Ισως να μην άξιζε σχολιασμό το τελευταίο βιβλίο του πολύ γνωστού αιγύπτιου συγγραφέα, αν δεν αναφερόταν στην εποχή του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, σε μια εποχή δηλαδή που σημάδεψε την ιστορία της σύγχρονης Αιγύπτου.
Δεν πρόκειται μόνο για το γεγονός ότι συνολικά το βιβλίο είναι κατώτερο των προσδοκιών που ο Αλ-Ασουάνι είχε καλλιεργήσει με τα προηγούμενα βιβλία του, αλλά κυρίως για το ότι, με έναν απροσδόκητο τρόπο για τη στόφα και το πολιτικό υπόβαθρο του συγγραφέα, παρακάμπτονται εντελώς οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που οδήγησαν το 1952 στο γκρέμισμα της αιγυπτιακής μοναρχίας (Φαρούκ Α’) και στην άνοδο των πατριωτών-αντιαποικιοκρατών «Ελεύθερων Αξιωματικών» με επικεφαλής τον Νάσερ.
Με μόλις μία άνευ σημασίας και έκτασης αναφορά στα έργα του Νάσερ, παρακάμπτεται η σημαντικότερη ίσως περίοδος της αιγυπτιακής ιστορίας, η μόνη κατά την οποία, μετά από αιώνες, η Αίγυπτος εμφανίζεται ως ανεξάρτητη χώρα.
Ολόκληρο το βιβλίο, με φόντο το σύνηθες παζλ χαρακτήρων και πλοκής του Αλ-Ασουάνι, είναι αφιερωμένο στους κατασταλτικούς μηχανισμούς και τις αυταρχικές μεθόδους με τις οποίες ο Νάσερ αντιμετώπισε όχι μόνο τους πολιτικούς του αντιπάλους αλλά και κάθε φωνή που τον αμφισβητούσε. Ομως αυτή είναι μόνο μία πλευρά της διακυβέρνησής του και βέβαια είναι πολύ σημαντική και καθόλου αμελητέα. Και θα έπρεπε και αυτή να τεθεί μέσα στο πλαίσιο των γενικότερων εξελίξεων και των αντιαποικοκρατικών και ταξικών αγώνων εκείνης της περιόδου.
Είναι γνωστό ότι, εκτός από τους κομμουνιστές, ο Νάσερ κατέστειλε άγρια τη Μουσουλμανική Αδελφότητα που είχε τότε μεγάλη πολιτική συνοχή και λαϊκή απήχηση, εκτελώντας μάλιστα τον θεωρητικό του ριζοσπαστικού ισλαμισμού Σαγίντ Κουμπτ. Αλλά δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι όλα ξεκίνησαν όταν η Μουσουλμανική Αδελφότητα οργάνωσε απόπειρα δολοφονίας του Νάσερ. Οπως δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι το αντιαποικιοκρατικό κίνημα των «Ελεύθερων Αξιωματικών» κινήθηκε μέσα στον υπάρχοντα κρατικό μηχανισμό, χωρίς να τον τσακίσει, γεγονός που σε πολιτικό επίπεδο οριοθετούσε την αντιαποικιοκρατική επανάσταση εντός ενός αστικού πλαισίου.
Είναι επίσης δεδομένο, ότι ο Νάσερ βαθμιαία εγκαθίδρυσε ένα αυταρχικό καθεστώς απαγορεύοντας την ύπαρξη άλλων κομμάτων, παρά τις αρχικές διακηρύξεις του. Το καθεστώς αυτό στην ουσία υπήρξε ο πρόδρομος των διεφθαρμένων στρατοκρατικών καθεστώτων που ακολούθησαν (Ανουάρ Σαντάτ, Χόσνι Μουμπάρακ και Αμπντέλ Φατάχ Αλ-Σίσι), της διαφθοράς αρχομένης από την περίοδο του Νάσερ. Στην πραγματικότητα, η παντοκρατορία του στρατού στην Αίγυπτο, που εξελίχτηκε στον μεγαλύτερο συλλογικό καπιταλιστή της χώρας, με απίστευτα προνόμια που απολαμβάνει όλη η ιεραρχία του, αντικατέστησε βαθμιαία τη μοναρχία.
Εκτός του Νάσερ, οι διάδοχοί του έγιναν συνεργάτες του Ισραήλ και των ΗΠΑ. Μετά την αραβική άνοιξη, ο πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος της χώρας, ο προερχόμενος από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, Μοχάμεντ Μόρσι, ανατράπηκε με αμερικανόπνευστο πραξικόπημα που με πρόσχημα την αμφιλεγόμενη, αυταρχική διακυβέρνησή του, αποσκοπούσε στην πραγματικότητα να αποκλείσει έστω και την ελάχιστη, κρυφή δυνατότητα βοήθειας στη Γάζα. Ο στρατός επανήλθε με ακόμα πιο σκληρό τρόπο στην ηγεσία της χώρας, από την οποία ποτέ δεν είχε ούτως ή άλλως αποχωρήσει. Οσοι κατηγορούν τον αιγυπτιακό λαό για την χρόνια υποταγή του στους κυβερνήτες του (πηγαίνοντας πίσω μέχρι την εποχή των… Φαραώ), θα πρέπει να αναλογιστούν την τρομοκρατία, τις φυλακίσεις και τα απίστευτα βασανιστήρια στα οποία υποβάλλονται όσοι σηκώνουν κεφάλι.
