφραστή τη μαρξιστική-λενινιστική οργάνωση Τουφάν, υπέστησαν επίσης την άγρια καταστολή από το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
- Στην πραγματικότητα το σιιτικό καθεστώς, με τη βοήθεια του πετρελαϊκού κρατικού καπιταλισμού και της συμμαχίας με τα μεσαία στρώματα, διασφάλισε την απρόσκοπτη καπιταλιστική πορεία της χώρας, γεγονός που – τηρουμένων των αναλογιών – θυμίζει το ρόλο του Ερντογάν στην Τουρκία ή το ρόλο του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης.
- Το ισλαμικό καθεστώς, μέσω ενός πολυπλόκαμου, αποκεντρωμένου συστήματος διακυβέρνησης και μιας εκλεγόμενης, ζωντανής, ανταγωνιστικής πολιτικής αρένας, κατάφερνε να εκτονώνει τις αντιδράσεις και να απορροφά τους κραδασμούς, να εξελίσσεται, να μεταλλάσσεται και να συμβιβάζει τις αντιτιθέμενες τάσεις.
- Παρά τις αμερικανικές κυρώσεις και τα οικονομικά προβλήματα, στο σύγχρονο Ιράν αποτυπώνεται μια αξιοσημείωτη αστική πρόοδος που φέρνει τη χώρα στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης όσον αφορά την εκπαιδευτική ισότητα μεταξύ αγοριών και κοριτσιών και την επιστημονική έρευνα, στην οποία η χώρα κατέχει την 16η θέση σε ολόκληρο τον κόσμο και την 1η θέση στη Μέση Ανατολή. Αρκετοί γνωρίζουν ότι τα ιρανικά πολυτεχνεία είναι από τα καλύτερα του κόσμου, αλλά πόσοι γνωρίζουν ότι το Ιράν κατέχει τη 2η θέση παγκοσμίως στην έρευνα για τα βλαστοκύτταρα ή την 16η θέση στη νανοτεχνολογία και τη βιοχημεία; Οσοι θέλουν να βλέπουν με τα δυτικά παραμορφωτικά γυαλιά την ιρανική πραγματικότητα μπορούν να αγνοήσουν την υψηλή συμμετοχή των γυναικών στη δημόσια, πολιτική, οικονομική, αθλητική και ακαδημαϊκή σφαίρα, αλλά δεν μπορούν να αγνοήσουν το πολύ προηγμένο επιστημονικό επίπεδο της χώρας, που βασίζεται σε ένα άκρως μορφωμένο λαό αποφασισμένο να υπερασπιστεί τις κατακτήσεις του.
- Περιττεύει να πούμε ότι τα ζητήματα αστικοδημοκρατικών δικαιωμάτων, όπως και οι ταξικές διεκδικήσεις, είναι υπόθεση του ιρανικού λαού και όχι των κάθε είδους ιμπεριαλιστών «προστατών», που εδώ και αιώνες κρύβουν τα κατακτητικά και εκμεταλλευτικά τους σχέδια πίσω από διακηρύξεις «εκδημοκρατισμού» και «εκπολιτισμού» των λαών της Ασίας, της Αφρικής, της Νότιας Αμερικής.
- Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι το Ιράν, ως κράτος, τηρεί τη συνταγματική του δέσμευση και στηρίζει τα απελευθερωτικά κινήματα της περιοχής, την Παλαιστινιακή Αντίσταση (χωρίς να κάνει διακρίσεις ανάμεσα στις ισλαμικές-σουνιτικές και τις κοσμικές δυνάμεις) και τη Χεζμπολά στον Λίβανο.
- Τελικά, οι αμερικανοί ιμπεριαλιστές και οι σιωναζιστές με τον τελευταίο πόλεμο εναντίον του Ιράν τίναξαν στον αέρα τις όποιες αμυδρές ελπίδες καλλιέργησε σε κάποιους η επιφανειακή, ανιστόρητη νοσταλγία της «κοσμικότητας» του σαχικού καθεστώτος και τις όποιες σοβαρότερες ελπίδες είχαν καλλιεργήσει οι συνέπειες του οικονομικού εκβιασμού των αμερικάνων ιμπεριαλιστών και των συμμάχων τους και οι συνέπειες της οικονομικής διαχείρισης του αποκλεισμού και των κυρώσεων από το ισλαμικό καθεστώς. Ποντάριζαν σε ένα λαϊκό ξεσηκωμό, όμως μετά την ιμπεριαλιστική πολεμική επίθεση κάθε ελπίδα τους διαψεύστηκε. Πίσω από τη διαφαινόμενη, βέβαιη – σύμφωνα με τη συντριπτική πλειοψηφία των αστών πολιτικών αναλυτών – ήττα των Αμερικανοσιωνιστών, βρίσκεται μια μακρά αντιαποικιοκρατική παράδοση, η ανθεκτικότητα της χώρας και η φιλοπατρία του λαού της.
Ε.Σ.








