Στις 26 Μαΐου 2026 κατατέθηκε στη Βουλή το σχέδιο νόμου του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου για την «Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Ασυλο». Πίσω από τον τεχνοκρατικό τίτλο, τα άρθρα, τους κανονισμούς και τις παραπομπές σε ευρωπαϊκές οδηγίες, κρύβεται κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο βάρβαρο: η ελληνική εφαρμογή της Ευρώπης-Φρούριο.
Η κυβέρνηση το παρουσιάζει σαν «μεταρρύθμιση». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για νομοσχέδιο-εργαλείο πειθάρχησης, αποκλεισμού και απομάκρυνσης ανθρώπων που ζητούν προστασία. Ο πρόσφυγας δεν αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο δικαιωμάτων, αλλά ως πρόβλημα ασφαλείας. Ως σώμα προς έλεγχο. Ως φάκελος προς καταχώριση. Ως πιθανός κρατούμενος. Ως υποψήφιος προς απέλαση.
Προφανώς δεν έχουμε να κάνουμε με μια ουδέτερη διοικητική προσαρμογή στο ευρωπαϊκό δίκαιο, το οποίο επίσης δεν είναι ουδέτερο. Έχουμε να κάνουμε με την κωδικοποίηση μιας πολιτικής που έχει ήδη δοκιμαστεί στα νησιά, στον Εβρο, στα ΠΡΟΚΕΚΑ, στις κλειστές δομές, στις επαναπροωθήσεις, στη Σιντική, στη Σάμο, στη Λέσβο, στη Λέρο, στην Κω. Τώρα η ίδια πολιτική παίρνει τη μορφή συνολικού θεσμικού πλαισίου.
Ο Πλεύρης λέει καθαρά αυτό που οι άλλοι έντυναν με «ανθρωπισμό»
Ο Θάνος Πλεύρης δεν χρειάζεται πολλά λόγια για να εξηγήσει τη γραμμή. Την έχει συνοψίσει επανειλημμένα: αποτροπή, κράτηση, επιστροφές. Οσοι δεν έχουν «προσφυγικό προφίλ» δεν θα κυκλοφορούν ελεύθεροι, θα πηγαίνουν σε κλειστές δομές. Οσοι απορρίπτονται, θα επιστρέφουν. Οσοι δεν επιστρέφουν, θα αντιμετωπίζουν ποινικές συνέπειες. Το δόγμα είναι γνωστό: φυλακή ή επιστροφή.
Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή τις αφίξεις στην Κρήτη, η ρητορική έγινε ακόμη πιο ωμή. Ο υπουργός προανήγγειλε «πάρα πολύ σκληρά μέτρα» αν οι ροές συνεχιστούν, μιλώντας ακόμη και για μέτρα «πιο σκληρά από την απλή αναστολή ασύλου». Διευκρίνισε ότι σε Χανιά και Ηράκλειο οι δομές θα είναι κλειστές, για να «προστατευτούν» οι τοπικές κοινωνίες. Δηλαδή η προστασία δεν αφορά τους ανθρώπους που φτάνουν εξαντλημένοι από τη Βόρεια Αφρική. Αφορά την προστασία της «κανονικότητας» από την παρουσία τους.
Στο ίδιο μήκος κύματος, σε πρόσφατες παρεμβάσεις του, ο Πλεύρης επικαλείται μείωση αφίξεων από την Τουρκία, λόγω ενισχυμένης συνεργασίας, και δείχνει τη Λιβύη και τους εκτοπισμένους Σουδανούς ως το νέο «πρόβλημα». Η γλώσσα που χρησιμοποιείται εκτός από αποκρουστική είναι και φοβερά αποκαλυπτική. Δεν μιλά για ανθρώπους που διαφεύγουν από πόλεμο, πείνα, δικτατορίες, εμφύλιες συγκρούσεις και στρατόπεδα βασανιστηρίων. Μιλά για πίεση, ροές, αποτροπή, συνεργασία με λιμενικές αρχές τρίτων χωρών. Δηλαδή για το πώς η ΕΕ θα κρατά τους ανεπιθύμητους όσο πιο μακριά γίνεται από το έδαφός της.