Ολα αυτά, όμως, δεν πρέπει να συσκοτίσουν την άλλη πλευρά, την περισσότερο ουσιαστική, καθώς έχει να κάνει με τη συντριβή της αποικιοκρατίας και τον αγώνα ενάντια στη συνδεδεμένη με την αποικιοκρατία αιγυπτιακή φεουδαρχία.
Ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ ανέτρεψε το 1952 μια μισητή μοναρχία που ήταν η επιτομή του παρασιτισμού, της διαφθοράς και της ξενοδουλείας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο βασιλιάς Φαρούκ είχε αρχική περιουσία 100 εκατομμυρίων δολαρίων, το 1/7 των καλλιεργήσιμων γαιών της Αιγύπτου, εκατοντάδες αυτοκίνητα, δεκάδες παλάτια κλπ, κλπ.
Το κίνημα του Νάσερ εντασσόταν στο πλαίσιο των αντιαποικιοκρατικών-εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, που γνώρισαν μια ορμητική ανάπτυξη μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Παρά τον αυταρχικό και περιορισμένο χαρακτήρα του, είχε και κοινωνικά χαρακτηριστικά.
Αμεσα, ο Νάσερ περιόρισε τις μεγάλες γαιοκτησίες αποδίδοντας καλλιεργήσιμη γη στα φτωχά αγροτικά στρώματα, εθνικοποίησε βιομηχανίες, ενίσχυσε τη δημόσια Παιδεία και Υγεία και αργότερα υλοποίησε την κατασκευή του φράγματος του Ασουάν. Πάνω απ’ όλα, όμως, κατάφερε χτύπημα στην αποικιοκρατία και την ιμπεριαλιστική εξάρτηση, εθνικοποιώντας το 1956 τη διώρυγα του Σουέζ, πράγμα που αποτέλεσε τη μεγαλύτερη ταπείνωση της Αγγλίας στον 20ό αιώνα. Ηταν μια κίνηση που ανέδειξε τον Νάσερ όχι μόνο ως κορυφαίο ηγέτη του αιγυπτιακού εθνικού κινήματος, αλλά ως μια ηγετική προσωπικότητα σε όλο τον λεγόμενο «τρίτο κόσμο», που στέναζε υπό τα δεινά της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, της νεοαποικιοκρατίας.
Ακολούθησε κρίση και στρατιωτική επίθεση κατά της Αιγύπτου από την Αγγλία, τη Γαλλία και το Ισραήλ, χωρίς αποτέλεσμα. Ηταν τότε που ακόμα και αντίπαλοι του καθεστώτος, όπως οι κομμουνιστές, έσπευσαν να ταχτούν στο πλευρό του Νάσερ. Ο Νάσερ διέταξε να μοιραστούν σε εθελοντές πολίτες 400.000 πολεμικά τουφέκια και εκατοντάδες πολιτοφυλακές δημιουργήθηκαν σε όλη τη χώρα, πολλές από πολιτικούς αντιπάλους του Νάσερ, όπως οι κομμουνιστές. Η μάχη μέσα στον αστικό ιστό του Πορτ Σάιδ, όπου στρατιωτικές μονάδες και πολιτοφύλακες πολέμησαν σε κάθε δρόμο, σε κάθε στενό με τα αγγλογαλλικά ιμπεριαλιστικά στρατεύματα, έχει καταγραφεί ως κορυφαίο γεγονός της σύγχρονης αιγυπτιακής ιστορίας (γύρω στους 1.000 νεκρούς είχαν οι Αιγύπτιοι σ’ αυτή την ηρωική μάχη).
Οι εισβολείς απέτυχαν και αναγκάστηκαν να αποσυρθούν. Ο Νάσερ προχώρησε σε εθνικοποίηση όλων των βρετανικών και γαλλικών βιομηχανιών που είχαν απομείνει στην Αίγυπτο (καπνός, τσιμέντο, φάρμακα, φωσφάτες). Μέχρι σήμερα, το αιγυπτιακό κράτος εισπράττει ένα σοβαρό μέρος των εσόδων του από την εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ. Με την αντιαποικιοκρατική του στάση και το παναραβικό του όραμα, ο Νάσερ έγινε γρήγορα σύμβολο αντίστασης στη Δύση και τον αραβικό κόσμο, εμπνέοντας εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα σε Ιράκ, Αλγερία κλπ.
Η αξιοπρέπεια της Αιγύπτου, που επί των ημερών του Νάσερ υπερέβη τα όρια της οντότητάς της στον παγκόσμιο χάρτη, επλήγη με τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο των έξι ημερών, όταν το Ισραήλ, με την καθοριστική υπεροπλία του στον αέρα, συνέτριψε την Αίγυπτο και τους άραβες συμμάχους της, κερδίζοντας πολλά νέα εδάφη. Από την ήττα αυτή ο αραβικός κόσμος δεν συνήλθε ποτέ.
