Δημοσιεύουμε μια ανάλυση του καθηγητή Δρ. Μόχσεν Μοχάμαντ Σάλεχ, διευθυντή του εγκατεστημένου στη Βηρυττό Al-Zaytouna Centre for Studies and Consultations, που δημοσιεύτηκε σήμερα. Αν και παραβλέπει την απόλυτη σχέση εξάρτησης του Ισραήλ από τις ΗΠΑ και τη λειτουργία της σιωνιστικής οντότητας ως απόλυτα εξαρτημένου από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό εντολοδόχου (λάθος που κάνουν σχεδόν όλοι οι προοδευτικοί αναλυτές στη Μέση Ανατολή), οι επισημάνσεις του λιβανέζου ακαδημαϊκού είναι καίριες και έχουν ιδιαίτερη σημασία καθώς προέρχονται μέσα από τον Λίβανο και αντανακλούν τις εκτιμήσεις ενός ευρύτατου τμήματος της λιβανέζικης διανόησης και της λιβανέζικης κοινωνίας.
***
Του καθηγητή Δρ. Μόχσεν Μοχάμαντ Σάλεχ
Η εκεχειρία, που ανακοινώθηκε από το Πακιστάν υπό την ιδιότητά του ως διαμεσολαβητή, αποσκοπούσε στη διακοπή του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου κατά του Ιράν για χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων σε «όλα τα μέτωπα». Ωστόσο, σχεδόν αμέσως μετά την έναρξη ισχύος της, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε ότι η συμφωνία δεν επεκτεινόταν στον Λίβανο, κατά σαφή παραβίαση της πακιστανικής ανακοίνωσης. Λίγο αργότερα, ο ισραηλινός στρατός εξαπέλυσε μία από τις σφοδρότερες επιθέσεις του κατά του Λιβάνου εδώ και σχεδόν 44 χρόνια (από τον πόλεμο του 1982), πλήττοντας περίπου 100 στόχους ταυτόχρονα. Οι επιθέσεις αυτές προκάλεσαν εκτεταμένες απώλειες, με περισσότερους από 300 Λιβανέζους νεκρούς και 1.150 τραυματίες, σύμφωνα με το λιβανικό υπουργείο Δημόσιας Υγείας.
Απόπειρα ιδιοποίησης του λιβανικού φακέλου
Το Ισραήλ φαίνεται ότι είχε ελάχιστο ενδιαφέρον για τον τερματισμό του πολέμου, επιδιώκοντας αντίθετα τη μέγιστη κλιμάκωση, είτε για να καταρρεύσει πλήρως η συμφωνία είτε, τουλάχιστον, για να επιβάλει έναν de facto διαχωρισμό του λιβανικού φακέλου από την προσωρινή εκεχειρία με το Ιράν. Η κλιμάκωση αυτή προκάλεσε ευρεία διεθνή έκπληξη· χαρακτηριστικά, ο συνήθως συγκρατημένος υπουργός Αμυνας του Πακιστάν χαρακτήρισε το Ισραήλ, σε μια πρωτοφανή δήλωση, «κακό» και «κατάρα για την ανθρωπότητα», παρατηρώντας ότι «ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη ειρηνευτικές συνομιλίες στο Ισλαμαμπάντ, διαπράττεται γενοκτονία στον Λίβανο».
Οσον αφορά τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είναι ευρέως γνωστός για ανακρίβειες και αντιφάσεις, αρχικά υποστήριξε ότι ο Λίβανος δεν περιλαμβανόταν στις ρυθμίσεις της εκεχειρίας. Στη συνέχεια, ωστόσο, μετά από ιρανικές απειλές για επανέναρξη των εχθροπραξιών και εν μέσω αυξανόμενων διεθνών πιέσεων, ζήτησε από τον Νετανιάχου «να μειώσει την ένταση των επιθέσεων στον Λίβανο». Ο Νετανιάχου αργότερα επέδειξε προθυμία να μειώσει την ένταση των επιχειρήσεων, χωρίς όμως να δεσμευτεί σε μια συνολική εκεχειρία για τις επόμενες δύο εβδομάδες.
Η ισραηλινή αντίληψη για τη στρατηγική–ασφαλείας για τον Λίβανο και ιδιαίτερα για τον νότο του βασίζεται στην αντιμετώπισή του ως «ζωτικού χώρου» ή «πίσω κήπου», με στόχο τη διασφάλιση της ασφάλειας των βόρειων εποικισμών του. Αντίστοιχα, αυτή η αντίληψη έχει ιστορικά οδηγήσει το Ισραήλ στην εξαπόλυση πολλαπλών στρατιωτικών εκστρατειών κατά του Λιβάνου, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας της συνοριακής ζώνης το 1978, από την οποία τελικά αναγκάστηκε να αποχωρήσει υπό την πίεση της Αντίστασης το 2000. Ωστόσο, η επιχείρηση «Κατακλυσμός του Αλ-Ακσα», η συμμετοχή της Χεζμπολά στην αντιπαράθεση και οι επακόλουθες μεταβολές στο ισραηλινό δόγμα ασφαλείας συνέβαλαν συλλογικά σε μια μετάβαση υπό την κυβέρνηση Νετανιάχου από την αποτροπή μέσω απειλής στην αποτροπή μέσω καταστροφής.
