Το BBC αποκάλυψε πριν από λίγες ημέρες με δημοσίευμα του (https://www.bbc.com/news/articles/c86vpq42dl0o) ότι στην περιοχή του Εβρου η ελληνική αστυνομία χρησιμοποίησε στρατολογημένους μασκοφόρους μετανάστες για να συμμετέχουν σε βίαιες επαναπροωθήσεις άλλων μεταναστών προς την Τουρκία.
Δεν πέσαμε από τα σύννεφα. Αυτά που τώρα αναφέρει το BBC για τον Εβρο, εμείς τα γράφαμε εδώ και καιρό. Τα γράφαμε όταν το αστικό πολιτικό προσωπικό και τα κυβερνητικά φερέφωνα παρίσταναν τους ανήξερους. Τα γράφαμε όταν οι καταγγελίες για επαναπροωθήσεις, απαγωγές, ξυλοδαρμούς, κλοπές, εξευτελισμούς και εξαφανίσεις ανθρώπων στα σύνορα βαφτίζονταν «τουρκική προπαγάνδα», «μυθεύματα ΜΚΟ» ή «υβριδικός πόλεμος».
Τώρα ήρθε ένα μεγάλο διεθνές Μέσο να περιγράψει με τρόπο ωμό αυτό που ήταν ήδη γνωστό σε όσους δεν είχαν συμφέρον να κάνουν ότι δεν βλέπουν: ότι στο καθεστώς του Εβρου δεν δρουν μόνο ένστολοι κρατικοί μηχανισμοί, αλλά και παρακρατικοί εκτελεστές, μασκοφόροι «βοηθοί», άνθρωποι στρατολογημένοι από την ίδια τη μάζα των κατατρεγμένων για να κυνηγούν άλλους κατατρεγμένους.
Το BBC μιλά καθαρά για στρατολόγηση μεταναστών από την ελληνική αστυνομία ώστε να συμμετέχουν σε βίαιες επαναπροωθήσεις τουλάχιστον από το 2020. Αναφέρει ότι αυτοί οι μασκοφόροι προέρχονταν, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, από χώρες όπως το Πακιστάν, η Συρία και το Αφγανιστάν και ότι ως αντάλλαγμα μπορούσαν να πάρουν μετρητά, κινητά τηλέφωνα που αφαιρούνταν από άλλα θύματα, ακόμη και «χαρτιά» ή ανοχή που τους επέτρεπε ουσιαστικά να περάσουν μέσα από την Ελλάδα.
Ακόμα χειρότερα, το ρεπορτάζ περιλαμβάνει καταγγελίες για ξυλοδαρμούς μέχρι λιποθυμίας, για βιασμούς, για έρευνες πάνω σε γυναικεία σώματα και παιδιά, για αφαίρεση ακόμη και πάνας από βρέφος στην αναζήτηση χρημάτων ή τιμαλφών. Αυτά δεν είναι «υπερβολές». Είναι η λογική κατάληξη μιας πολιτικής που έχει αναγάγει τον πρόσφυγα και τον μετανάστη σε γυμνό σώμα, σε σώμα δίχως δικαιώματα, διαθέσιμο προς ταπείνωση και βία.
Ας αφήσουμε λοιπόν τα μισόλογα. Ο όρος «pushback» είναι πολύ ήπιος για να περιγράψει αυτό που συμβαίνει. Η λέξη ακούγεται σχεδόν τεχνοκρατική, διοικητική, ουδέτερη. Σαν να πρόκειται για κάποια ουδέτερη «επιχειρησιακή πρακτική διαχείρισης συνόρων». Στην πραγματικότητα μιλάμε για παράνομες απαγωγές ανθρώπων που βρίσκονται ήδη σε ελληνικό έδαφος ή σε σημεία όπου έχουν δικαίωμα να ζητήσουν άσυλο, για κράτηση χωρίς καταγραφή, για ληστείες, για σωματική και ψυχολογική κακοποίηση, για βίαιη μεταφορά πίσω στην τουρκική πλευρά χωρίς καμία διαδικασία.