Και όταν ο υπουργός επιτίθεται στη Λατινοπούλου, λέγοντας ουσιαστικά ότι η κυβέρνηση τής στερεί το ακροδεξιό αφήγημα επειδή εφαρμόζει ήδη σκληρή μεταναστευτική πολιτική, δεν κάνει γκάφα. Ομολογεί. Η κυβέρνηση δεν αντιπαρατίθεται στην ακροδεξιά από ανθρωπιστική σκοπιά. Της λέει: εμείς κάνουμε καλύτερα τη δουλειά σου.
Ελεγχος διαλογής: η υποδοχή μετατρέπεται σε αστυνομικό φίλτρο
Στον πυρήνα του νομοσχεδίου βρίσκεται ο λεγόμενος «έλεγχος διαλογής». Screening, στη γλώσσα των Βρυξελλών. Στην πράξη: πρώτος αστυνομικός, διοικητικός και βιομετρικός έλεγχος στα σύνορα για όσους μπαίνουν χωρίς χαρτιά.
Ο άνθρωπος που φτάνει δεν συναντά πρώτα ένα σύστημα προστασίας. Συναντά μηχανισμό διαλογής. Ταυτοποίηση, σωματικός έλεγχος, έλεγχος αντικειμένων, δακτυλικά αποτυπώματα, φωτογραφίες, έλεγχος ασφαλείας, προκαταρκτικός ιατρικός έλεγχος, πρώτη καταγραφή ευαλωτότητας. Ολα αυτά μέσα σε ασφυκτικές προθεσμίες, σε χώρους ελέγχου, με περιορισμένη πρόσβαση σε ανεξάρτητη νομική βοήθεια, διερμηνεία και οργανώσεις.
Το κράτος λέει ότι αυτό γίνεται για να μπει «τάξη». Στην πραγματικότητα, μπαίνει μια νέα τάξη πραγμάτων: ο αιτών άσυλο αντιμετωπίζεται εξαρχής ως ύποπτος. Η προσφυγική ιδιότητα δεν εξετάζεται ως δικαίωμα, αλλά ως εξαίρεση από τον κανόνα της απόρριψης.
Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη αντιστροφή. Η διαδικασία ασύλου, που υποτίθεται ότι υπάρχει για να προστατεύει ανθρώπους από διώξεις, μετατρέπεται σε φίλτρο αποκλεισμού. Πρώτα διαλογή, μετά περιορισμός, μετά ταχεία διαδικασία, μετά επιστροφή.
Το Ελληνικό Φόρουμ Προσφύγων σωστά επισήμανε στη διαβούλευση ότι ο έλεγχος διαλογής δεν πρέπει να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποκλεισμού ή de facto κράτησης. Ομως ακριβώς αυτός είναι ο κίνδυνος. Και όχι απλώς κίνδυνος: είναι η πολιτική πρόθεση του νομοσχεδίου.
«Περιορισμός ελευθερίας»: το νέο όνομα της κράτησης
Η κυβέρνηση αποφεύγει συχνά τη λέξη κράτηση. Προτιμά πιο κομψούς όρους: περιορισμός ελεύθερης κυκλοφορίας, απαγόρευση εξόδου, κλειστή ή ελεγχόμενη δομή, παραμονή σε σημείο διαλογής.
Αλλά όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να φύγει από μια «δομή», όταν δεν μπορεί να κινηθεί ελεύθερα, όταν βρίσκεται υπό αστυνομικό ή διοικητικό έλεγχο, αυτό δεν είναι «φιλοξενία». Είναι στέρηση ελευθερίας.
