Από τους συντάκτες του Palestine Chronicle
20 Μαρτη 2026
Οι αραβικές κυβερνήσεις καταδικάζουν τα ιρανικά αντίποινα ενώ ταυτόχρονα διευκολύνουν τη στρατηγική ΗΠΑ-Ισραήλ, αποκαλύπτοντας αντιφάσεις ανάμεσα στη δηλωμένη ουδετερότητα και την υλική συνενοχή.
Είναι οι Αραβες αθώοι;
Το ερώτημα είναι άβολο, αλλά δεν μπορεί να αποφευχθεί.
Σε ένα επίπεδο, όλα όσα εκτυλίσσονται στην περιοχή φαίνονται εσωτερικά λογικά — όχι με ηθική ή νομική έννοια, αλλά ως προς το πώς αυτά τα κράτη έχουν ιστορικά συμπεριφερθεί και τοποθετηθεί.
Είναι λογικό, για παράδειγμα, το Ισραήλ και οι ΗΠΑ να επιδιώκουν να επεκτείνουν τον πόλεμο με το Ιράν, εμπλέκοντας αραβικά κράτη και άλλους περιφερειακούς παράγοντες. Η μακροχρόνια προτίμησή τους για ελεγχόμενη αστάθεια — αυτό που συχνά περιγράφεται σε κύκλους πολιτικής ως «δημιουργικό χάος» — ταιριάζει σε αυτή την πορεία.
Είναι εξίσου λογικό το Ιράν να απαντήσει στοχεύοντας αμερικανικά στρατιωτικά και στρατηγικά συμφέροντα σε ολόκληρη την περιοχή, πέρα από τα άμεσα αντίποινα κατά του Ισραήλ. Η Τεχεράνη έχει διατυπώσει αυτή τη θέση με συνέπεια εδώ και χρόνια: ότι οποιαδήποτε σύγκρουση δεν θα παραμείνει γεωγραφικά περιορισμένη. Οι τρέχουσες ενέργειές της, είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι, ακολουθούν μια δηλωμένη στρατηγική.
Και είναι επίσης «λογικό», με την ίδια στενή, περιγραφική έννοια, οι αραβικές κυβερνήσεις του Κόλπου να εκφράζουν έκπληξη όταν οι συνέπειες αυτών των ευθυγραμμίσεων φτάνουν στα δικά τους εδάφη — ακόμη κι αν αυτή η έκπληξη είναι πολιτικά βολική και όχι αναλυτικά τεκμηριωμένη.
Εδώ είναι που η λογική αρχίζει να ρηγματώνεται.
Διότι ένα μοτίβο που είναι προβλέψιμο βάσει προηγούμενης συμπεριφοράς δεν σημαίνει ότι είναι πολιτικά συνεκτικό, νομικά ορθό ή ηθικά υπερασπίσιμο.
Οι επίσημες δηλώσεις και οι κυρίαρχες αφηγήσεις σε μεγάλο μέρος των αραβικών μέσων ενημέρωσης υποδηλώνουν πραγματική έκπληξη, ακόμη και ηθική αγανάκτηση, για την απάντηση του Ιράν. Το Ιράν παρουσιάζεται ως απερίσκεπτο, παράλογο, ακόμη και παράνομο. Ομως αυτή η απεικόνιση αφαιρεί το πλαίσιο. Αγνοεί τη δομική πραγματικότητα ότι πολλά από αυτά τα ίδια κράτη έχουν, άμεσα ή έμμεσα, διευκολύνει την ίδια την κλιμάκωση που τώρα καταδικάζουν.
Η αντίφαση είναι έντονη.
Αρκετά κράτη του Κόλπου έχουν, την τελευταία δεκαετία, εμβαθύνει την εξομάλυνση σχέσεων με το Ισραήλ, επεκτείνει οικονομικούς δεσμούς και — κυρίως — επιτρέψει διάφορους βαθμούς στρατηγικής συνεργασίας. Αυτό περιλαμβάνει συντονισμό εναέριου χώρου, πλαίσια ανταλλαγής πληροφοριών και ενσωμάτωση σε αρχιτεκτονικές περιφερειακής ασφάλειας υπό την ηγεσία των ΗΠΑ που στοχεύουν ρητά στην αντιμετώπιση του Ιράν.