Διεθνείς οργανώσεις, το Συμβούλιο της Ευρώπης, η Διεθνής Αμνηστεία και μια σειρά φορείς έχουν επί χρόνια καταγράψει ακριβώς αυτό το μοτίβο. Και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε τον Γενάρη του 2025 ότι η Ελλάδα εφάρμοσε συστηματικές επαναπροωθήσεις προς την Τουρκία, σε μια ιστορική απόφαση που κατέρριψε την επίσημη γραμμή των συνεχών διαψεύσεων.
Αυτό έχει τεράστια σημασία. Γιατί η κυβέρνηση και ο κρατικός μηχανισμός δεν μπορούν πια να κρύβονται πίσω από το παραμύθι του «μεμονωμένου περιστατικού». Οταν μια πρακτική επαναλαμβάνεται επί χρόνια, όταν επιβεβαιώνεται από μαρτυρίες, από ανεξάρτητες έρευνες, από ΜΚΟ, από δημοσιογράφους, από ευρωενωσίτικους αστικούς θεσμούς, από αποφάσεις δικαστηρίων και, τώρα, από στοιχεία που σύμφωνα με το BBC περιλαμβάνουν και εσωτερικά έγγραφα και πειθαρχικές διαδικασίες, τότε δεν μιλάμε για παρέκκλιση. Μιλάμε για σύστημα. Μιλάμε για κρατική μέθοδο. Το κράτος δεν «ξέφυγε». Το κράτος οργανώνει, ανέχεται, καλύπτει και αναπαράγει αυτή τη βία.
Και εδώ βρίσκεται το πιο βρόμικο στοιχείο της υπόθεσης: η αξιοποίηση εξαθλιωμένων μεταναστών ως βοηθητικών μηχανισμών βίας. Δηλαδή, το κράτος, που κυνηγά ανθρώπους επειδή είναι «παράτυποι», στρατολογεί κάποιους από αυτούς για να κυνηγούν άλλους. Τους εντάσσει σε μια γκρίζα ζώνη παρακρατικής εκτέλεσης, τους δίνει ρόλο λούμπεν μπράβου του συνόρου και ταυτόχρονα παράγει τον τέλειο μηχανισμό άρνησης ευθύνης. Γιατί αύριο, όταν ξεσπάσει σκάνδαλο, θα πουν: «Δεν ήταν αστυνομικοί, ήταν άγνωστοι». Ιδού όμως που η ίδια η λογική της επιχείρησης δείχνει κρατική εποπτεία και καθοδήγηση, όπως μεταδίδεται από το BBC και όπως ταιριάζει με όσα έχουν καταγγελθεί επανειλημμένα για τους «άντρες στα μαύρα» στον Εβρο. Δεν πρόκειται για ανεξέλεγκτο υπόκοσμο. Πρόκειται για παρακρατική προέκταση της επίσημης συνοριακής πολιτικής.
Το γεγονός ότι αυτές οι αποκαλύψεις αφορούν τον Εβρο δεν είναι τυχαίο. Ο Εβρος έχει μετατραπεί σε εργαστήριο της πιο αντιδραστικής ευρωπαϊκής συνοριακής πολιτικής. Εκεί δοκιμάστηκε η πλήρης αναστολή του δικαιώματος στο άσυλο. Εκεί νομιμοποιήθηκαν στη δημόσια σφαίρα τα τάγματα των «αγανακτισμένων πολιτών» και οι ρατσιστικές πολιτοφυλακές. Εκεί το «υπερασπιζόμαστε τα σύνορα της Ευρώπης» έγινε άδεια για κάθε είδους θηριωδία. Και δεν είναι μόνο ελληνική ιδιομορφία. Είναι η ελληνική εκδοχή της ευρωπαϊκής γραμμής: Ευρώπη-Φρούριο, αποτροπή πάση θυσία, εξαίρεση του προσφυγικού πληθυσμού από το κανονικό νομικό καθεστώς, μετατροπή της συνοριακής ζώνης σε χώρο όπου το δίκαιο αναστέλλεται.