Η οργάνωση RSA («Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο») υποστηρίζει με σχόλιο της στη διαβούλευση ότι η απαγόρευση εξόδου από ΚΥΤ, ΚΕΔ ή άλλες δομές δεν είναι απλός περιορισμός κυκλοφορίας. Είναι κράτηση και πρέπει να υπάγεται στις αυστηρές εγγυήσεις που ισχύουν για την κράτηση. Το κράτος, όμως, προσπαθεί να βαφτίσει την κράτηση αλλιώς, ώστε να τη γενικεύσει πιο εύκολα.
Αυτό είναι παλιό κόλπο. Το είδαμε στη Μόρια. Το είδαμε στις «κλειστές ελεγχόμενες δομές». Το είδαμε στα νησιά, όπου οι άνθρωποι ήταν δήθεν «φιλοξενούμενοι» αλλά στην πράξη εγκλωβισμένοι. Το βλέπουμε τώρα στην Κρήτη, όπου ο υπουργός λέει ανοιχτά ότι οι δομές θα είναι κλειστές.
Η Μόρια δεν ήταν εξαίρεση. Ηταν πείραμα. Και τώρα το πείραμα γίνεται νομοθετικό μοντέλο.
Ταχείες διαδικασίες: εργοστάσιο απορρίψεων
Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την επιτάχυνση των διαδικασιών. Η λέξη «ταχύτητα» εμφανίζεται ως αυτονόητο καλό. Πιο γρήγορη εξέταση, πιο γρήγορη απόφαση, πιο γρήγορη επιστροφή.
Αλλά η διαδικασία ασύλου δεν είναι ταμείο σούπερ μάρκετ. Δεν είναι διοικητική εκκρεμότητα που πρέπει απλώς να «κλείσει». Είναι διαδικασία που κρίνει αν ένας άνθρωπος θα προστατευτεί ή θα σταλεί πίσω σε κίνδυνο.
Ποιος θα μιλήσει για βασανιστήρια μέσα σε λίγες μέρες; Ποια γυναίκα θα καταγγείλει έμφυλη βία σε συνθήκες φόβου, ντροπής, έλλειψης εμπιστοσύνης και πιθανής κράτησης; Ποιο θύμα trafficking θα αποκαλύψει την ιστορία του σε έναν μηχανισμό που τον/την αντιμετωπίζει ήδη ως ύποπτο/η; Ποιο παιδί θα εξηγήσει τι πέρασε στη διαδρομή όταν δεν έχει ακόμη σταθερό επίτροπο, διερμηνέα, ψυχολόγο, ασφαλή χώρο;
Η ταχύτητα στην υπόθεση ασύλου δεν είναι ουδέτερη. Είναι πολιτική επιλογή. Και όταν συνδυάζεται με κλειστές δομές, ελλιπή νομική συνδρομή, προβληματική διερμηνεία και πίεση επιστροφών, η ταχύτητα μετατρέπεται σε μηχανισμό μαζικών απορρίψεων.
Η νομική συνδρομή ως δικαίωμα-φάντασμα
Στα χαρτιά, ο αιτών έχει δικαιώματα. Στην πράξη, καλείται να τα ασκήσει μέσα σε ένα περιβάλλον σχεδιασμένο για να τον αποθαρρύνει.
Τι σημαίνει δικαίωμα προσφυγής για έναν άνθρωπο που κρατείται; Που δεν ξέρει ελληνικά; Που δεν έχει δικηγόρο; Που δεν γνωρίζει ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο; Που βρίσκεται σε νησί ή σε κλειστή δομή, μακριά από οργανώσεις και υπηρεσίες; Που πρέπει να κινηθεί μέσα σε εξαιρετικά στενές προθεσμίες;
Σημαίνει δικαίωμα στα χαρτιά και αποκλεισμός στην πράξη.
Η RSA έχει επισημάνει ότι η δωρεάν νομική βοήθεια για την προσβολή της κράτησης παραμένει, στην πράξη, κενό γράμμα. Δεν αρκεί να λες ότι κάποιος μπορεί να προσφύγει. Πρέπει να μπορεί πραγματικά να το κάνει. Αλλιώς η προσφυγή γίνεται άλλοθι νομιμότητας για μια προαποφασισμένη διοικητική βία.