Η προσέγγιση αυτή βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε προληπτικές στοχεύσεις και σε προσπάθειες εξουδετέρωσης θεωρούμενων απειλών στην πηγή τους, προτού αυτές εξελιχτούν σε διαρκή κίνδυνο. Επιπλέον, αυτή η δογματική μετατόπιση έχει ενισχυθεί από τον χαρακτήρα της τρέχουσας ισραηλινής κυβέρνησης, η οποία θεωρείται ευρέως ως η πιο ακραία από την ίδρυση του Ισραήλ. Συνδυάζει τον σκληροπυρηνικό εθνικιστικό προσανατολισμό του Λικούντ με ρεύματα θρησκευτικού σιωνισμού, με τρόπο που αντανακλά μια αποκλειστική και υπεροπτική κοσμοθεώρηση, η οποία αποδίδει περιορισμένη αξία στις ζωές των άλλων και δείχνει μικρή εκτίμηση για τα διεθνή νομικά και κανονιστικά πλαίσια. Επιπλέον, ο «πειρασμός της ισχύος», που απορρέει από τη συντριπτική στρατιωτική υπεροχή, τη μεγάλη καταστροφική ικανότητα και την άνευ όρων υποστήριξη των ΗΠΑ, έχει ενθαρρύνει περαιτέρω προσπάθειες επιβολής περιφερειακής κυριαρχίας και αναδιαμόρφωσης του γύρω στρατηγικού περιβάλλοντος σύμφωνα με τις ισραηλινές προτιμήσεις.
Σε πρακτικούς όρους, το Ισραήλ δεν βρίσκεται σε θέση να αφοπλίσει μονομερώς τη Χεζμπολά, ενώ το λιβανικό κράτος δεν εξετάζει προς το παρόν ένα τέτοιο εγχείρημα, δεδομένου ότι αυτό δεν είναι εφικτό χωρίς ευρεία εθνική συναίνεση, ούτε βιώσιμο υπό το βάρος των βαθιών συνεπειών του για την κοινωνική ειρήνη και τη συνοχή των Λιβανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Κατά συνέπεια, το Ισραήλ είναι πιθανό να παρουσιάσει τη συνεχιζόμενη αδυναμία αφοπλισμού της Χεζμπολά ως δικαιολογία για την επέκταση του ελέγχου του σε τμήματα του Λιβάνου και για τη μετατροπή της χώρας σε «ανοιχτό πεδίο» για ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις και συνεχή εξαναγκαστική επιρροή. Με αυτόν τον τρόπο, θα επιδιώξει να παγιώσει ισραηλινές παραμέτρους ασφαλείας και επιχειρησιακούς περιορισμούς, ενώ ταυτόχρονα θα καταστήσει δυνατή βαθύτερη εμπλοκή στις εσωτερικές υποθέσεις και στις δομές διακυβέρνησης του Λιβάνου.
Πιθανές τροχιές εξέλιξης
Ανεξάρτητα από την πορεία των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων στο Πακιστάν, ο Νετανιάχου και η κυβέρνησή του είναι πιθανό να επιδιώξουν την εξασφάλιση απτών κερδών από τον τρέχοντα πόλεμο κατά του Λιβάνου. Επιπλέον, ακόμη και στο πιο περιορισμένο επίπεδό του, ο ισραηλινός στρατηγικός σχεδιασμός σε αυτό το πλαίσιο έχει άμεσες επιπτώσεις στη λιβανική κυριαρχία. Υπό αυτό το πρίσμα, μπορούν να εντοπιστούν τέσσερα πιθανά επίπεδα παρέμβασης:
- Μια περιορισμένη προσέγγιση, περιοριζόμενη σε επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις του λιβανικού εναέριου χώρου και σε στοχεύσεις αυτού που το Ισραήλ ορίζει ως πιθανές απειλές, όπως έχει χαρακτηριστεί η περίοδος μεταξύ των δύο γύρων αντιπαράθεσης (τέλη Νοεμβρίου 2024 έως το τέλος Φεβρουαρίου 2026).
- Η εγκαθίδρυση ελέγχου σε υπερυψωμένα εδάφη και σε θέσεις στρατηγικής σημασίας που εκτείνονται 1–2 χιλιόμετρα πέρα από τις γραμμές ανακωχής (τα σύνορα).
- Η δημιουργία ζώνης ασφαλείας βάθους 3–5 χιλιομέτρων, σχεδιασμένης ώστε να αποκλείσει οποιαδήποτε ένοπλη παρουσία της Χεζμπολά ή άλλων δυνάμεων αντίστασης.
- Η επέκταση του επιχειρησιακού ελέγχου νότια του ποταμού Λιτάνι σε βάθος 20–30 χιλιομέτρων, με στόχο τη μεγιστοποίηση των εγγυήσεων ασφαλείας.