Ταυτόχρονα, αυτές οι κυβερνήσεις επιμένουν σε στάση ουδετερότητας.
Θέλουν να παρέχουν πρόσβαση, υλικοτεχνική υποστήριξη και χρηματοδοτικές επενδύσεις — ενώ ισχυρίζονται ότι δεν φέρουν ευθύνη για τις συνέπειες. Θέλουν εξομάλυνση σχέσεων με το Ισραήλ, συμμετοχή σε πλαίσια ασφάλειας των ΗΠΑ και ενσωμάτωση σε περιφερειακό στρατιωτικό σχεδιασμό, ενώ ταυτόχρονα απαιτούν ασυλία από αντίποινα.
Αυτό δεν είναι ουδετερότητα. Είναι επιλεκτική εμπλοκή χωρίς λογοδοσία.
Τα αραβικά μέσα ενημέρωσης, με αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, έχουν σε μεγάλο βαθμό αναπαραγάγει αυτή τη θέση. Η κάλυψη συχνά στερείται ιστορικού πλαισίου και αποφεύγει την κριτική εξέταση των πολιτικών των κρατών του Κόλπου. Το Ιράν απομονώνεται ως ο μοναδικός επιτιθέμενος, ενώ η ευρύτερη αρχιτεκτονική της κλιμάκωσης — που περιλαμβάνει στρατιωτικές αναπτύξεις των ΗΠΑ, ισραηλινή στρατηγική και ευθυγράμμιση κρατών του Κόλπου — παραμένει ανεξέταστη.
Ομως αυτή η στάση δεν εμφανίστηκε από τη μια μέρα στην άλλη.
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα, αρκετοί ηγέτες του Κόλπου εξέφρασαν βαθιά δυσαρέσκεια γι’ αυτό που θεωρούσαν αμερικανική αδυναμία και αυτοσυγκράτηση έναντι του Ιράν, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στη Συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν (JCPOA). Η ίδια η συμφωνία επικρίθηκε ευρέως στα μέσα ενημέρωσης που ευθυγραμμίζονταν με τον Κόλπο ως πολιτική κατευνασμού.
Αυτή η δυσαρέσκεια έγινε πιο εμφανής με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ το 2016. Η αποχώρηση της κυβέρνησής του από τη συμφωνία JCPOA τον Μάη του 2018 και η επακόλουθη εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» κατά του Ιράν έγιναν σε μεγάλο βαθμό δεκτές θετικά από κυβερνήσεις του Κόλπου.
Ο Τραμπ δήλωσε στις 8 Μάη του 2018 ότι η JCPOA ήταν «μια φρικτή, μονόπλευρη συμφωνία που δεν θα έπρεπε ποτέ, μα ποτέ, να είχε συναφθεί», μια θέση που ευθυγραμμιζόταν στενά με τη δραστηριότητα πίεσης των κρατών του Κόλπου και του Ισραήλ κατά της συμφωνίας.
Επιπλέον, περιφερειακά μέσα ενημέρωσης ενίσχυσαν αφηγήσεις περί εσωτερικής αστάθειας στο Ιράν, προβάλλοντας συχνά διαδηλώσεις ως σημάδια επικείμενης αποδυνάμωσης — ή ακόμη και πιθανής κατάρρευσης — του ιρανικού κράτους.
Με άλλα λόγια, η ιδέα της αντιπαράθεσης με το Ιράν — πολιτικά, οικονομικά, ακόμη και στρατιωτικά — όχι μόνο έγινε ανεκτή αλλά ενθαρρύνθηκε ενεργά σε ορισμένους κύκλους.
Αυτή η ιστορία σήμερα συνυπάρχει δύσκολα με τις τρέχουσες εκφράσεις έκπληξης.