Παιδιά σε καθεστώς ελέγχου: η παιδική προστασία ως παράρτημα της συνοριακής πολιτικής
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ειδικό πλαίσιο για τους ασυνόδευτους ανηλίκους. Η ύπαρξη όμως ειδικού πλαισίου δεν αρκεί, όταν το συνολικό σύστημα μέσα στο οποίο εντάσσεται είναι σύστημα διαλογής, περιορισμού και αποτροπής.
Τα παιδιά δεν πρέπει να κρατούνται. Ούτε «κατ’ εξαίρεση», ούτε «για λίγο», ούτε «για το καλό τους». Η κράτηση παιδιών για μεταναστευτικούς λόγους δεν είναι προστασία. Είναι θεσμική κακοποίηση.
Το επιχείρημα ότι κάποιες μορφές περιορισμού μπορεί να υπηρετούν το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού είναι επικίνδυνο. Το βέλτιστο συμφέρον δεν μπορεί να χωρέσει πίσω από συρματοπλέγματα. Δεν μπορεί να ταυτιστεί με την αστυνομική επιτήρηση. Δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη στέγη, την επιτροπεία, την εκπαίδευση, την ψυχοκοινωνική φροντίδα, τη σταθερή σχέση εμπιστοσύνης.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι το κράτος δεν ξέρει να προστατεύει παιδιά. Είναι ότι επιλέγει να τα εντάσσει πρώτα σε μηχανισμό μεταναστευτικού ελέγχου και μετά να θυμάται την παιδική προστασία.
Υλικές συνθήκες υποδοχής: επιβίωση υπό αίρεση
Το νομοσχέδιο προβλέπει δυνατότητες περιορισμού ή διακοπής των υλικών συνθηκών υποδοχής. Δηλαδή στέγη, τροφή, βασικά είδη, βοήθημα, καθημερινές συνθήκες επιβίωσης μπορούν να μετατραπούν σε πειθαρχικό εργαλείο.
Αυτή είναι η κοινωνική πολιτική της αποτροπής: αν δεν συμμορφωθείς, θα πεινάσεις. Αν δεν ακολουθήσεις τη διοικητική διαδρομή που σου επιβάλλεται, θα μείνεις χωρίς στέγη. Αν δεν χωρέσεις στο κουτάκι που προβλέπει το σύστημα, θα πεταχτείς έξω.
Το Ελληνικό Φόρουμ Προσφύγων σωστά αναφέρει ότι τέτοια μέτρα μπορεί να οδηγήσουν σε αστεγία, εξαθλίωση, εκμετάλλευση και περαιτέρω περιθωριοποίηση. Αλλά εδώ πρέπει να το πούμε πιο καθαρά: αυτή δεν είναι απλώς παρενέργεια. Είναι μέρος της λογικής της αποτροπής.
Η εξαθλίωση χρησιμοποιείται ως μήνυμα προς τους επόμενους. «Μην έρθετε, γιατί εδώ σας περιμένει κλειστή δομή, γρήγορη απόρριψη, πιθανή κράτηση, διακοπή παροχών και επιστροφή».
Οι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες: η κόλαση μετά το άσυλο
Και αν κάποιος τελικά πάρει άσυλο; Η κυβερνητική προπαγάνδα θα έπρεπε, λογικά, να τον θεωρεί «νόμιμο», άρα ενταγμένο στο κράτος δικαίου. Η πραγματικότητα είναι αντίστροφη.