Παρότι ο Νάσερ υπέβαλε την παραίτηση του, συνέχισε να κυβερνά με τη σαφή συνεχιζόμενη υποστήριξή του από τον λαό. Δεν είναι τυχαίο ότι στην κηδεία του το 1970 παραβρέθηκαν 5 εκατομμύρια άνθρωποι (η πιο πολυπληθής κηδεία στην Ιστορία) και υπήρξαν 48 νεκροί και εκατοντάδες τραυματίες εξαιτίας του συνωστισμού!

Πενήντα έξι χρόνια μετά το θάνατο του, είναι φυσικό να έχει ξεθωριάσει η εικόνα του Νάσερ, υπό το βάρος της ενίσχυσης της ισχύος του Ισραήλ, που άρχισε επί των ημερών του, της στρατοκρατίας που εγκαθίδρυσε και της οικονομικής κατάστασης του αιγυπτιακού λαού, που δεν άλλαξε και πολύ.
Η ιστορία έχει πλέον αποτιμήσει την πολιτική πορεία του Νάσερ και σε κάθε περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί (όσα αναφέρθηκαν παραπάνω είναι περιορισμένα και εντελώς ενδεικτικά), όπως κάνει ο Αλ-Ασουάνι στο βιβλίο του. Σε αυτό υπάρχει μόνο μια «αλήθεια», κομμένη και ραμμένη στα ατελιέ των ιμπεριαλιστικών αφηγήσεων: «ο δικτάτορας Νάσερ». Ολα τα υπόλοιπα παρακάμπτονται.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Στην πλοκή του βιβλίου, που συντίθεται από ένα παζλ προσώπων διαφόρων εθνικοτήτων, που διαβιούν στη κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια εκείνης της εποχής, εξαίρεται ο ρόλος ενός καπιταλιστή που, όταν το καθεστώς εθνικοποιεί το εργοστάσιό του, εκείνος αυτοεξορίζεται υπό τα δάκρυα των εργατών του! Ο αναγνώστης μπορεί να κρίνει πόσο ελάχιστα πειστική είναι αυτή η αφήγηση. Και θα εκπλαγεί δυσάρεστα.
Από όλα τα βιβλία του Αλ-Ασουάνι, σε αυτό φαίνεται για πρώτη φορά με σαφήνεια η υιοθέτηση μιας ξεκάθαρης αστικής κοσμοπολίτικης ταυτότητας. Μιας προσέγγισης που αγνοεί επιδεικτικά τα κοινωνικά δεδομένα της εποχής, τις τεράστιες ανισότητες, την ιστορία δουλείας και υποταγής αιώνων του αιγυπτιακού λαού, το διεθνές περιβάλλον, τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις προς όφελος της φτωχολογιάς και πάνω απ’ όλα τη μόνη, σύντομη περίοδο που η Αίγυπτος υπήρξε κυρίαρχο κράτος. Ολα υποτάσσονται στην ενόχληση της ευζωίας κάποιων καλοβολεμένων πολιτών, των οποίων απειλείται η ελεύθερη πολιτιστική έκφραση ή το ελεύθερο «επιχειρείν». Το τελευταίο, όσο κι αν ο Αλ-Ασουάνι επιδιώκει το αντίθετο, λειτουργεί υπέρ του Νάσερ.
Ο κοσμοπολιτισμός του Αλ-Ασουάνι είναι, φυσικά, επιλεκτικός.Η διαφορετικότητα που υπερασπίζεται δεν έχει ταξικό πρόσημο ή μάλλον συμπονά τους ευνοημένους αυτού του κόσμου. Ο κοσμοπολιτισμός έτσι κι αλλιώς «αγνοεί» τη διεθνή ή εγχώρια οικονομική ισχύ, αναμιγνύει σε ένα πολτό τους δυνατούς και τους αδύναμους και αυξάνει το χάσμα με τους καταπιεσμένους.
Πόσο έχει συνδράμει σε αυτή την προσέγγιση η ταξική προέλευση και οικονομική κατάσταση του ίδιου του Αλ-Ασουάνι, ενός πλούσιου συγγραφέα με 3,2 εκατομμύρια ακόλουθους, που δε διστάζει να καταδικάσει απερίφραστα την παλαιστινιακή 7η Οκτώβρη, με το υποκριτικό, αντιιστορικό, αντιδραστικό τελικά επιχείρημα ότι «όλες οι ζωές αξίζουν το ίδιο»; Πόσο έχει συνδράμει η ζωή του για πολλά χρόνια στις ΗΠΑ;
Σε αυτό το βιβλίο τουλάχιστον, η οπτική του γωνία έχει τη μεροληπτική, την ταξική σφραγίδα ενός ανθρώπου αποκομμένου από την ανάγκη των καταπιεσμένων για οικονομική και κοινωνική δικαιοσύνη και εθνική αξιοπρέπεια, ενός ανθρώπου που ανήκει στην ελίτ αυτής της κοινωνίας.
Ε.Σ.