Αυτό που έχει αλλάξει δεν είναι η βασική πολιτική ευθυγράμμιση, αλλά οι συνέπειες. Τα ιρανικά αντίποινα — ιδιαίτερα όταν απειλούν ενεργειακές υποδομές, θαλάσσιες οδούς ή εσωτερική σταθερότητα — έχουν αποκαλύψει τους κινδύνους που ενυπάρχουν σε αυτή την ευθυγράμμιση.
Η διατάραξη των ενεργειακών αγορών, η ευαλωτότητα στρατηγικών εγκαταστάσεων και η συνειδητοποίηση ότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία μπορεί να δώσει προτεραιότητα στα δικά της συμφέροντα και σε εκείνα του Ισραήλ έναντι της ασφάλειας των κρατών του Κόλπου συνέβαλαν όλα σε μια ξαφνική αναπροσαρμογή του τόνου.
Ενα ακόμη σημείο απαιτεί σοβαρό προβληματισμό — ένα σημείο που δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη γενοκτονία στη Γάζα.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεχιζόμενης γενοκτονίας από το Ισραήλ, οι αραβικές κυβερνήσεις απέτυχαν να ασκήσουν ουσιαστική πίεση για να σταματήσει η καταστροφή. Δεν υπήρξαν παρατεταμένα οικονομικά μέτρα, ούτε συντονισμένη χρήση ενεργειακής επιρροής, ούτε σοβαρή πολιτική αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον. Αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις, οικονομικοί και υλικοτεχνικοί δεσμοί συνεχίστηκαν, παρέχοντας έμμεσες «γραμμές ζωής» σε μια ισραηλινή οικονομία υπό πίεση.
Αυτή η απουσία δράσης δεν είναι τυχαία — είναι κεντρική.
Αν τα αραβικά κράτη είχαν υιοθετήσει διαφορετική στάση — αξιοποιώντας την οικονομική τους ισχύ, την ενεργειακή κυριαρχία και το διπλωματικό τους βάρος — η πορεία του πολέμου θα μπορούσε να είχε αλλάξει σημαντικά. Η κλίμακα και η διάρκεια της καταστροφής στη Γάζα, καθώς και η επακόλουθη περιφερειακή κλιμάκωση, δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από αυτή την έλλειψη παρέμβασης.
Αντίθετα, αυτό που αναδύθηκε ήταν ένα μοτίβο ρητορικής καταδίκης σε συνδυασμό με υλική συνέχεια.
Η τρέχουσα κρίση, επομένως, δεν είναι απλώς αποτέλεσμα των ενεργειών του Ιράν ή της στρατηγικής του Ισραήλ. Είναι επίσης προϊόν επιλογών που έγιναν — ή δεν έγιναν — από αραβικές κυβερνήσεις.
Ωστόσο, παραμένει ένα στενό περιθώριο αναπροσαρμογής.
Η εξελισσόμενη ισορροπία ισχύος, που διαμορφώνεται εν μέρει από την ικανότητα του Ιράν να επιβάλλει κόστος και την αυξανόμενη πίεση στους στρατηγικούς στόχους ΗΠΑ-Ισραήλ, έχει δημιουργήσει ένα άνοιγμα. Το αν οι αραβικές κυβερνήσεις θα επιλέξουν να επανεξετάσουν την ευθυγράμμισή τους — σταδιακά ή αποφασιστικά — μπορεί να καθορίσει όχι μόνο τη δική τους ασφάλεια, αλλά και τη συνολική πορεία της περιοχής.
Ενα πράγμα είναι πλέον βέβαιο: η λογική έχει φτάσει στα όριά της και η επιλογή είναι σαφής — να παραμείνουν δεμένες με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ή να αποδεσμευτούν προς όφελος της περιφερειακής σταθερότητας και των σχέσεων καλής γειτονίας.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Τραμπ, Νετανιάχου και υπουργοί Εξωτερικών αραβικών χωρών υπογράφουν τις Συμφωνίες του Αβραάμ στον Λευκό Οίκο, Σεπτέμβριος 2020. (Επίσημη φωτογραφία του Λευκού Οίκου από τη Joyce N. Boghosian, μέσω Wikimedia Commons)