Οι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες στην Ελλάδα παραμένουν εγκλωβισμένοι σε έναν φαύλο κύκλο γραφειοκρατίας και αποκλεισμού. Χωρίς έγκαιρη άδεια διαμονής, χωρίς σταθερή πρόσβαση σε ΑΜΚΑ, χωρίς στέγη, χωρίς εργασία, χωρίς ουσιαστική κοινωνική προστασία. Η αναγνώριση διεθνούς προστασίας, αντί να ανοίγει τον δρόμο για ένταξη, συχνά γίνεται η αρχή μιας νέας διοικητικής εξόντωσης.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: πάνω από 167.000 άνθρωποι έχουν λάβει προστασία από το 2020 έως το 2025, όμως πολλοί βρίσκονται αντιμέτωποι με καθυστερήσεις, άρνηση πρόσβασης σε έγγραφα, αστεγία και αποκλεισμό από βασικά δικαιώματα. Ιδιαίτερα σκληρή είναι η κατάσταση για όσους επιστρέφονται στην Ελλάδα από άλλα ευρωπαϊκά κράτη, κυρίως από τη Γερμανία, συχνά χωρίς έγγραφα, χωρίς υποστήριξη και χωρίς δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στα δικαιώματα που υποτίθεται ότι τους αναγνωρίζει ο νόμος.
Εδώ αποκαλύπτεται η συνέχεια της ίδιας πολιτικής. Στα σύνορα η αποτροπή. Στις δομές η κράτηση. Στη διαδικασία ασύλου η ταχεία απόρριψη. Μετά την αναγνώριση, η γραφειοκρατική εγκατάλειψη. Το κράτος δεν θέλει ούτε τους αιτούντες ούτε τους αναγνωρισμένους. Θέλει είτε να τους απομακρύνει είτε να τους κάνει αόρατους.
Επιστροφές: η απέλαση ως φυσική κατάληξη
Το νομοσχέδιο συνδέει άμεσα τις συνοριακές διαδικασίες με τις διαδικασίες επιστροφής. Η απόρριψη δεν είναι πλέον απλώς αρνητική απόφαση. Είναι προθάλαμος απομάκρυνσης.
Η κυβέρνηση μιλά για «αποτελεσματικές επιστροφές». Αυτή είναι η αγαπημένη φράση όλων των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων που θέλουν να εμφανίζονται τεχνοκρατικές ενώ εφαρμόζουν πολιτικές βίας. Αποτελεσματική επιστροφή σημαίνει γρήγορη απέλαση. Σημαίνει λιγότερος χρόνος για προσφυγή. Σημαίνει λιγότερος χώρος για να ακουστεί η ιστορία. Σημαίνει μεγαλύτερος κίνδυνος παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Και εδώ μπαίνει το επόμενο στάδιο: τα λεγόμενα «return hubs», τα κέντρα επιστροφής εκτός ΕΕ. Η Ευρώπη θέλει να εξάγει τη βαρβαρότητα. Να κρατά, να απορρίπτει, να διαχειρίζεται και να εξαφανίζει ανθρώπους έξω από το οπτικό πεδίο των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Να μεταφέρει την ευθύνη σε τρίτες χώρες, συχνά με αντάλλαγμα χρηματοδότηση, εξοπλισμό, συμφωνίες, πολιτική στήριξη.
Αυτό δεν είναι πολιτική ασύλου. Είναι outsourcing της καταστολής!
Λιβύη, Σουδάν, Κρήτη: η νέα γεωγραφία της αποτροπής
Η μετατόπιση του κυβερνητικού ενδιαφέροντος προς τη Λιβύη και τη Βόρεια Αφρική δεν είναι τυχαία. Καθώς οι αφίξεις από την Τουρκία εμφανίζονται μειωμένες, η Κρήτη αναγορεύεται σε νέο μέτωπο. Οι άνθρωποι που φεύγουν από τη Λιβύη, ανάμεσά τους και εκτοπισμένοι από το Σουδάν, παρουσιάζονται όχι ως πρόσφυγες ενός νέου κύκλου πολέμων και καταρρεύσεων, αλλά ως απειλή για την «τοπική κοινωνία».
