Δεν είχε μελέτη «σκοπιμότητας και βιωσιμότητας» ούτε αναφορά στα αναγκαία «ακαδημαϊκά κριτήρια» η αιτιολογική έκθεση για την ίδρυση Νομικής Σχολής στο δημόσιο Πανεπιστήμιο Πατρών (Ν.4610/2019, άρθρο 36 παρ.1), γι’ αυτό και η κυβέρνηση Μητσοτάκη κατάργησε τη σχετική διάταξη με τον νόμο 4623, άρθρο 65.
Αυτό υποστήριξε ξεδιάντροπα στη Βουλή ο πρώην πρύτανης των ΜΑΤ του ΑΠΘ και νυν υφυπουργός Παιδείας Νίκος Παπαϊωάννου, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Ανδρέα Παναγιωτόπουλου, ο οποίος έθεσε σε αντιδιαστολή αυτήν την απόφαση της κυβέρνησης Μητσοτάκη με την ψήφιση από την ίδια του αντισυνταγματικού νόμου 5094/2024, που καταστρατηγεί το άρθρο 16 του Συντάγματος και επιτρέπει την ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών Νομικών Σχολών από τα ιδιωτικά «πανεπιστήμια».
Θύμισε μάλιστα στον «αμνήμονα» υφυπουργό, τις δηλώσεις Μητσοτάκη και Κεραμέως, οι οποίοι αιτιολογούσαν την κατάργηση της απόφασης για την ίδρυση Νομικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Πατρών με το «επιχείρημα» ότι η χώρα έχει πολλούς δικηγόρους οι οποίοι είναι άνεργοι και «αναγκάζονται πολλοί να καταφύγουν σε διαφορετικά επαγγέλματα».
Καταρχάς, σημειώνουμε ότι η κυβέρνηση του κεφαλαίου δεν έχει καμιά πρεμούρα, ούτε ενδιαφέρεται να αντιμετωπίσει τη βάσανο της ανεργίας που πλήττει με σφοδρότητα τους πτυχιούχους των ΑΕΙ. Τα σκληρά μέτρα που τοποθετεί ως τορπίλες για την είσοδο στα δημόσια πανεπιστήμια (ΕΒΕ, Τράπεζα Θεμάτων, πανελλήνιες, μείωση αριθμού εισακτέων και τελευταία Εθνικό Απολυτήριο με 3+1 εξετάσεις για την απόκτησή του και στη συνέχεια για την εισαγωγή στα ΑΕΙ) έχουν στόχο την αποτροπή της νεολαίας της εργαζόμενης κοινωνίας από τις πανεπιστημιακές σπουδές, που δημιουργούν όρους διεκδίκησης καλύτερων προϋποθέσεων εργασιακών συνθηκών και ανοίγουν μονοπάτια μεταπήδησης σε άλλες υψηλότερες κοινωνικές τάξεις.
Σημειώνουμε επίσης ότι η ίδρυση-συγχώνευση-κατάργηση πανεπιστημιακών σχολών και τμημάτων, απ’ όλες τις αστικές κυβερνήσεις, γίνεται βασικά χωρίς κανέναν σοβαρό κεντρικό σχεδιασμό αλλά τυχαία. Κυρίως με κριτήρια αγοράς, για να ικανοποιηθούν ανάγκες για ειδικό προσωπικό καπιταλιστικών επιχειρήσεων ή ανάγκες τοπικών κοινωνιών και παραγόντων που συμβάλλουν στην ψηφοθηρική πολιτική επιβίωσης του κυβερνώντος κόμματος.
Η κατεύθυνση που υιοθετείται, ειδικά τα τελευταία χρόνια από το αστικό σύστημα και την νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση Μητσοτάκη, είναι η δραστική περικοπή των δαπανών για την δημόσια ανώτατη εκπαίδευση (η χρηματοδότηση των ΑΕΙ υπολείπεται ακόμη και αυτής που ίσχυε πριν από καμιά δεκαπενταετία) και ο εξαναγκασμός, ουσιαστικά, των Ιδρυμάτων να επιβιώνουν μόνα τους μέσω της καταφυγής σε ίδιους πόρους (γενίκευση των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, βιομηχανικά διδακτορικά, ξενόγλωσσα προγράμματα σπουδών, αξιολόγηση με βάση τις «συνεργασίες» με επιχειρήσεις, ίδρυση παραρτημάτων-«αρπαχτών» των δημόσιων ΑΕΙ σε άλλες χώρες, κ.λπ.).
Αυτόν τον χαρακτήρα έχει η «βιωσιμότητα» και η «σκοπιμότητα» που επικαλείται ο Ν. Παπαϊωάννου. Καμιά σχέση δεν έχει με τις πραγματικές ανάγκες της εργαζόμενης κοινωνίας, την ανάπτυξη της επιστήμης και της έρευνας με κριτήριο και σκοπό το γενικό καλό.
Εξ ου και επιτρέπεται η ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών Νομικών Σχολών και καρατομείται η Νομική του δημόσιου Πανεπιστήμιου Πατρών.
Για να μη μιλήσουμε για την γελοιότητα των δήθεν ακαδημαϊκών κριτηρίων, που πληρούν τάχα αυτά τα ιδιωτικά «μαγαζιά» των εμπόρων της ανώτατης εκπαίδευσης. Είναι γνωστό ότι εγκρίθηκε η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας τους σε ορόφους πολυκατοικιών που το πρωί είναι «πανεπιστήμια» και το απόγευμα κολλέγια, χωρίς εγκεκριμένα εκ των προτέρων προγράμματα σπουδών.
Και είναι γνωστό επίσης ότι τόσο κάτω του μηδενός ήταν οι «προϋποθέσεις» λειτουργίας τους, που ακόμη και η κυβερνητική ΕΘΑΑΕ αναγκάστηκε να απορρίψει καταρχάς αιτήσεις τους, για να κρατηθούν τα προσχήματα της γκεμπελικής, εκκωφαντικής προπαγάνδας της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ότι τάχα θα έρθουν στο Ελλαδιστάν μεγάλα και φημισμένα πανεπιστήμια του εξωτερικού.