Το πρώτο επίπεδο φαίνεται να είναι το λιγότερο δαπανηρό· ωστόσο, θα λειτουργούσε επίσης ως διαρκής καταλύτης για τη συνέχιση της αντίστασης. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι οι δρώντες της αντίστασης είναι απίθανο να αποδεχτούν μια εκεχειρία που είναι ουσιαστικά μονομερής, ιδιαίτερα σε ένα πλαίσιο όπου οι μαχητές τους σκοτώνονται και η κοινωνική τους βάση στοχοθετείται χωρίς καμία αντίστοιχη απάντηση ή αξιόπιστη αποτρεπτική ικανότητα. Το δεύτερο επίπεδο, αντίθετα, δεν θα απέτρεπε αποτελεσματικά τη Χεζμπολά από το να πλήττει οικισμούς ή να εκτοξεύει ρουκέτες με σχετική ευκολία.
Αντίστοιχα, ενώ το τρίτο επίπεδο θα παρείχε μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος για το Ισραήλ, θα παρέμενε ευάλωτο σε παρατεταμένη στρατιωτική και οικονομική φθορά. Οσον αφορά το τέταρτο επίπεδο, παρότι θεωρητικά θα μπορούσε να προσφέρει υψηλότερο βαθμό ασφάλειας, θα απαιτούσε έναν εκτεταμένο χερσαίο πόλεμο και τον έλεγχο ενός σημαντικού και κατά κύριο λόγο εχθρικού πληθυσμού. Θα ενίσχυε επίσης πιθανότατα τη νομιμοποίηση της ένοπλης αντίστασης, ενώ θα ενέτεινε τη στρατιωτική και οικονομική φθορά. Επιπλέον, θα αντιμετώπιζε ευρεία διεθνή αντίθεση, μαζί με υψηλή πιθανότητα αποτυχίας, ιδιαίτερα δεδομένου ότι μια παρόμοια προσέγγιση είχε επιχειρηθεί στο παρελθόν και τελικά κατέρρευσε, οδηγώντας σε αποχώρηση από τον Λίβανο.
Από την άλλη πλευρά, μια σημαντική πλειοψηφία στο Ισραήλ υποστηρίζει στρατιωτική δράση κατά της Χεζμπολά και την απομάκρυνσή της από την παραμεθόρια περιοχή. Ταυτόχρονα, ωστόσο, ένα σημαντικό τμήμα της ισραηλινής κοινωνίας εκφράζει αυξανόμενη ανησυχία για τους κινδύνους ενός παρατεταμένου πολέμου, τη μείωση της ασφάλειας, την οικονομική επιδείνωση, την πιθανή μετατροπή του Ισραήλ σε λιγότερο βιώσιμο περιβάλλον και το ενδεχόμενο κλιμάκωσης σε περιφερειακή σύγκρουση. Υπό αυτή την έννοια, το κυρίαρχο δημόσιο αίσθημα επιδιώκει τη μέγιστη επίτευξη αποτελεσμάτων με το ελάχιστο κόστος, ένας συνδυασμός που γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να επιτευχθεί στο λιβανικό πλαίσιο.
Συμπέρασμα
Κατά συνέπεια, είναι πιθανό ο Νετανιάχου και η κυβέρνησή του να επιδιώξουν την αποφυγή οποιασδήποτε διευθέτησης που θα οδηγούσε σε μόνιμη εκεχειρία, ανεξάρτητα από την έκβαση των διαπραγματεύσεων ΗΠΑ–Ιράν, όσο παραμένουν ανεκπλήρωτοι οι στόχοι τους σχετικά με τον αφοπλισμό της Χεζμπολά και τη διασφάλιση της ασφάλειας των εποικισμών. Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται ότι το Ισραήλ θα διατηρήσει διάφορα μέσα πίεσης έναντι του Λιβάνου, συμπεριλαμβανομένου του συνεχιζόμενου ελέγχου στρατηγικών σημείων και μιας περιορισμένης συνοριακής ζώνης, των επίμονων παραβιάσεων του λιβανικού εναέριου χώρου, καθώς και διαρκών κύκλων πίεσης και κλιμάκωσης μέσω στοχευμένων δολοφονιών και ενεργειών καταστροφής.
Αυτό, με τη σειρά του, υπογραμμίζει την ανάγκη για συνεχή λιβανική, αραβική, ισλαμική και διεθνή πίεση, ώστε να διασφαλιστεί ότι ο Λίβανος θα ενσωματωθεί πλήρως σε οποιαδήποτε συνολική διευθέτηση που αποσκοπεί στον τερματισμό του τρέχοντος πολέμου. Παράλληλα, αναδεικνύει την ανάγκη για μια ολοκληρωμένη εθνική λιβανική προσέγγιση που θα διασφαλίζει την κυριαρχία, την ασφάλεια και τη σταθερότητα της χώρας, αποτρέποντας ταυτόχρονα τις ισραηλινές φιλοδοξίες για κυριαρχία, έλεγχο και επιβολή των στρατηγικών της προτιμήσεων στην εσωτερική ατζέντα του Λιβάνου.