Η απάντηση είναι κλειστές δομές. Δηλαδή το ίδιο μοντέλο που κατέστρεψε τα νησιά, τώρα μεταφέρεται στην Κρήτη. Πρώτα εμφανίζουν τους ανθρώπους ως κίνδυνο. Μετά παρουσιάζουν τη φυλακή ως προστασία. Μετά βαφτίζουν την εξαθλίωση «διαχείριση».
Η φράση του Πλεύρη «να προστατευτούν οι τοπικές κοινωνίες» είναι αποκαλυπτική. Από ποιον; Από ανθρώπους που μόλις διέσχισαν τη θάλασσα; Από οικογένειες, νέους, επιζώντες πολέμων και στρατοπέδων; Η κυβέρνηση ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Καλλιεργεί φόβο για να νομιμοποιήσει την καταστολή.
Eurodac και βιομετρικό φακέλωμα: το σώμα ως διοικητικό δεδομένο
Το νέο Σύμφωνο ενισχύει και το βιομετρικό φακέλωμα. Το Eurodac δεν είναι απλώς μια βάση δεδομένων. Είναι εργαλείο επιτήρησης, ταξινόμησης και ελέγχου. Δακτυλικά αποτυπώματα, φωτογραφίες προσώπου, προσωπικά στοιχεία, αποφάσεις επιστροφής, μετακινήσεις, καθεστώτα, διασταυρώσεις.
Ο πρόσφυγας μετατρέπεται σε ψηφιακό ίχνος. Το σώμα του γίνεται διοικητικό αρχείο. Η μετακίνησή του γίνεται αντικείμενο παρακολούθησης. Και όλα αυτά στο όνομα της «ασφάλειας».
Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε νέα ευρωπαϊκή μεταρρύθμιση στο άσυλο συνοδεύεται από περισσότερα δεδομένα, περισσότερα συστήματα, περισσότερες βάσεις, περισσότερη αστυνομική διασύνδεση. Η Ευρώπη δεν θέλει μόνο να αποτρέπει. Θέλει να γνωρίζει, να προβλέπει, να ταξινομεί, να ελέγχει.
Ανεξάρτητος έλεγχος ή κρατικό ξέπλυμα;
Το νομοσχέδιο αφήνει σοβαρά ερωτήματα και για τον ανεξάρτητο μηχανισμό παρακολούθησης θεμελιωδών δικαιωμάτων. Σε ένα σύστημα που περιλαμβάνει διαλογή, κράτηση, περιορισμό, συνοριακές διαδικασίες και επιστροφές, ο ανεξάρτητος (σε πολλά εισαγωγικά η λέξη) έλεγχος δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι κρίσιμος όρος λογοδοσίας.
Και εδώ η κυβέρνηση κάνει μια χαρακτηριστική πολιτική πιρουέτα. Στις δημόσιες συζητήσεις γύρω από τον μηχανισμό παρακολούθησης των συνόρων, ο Συνήγορος του Πολίτη παρουσιαζόταν και από την κυβέρνηση ως ο πλέον κατάλληλος θεσμός για να αναλάβει αυτόν τον ρόλο. Οχι τυχαία. Πρόκειται για Αρχή με μακρά εμπειρία στη διερεύνηση περιστατικών αυθαιρεσίας, στην παρακολούθηση επιστροφών και στην προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ακόμη και διεθνείς φορείς είχαν αναδείξει τον Συνήγορο ως τον καταλληλότερο θεσμό για έναν στοιχειωδώς ανεξάρτητο μηχανισμό παρακολούθησης.
Στην πορεία όμως η υπόθεση έγινε… γαργάρα. Αντί για τον Συνήγορο του Πολίτη, η κυβέρνηση προκρίνει τελικά την Εθνική Αρχή Διαφάνειας. Δηλαδή έναν φορέα που δεν έχει ως βασική αποστολή την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ούτε διαθέτει την αντίστοιχη θεσμική παράδοση και εξειδίκευση. Η επιλογή αυτή έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από οργανώσεις και νομικούς φορείς, που αμφισβητούν κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικά ανεξάρτητος ελεγκτής των ίδιων κρατικών μηχανισμών που καλείται να παρακολουθεί.