Οσοι σήμερα παριστάνουν τους έκπληκτους ας απαντήσουν σε ένα απλό ερώτημα: πώς φτάσαμε ως εδώ; Φτάσαμε γιατί επί χρόνια η άρχουσα τάξη, τα κόμματα εξουσίας, οι ευρωενωσίτικοι μηχανισμοί και τα ΜΜΕ έσπειραν το δηλητήριο ότι ο πρόσφυγας είναι απειλή, ο μετανάστης είναι εισβολέας, τα δικαιώματα είναι πολυτέλεια και η βία στα σύνορα είναι «αναγκαίο κακό». Οταν ο Πλεύρης μιλούσε το 2025 για «εισβολή» και η κυβέρνηση προωθούσε μέτρα όπως η αναστολή εξέτασης αιτημάτων ασύλου για αφίξεις από τη Λιβύη, δεν εξέφραζαν κάποιο ακραίο περιθώριο. Εξέφραζαν τη συμπύκνωση της κυρίαρχης γραμμής: πρώτα η αποτροπή, μετά η συγκάλυψη και στο τέλος η θεσμική κανονικοποίηση της παρανομίας.
Οι επαναπροωθήσεις δεν είναι μόνο αντιδραστική πολιτική. Είναι και ταξική πολιτική. Γιατί ο κόσμος της εργασίας καλείται να συσπειρωθεί πίσω από το «εθνικό συμφέρον» και την «ασφάλεια των συνόρων», την ίδια ώρα που το κεφάλαιο αξιοποιεί τη μετανάστευση όπως το βολεύει: φτηνό εργατικό δυναμικό όταν χρειάζεται, αποδιοπομπαίος τράγος όταν θέλει να εκτονώσει την κοινωνική δυσαρέσκεια. Ο μετανάστης είναι χρήσιμος όταν δουλεύει αόρατα σε χωράφια, εργοτάξια, κουζίνες, ντελίβερι και φροντίδα. Οταν όμως εμφανίζεται ως υποκείμενο δικαιωμάτων, τότε ενεργοποιείται όλος ο μηχανισμός αποκτήνωσης. Αυτός είναι ο πυρήνας της υποκρισίας τους. Δεν έχουν πρόβλημα με τη μεταναστευτική εργασία. Εχουν πρόβλημα με τον μετανάστη που δεν πεθαίνει αθόρυβα, που δεν είναι αόρατος, που ζητά άσυλο, χαρτιά, στέγη, περίθαλψη, αξιοπρέπεια.
Από αυτή την άποψη, το δημοσίευμα του BBC είναι σημαντικό, όχι μόνο επειδή παραθέτει συγκλονιστικές καταγγελίες, αλλά επειδή τσακίζει τη βιτρίνα της επίσημης αφήγησης. Δεν μιλά πια μόνο κάποια «στρατευμένη» οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μιλά ένας διεθνής δημοσιογραφικός οργανισμός, που ανασυνθέτει την υπόθεση από πολλαπλές πηγές και τη φέρνει στο παγκόσμιο κοινό. Και αυτό δυσκολεύει την κυβέρνηση να συνεχίσει το γνωστό παιχνίδι: «δεν ξέρουμε», «δεν προκύπτει», «η Τουρκία εργαλειοποιεί», «οι ΜΚΟ ψεύδονται», «τα σύνορα φυλάσσονται νόμιμα».
Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι μόνο η κυβέρνηση. Είναι και η ΕΕ, που ξέρει πολύ καλά τι συμβαίνει στα εξωτερικά της σύνορα αλλά κάνει ότι δεν καταλαβαίνει, γιατί οι ελληνικές παρανομίες υπηρετούν τον ευρωπαϊκό στρατηγικό στόχο της αποτροπής. Γι’ αυτό και, παρά τα χρόνια τεκμηρίωσης, η Κομισιόν εξακολουθεί να αποφεύγει την καθαρή παραδοχή για τις ελληνικές επαναπροωθήσεις, ενώ η Frontex έχει αναγκαστεί επανειλημμένα να ερευνά καταγγελίες για παραβιάσεις δικαιωμάτων στην Ελλάδα.
Εδώ πρέπει να ειπωθεί και κάτι ακόμα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο νομικό, αν και είναι και νομικό. Δεν είναι μόνο αν παραβιάζεται η Σύμβαση της Γενεύης, η αρχή της μη επαναπροώθησης, το ευρωπαϊκό δίκαιο, η απαγόρευση απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης. Είναι και βαθιά πολιτικό και ηθικό. Ενα κράτος που αρπάζει ανθρώπους, τους ληστεύει, τους ξεγυμνώνει, τους δέρνει, τους απειλεί με βιασμό και μετά τους πετά πίσω στο ποτάμι, δεν «υπερασπίζεται τα σύνορα». Παράγει τρόμο. Παράγει κτηνωδία. Μαθαίνει τους ένστολους, τους τοπικούς μηχανισμούς και ένα τμήμα της κοινωνίας να αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες ανθρώπινες ζωές ως αναλώσιμες. Αυτό είναι σχολείο φασισμού. Και δεν μένει ποτέ περιορισμένο στους πρόσφυγες. Η αυθαιρεσία που ασκείται πάνω στον πιο αδύναμο, αργά ή γρήγορα απλώνεται παντού.
Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένα αόριστο «να διερευνηθούν οι καταγγελίες». Φυσικά να διερευνηθούν. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι ότι λείπει η πληροφορία. Πληροφορία υπάρχει εδώ και χρόνια. Το πρόβλημα είναι η πολιτική βούληση συγκάλυψης. Χρειάζεται να κατονομαστούν ευθύνες στην αστυνομία, στο υπουργείο, στην κυβέρνηση, στη Frontex, στην ΕΕ. Χρειάζεται να τσακιστεί το καθεστώς ατιμωρησίας στα σύνορα. Χρειάζεται να υπερασπιστούμε όχι έναν αφηρημένο «ανθρωπισμό», αλλά το στοιχειώδες: ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι παράνομος, ότι κανένα κράτος δεν έχει δικαίωμα να μετατρέπει τα σύνορά του σε μαύρη τρύπα δικαίου, ότι ο πρόσφυγας και ο μετανάστης δεν είναι εχθρός των λαών αλλά θύμα των πολέμων, της ιμπεριαλιστικής λεηλασίας, της φτώχειας και της ίδιας της καπιταλιστικής βαρβαρότητας που μετά σηκώνει φράχτες για να κρύψει τα αποτελέσματά της.
Το δημοσίευμα του BBC είναι βοηθητικό. Αλλά ας μην ξεχνάμε το βασικό: το θέμα δεν είναι αν η διεθνής αστική δημοσιογραφία θα «ανακαλύψει» τελικά τι γίνεται στον Εβρο. Το θέμα είναι να σπάσει η σιωπή και η συνενοχή εδώ. Εδώ όπου οι επαναπροωθήσεις παρουσιάζονται ως πατριωτισμός. Εδώ όπου οι μασκοφόροι μπράβοι του συνόρου βαφτίζονται «υπερασπιστές». Εδώ όπου η κρατική παρανομία φορά εθνικό μανδύα.
Οποιος σήμερα εξακολουθεί να δικαιολογεί αυτά τα εγκλήματα στο όνομα της φύλαξης των συνόρων, είναι συνένοχος. Και όποιος εξακολουθεί να μιλά για «μεμονωμένες ακρότητες», ενώ οι αποδείξεις σωρεύονται από το 2020 μέχρι σήμερα, απλώς συμμετέχει στη συγκάλυψη.