Αλλωστε, η Εθνική Αρχή Διαφάνειας ήταν και ο φορέας που στο παρελθόν κλήθηκε να διερευνήσει καταγγελίες για επαναπροωθήσεις, καταλήγοντας σε πορίσματα που αμφισβητήθηκαν έντονα από διεθνείς οργανισμούς, ΜΚΟ και θεσμούς ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ομως το ελληνικό κράτος έχει μακρά παράδοση στο να ελέγχει τον εαυτό του και να βγάζει τον εαυτό του αθώο. Το είδαμε στις καταγγελίες για επαναπροωθήσεις. Το είδαμε σε έρευνες που θάβονται. Το είδαμε σε μηχανισμούς που δεν έχουν πρόσβαση, ανεξαρτησία ή πραγματική δυνατότητα παρέμβασης.
Χωρίς ουσιαστικό, ανεξάρτητο και πλουραλιστικό μηχανισμό, με συμμετοχή θεσμών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δυνατότητα πρόσβασης σε δομές και σύνορα, η «παρακολούθηση» θα γίνει άλλο ένα φύλλο συκής. Ή, πιο σωστά, άλλο ένα εργαλείο θεσμικού ξεπλύματος μιας πολιτικής που έχει ήδη αποφασίσει ότι η αποτροπή προηγείται των δικαιωμάτων.
Η «νόμιμη μετανάστευση» ως άλλοθι
Η κυβέρνηση συνοδεύει τη σκληρή γραμμή με αναφορές στη νόμιμη μετανάστευση και στις άδειες διαμονής. Το μήνυμα είναι διπλό: από τη μία «χρειαζόμαστε εργατικά χέρια», από την άλλη «όποιος έρχεται χωρίς άδεια είναι εχθρός».
Πρόκειται για την κλασική καπιταλιστική διαχείριση της μετανάστευσης. Ο μετανάστης είναι χρήσιμος όταν καλύπτει ανάγκες της αγοράς εργασίας, φτηνά, ευέλικτα, πειθαρχημένα. Είναι ανεπιθύμητος όταν ζητά δικαιώματα, προστασία, οικογενειακή ζωή, κοινωνική ένταξη.
Ετσι η νόμιμη μετανάστευση δεν λειτουργεί ως δικαιωματικός δρόμος, αλλά ως μηχανισμός επιλογής εργατικού δυναμικού. Το κράτος δεν ανοίγει δρόμους αξιοπρέπειας. Ανοίγει κανάλια ελεγχόμενης εκμετάλλευσης, ενώ ταυτόχρονα ποινικοποιεί τη μετακίνηση όσων περισσεύουν.
Το πραγματικό περιεχόμενο του νομοσχεδίου
Αν αφαιρέσουμε τη νομική ορολογία, το νομοσχέδιο λέει τα εξής:
- Πρώτον, όποιος φτάνει στα σύνορα θα περνά από μηχανισμό διαλογής.
- Δεύτερον, η διαλογή θα συνοδεύεται από περιορισμό, επιτήρηση και πιθανή κράτηση.
- Τρίτον, πολλές αιτήσεις θα οδηγούνται σε ταχείες συνοριακές διαδικασίες.
- Τέταρτον, η απόρριψη θα συνδέεται άμεσα με επιστροφή.
- Πέμπτον, οι ευάλωτοι θα εντοπίζονται μέσα σε διαδικασίες που δεν ευνοούν καθόλου τον ουσιαστικό εντοπισμό ευαλωτότητας.
- Εκτον, τα παιδιά θα συνεχίσουν να κινδυνεύουν να αντιμετωπίζονται μέσα από το πρίσμα του μεταναστευτικού ελέγχου.
- Εβδομον, οι υλικές συνθήκες υποδοχής θα μπορούν να γίνονται εργαλείο πειθάρχησης.
- Ογδοον, οι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες θα εξακολουθούν να αφήνονται σε έναν διοικητικό λαβύρινθο χωρίς ουσιαστική ένταξη.
- Ενατον, η ΕΕ θα επιδιώκει όλο και περισσότερο να εξάγει την κράτηση και τις επιστροφές σε τρίτες χώρες.
- Δέκατον, όλα αυτά θα παρουσιάζονται ως «τάξη», «ασφάλεια», «αποτελεσματικότητα» και «ευρωπαϊκή κανονικότητα».
Δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι πολεμική μηχανή κατά των προσφύγων
Το νέο Σύμφωνο, και τώρα η ελληνική του εφαρμογή, δεν έρχονται να διορθώσουν τις αποτυχίες του ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου. Ερχονται να τις κάνουν κανόνα.
Είναι ασύλληπτο αν αναλογιστούμε το σκεπτικό των πολιτικών αυτών.
Η πολιτισμένη ΕΕ είδε τη Μόρια και δεν είπε «ποτέ ξανά». Αντιθέτως λέει: πώς θα το οργανώσουμε καλύτερα;
Είδε τα φονικά ναυάγια και δεν είπε: ασφαλείς και νόμιμες διαδρομές. Είπε: πάμε με περισσότερη αποτροπή.
Είδε τις επαναπροωθήσεις και δεν είπε: λογοδοσία. Είπε: προστασία συνόρων!
Είδε την αστεγία των αναγνωρισμένων προσφύγων και δεν είπε: ένταξη. Είπε: λιγότερες παροχές.
Είδε την ακροδεξιά να ανεβαίνει και δεν την αντιμετώπισε. Υιοθέτησε την ατζέντα της.
Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο του νομοσχεδίου. Δεν προστατεύει ανθρώπους. Προστατεύει σύνορα, κυβερνήσεις, μηχανισμούς ασφαλείας, εργολαβίες, ευρωπαϊκές ισορροπίες και πολιτικές καριέρες χτισμένες πάνω στο φόβο.
Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες δεν είναι «ροές». Δεν είναι «πίεση». Δεν είναι «εισβολή». Δεν είναι «πρόβλημα». Είναι άνθρωποι. Ανθρωποι που μετακινούνται γιατί ο καπιταλιστικός κόσμος που παράγει πολέμους, φτώχεια, ανισότητες, κλιματική καταστροφή, αποικιοκρατικές συνέχειες και ιμπεριαλισιτικές επεμβάσεις τούς αναγκάζει να μετακινηθούν.
Και γι’ αυτό η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη μια νομοτεχνική παρατήρηση. Χρειάζεται πολιτική καταγγελία. Χρειάζεται σύγκρουση με το ίδιο το δόγμα της αποτροπής. Με την ιδέα ότι κάποιοι άνθρωποι αξίζουν δικαιώματα μόνο αν περάσουν επιτυχώς από διοικητικά φίλτρα. Με την ιδέα ότι η θάλασσα μπορεί να γίνει σύνορο θανάτου και οι δομές αποθήκες ψυχών.
Το άσυλο δεν είναι χάρη. Δεν είναι φιλανθρωπία. Δεν είναι εργαλείο της κυβέρνησης για να δείχνει πότε «σκληραίνει» και πότε «ανθρωπίζει». Είναι δικαίωμα. Ιστορική κατάκτηση απέναντι στη βαρβαρότητα.
Και κάθε νόμος που το μετατρέπει σε παγίδα πρέπει να βρίσκει απέναντί του όσους δεν αποδέχονται να γίνει η Μεσόγειος υγρός τάφος, τα σύνορα φυλακή και η Ευρώπη ένα απέραντο στρατόπεδο διαλογής ανθρώπων.













