Το ακούσαμε να το λέει η παμπόνηρη Μπακογιάννη στον Τσακαλώτο (στην ενημέρωση της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, που έκανε παρέα με τον Χουλιαράκη, την περασμένη Τετάρτη), το διαβάσαμε και από αρθρογράφους του αστικού Τύπου (πασοκικής και νεοδημοκρατικής κατεύθυνσης). Σύμφωνα με αυτό το επιχείρημα, η κυβέρνηση έκανε στρατηγικό λάθος. Διάβασε λάθος τους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς σε σχέση με το ΔΝΤ, ποντάρισε σε απαλλαγή από το ΔΝΤ και τώρα, με το ΔΝΤ κυρίαρχο, βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο και πληρώνει τις συνέπειες της λαθεμένης στρατηγικής της, καθώς το ΔΝΤ εμφανίζεται άκαμπτο και ανελέητο.
Η Μπακογιάννη δε δίστασε να πετάξει και το καρφί της στον Σαμαρά («επαναλάβατε ένα λάθος, το οποίο είχε γίνει και στο παρελθόν»), αναφερόμενη στα όσα έλεγε ο Σαμαράς από το βήμα της ΔΕΘ, το Σεπτέμβρη του 2014 (θα διώξουμε το ΔΝΤ, δε χρειαζόμαστε τις επόμενες δόσεις του κτλ.).
Αλλοι αρθρογράφοι προσθέτουν και την κλασική δωσιλογική επιχειρηματολογία: δε θα είχατε από τους δανειστές απαίτηση για προ-νομοθέτηση μέτρων, αν δείχνατε συνέπεια στην εφαρμογή των μνημονιακών υποχρεώσεων, αν δεν κάνατε σκόπιμη καθυστέρηση, αν δε χρησιμοποιούσατε διπλή γλώσσα, αν δεν κάνατε «μαγκιές» όπως το εφάπαξ επίδομα στους χαμηλοσυνταξιούχους που το παρουσιάσατε σαν «13η σύνταξη».
Βλέποντας τα πράγματα με μια πρώτη, επιφανειακή ανάγνωση, μπορεί κανείς να πει ότι μετά τη συνάντηση Μέρκελ-Λαγκάρντ το ΔΝΤ επέστρεψε στο ελληνικό «πρόγραμμα» ως κυρίαρχος του παιχνιδιού, αφού μπορεί να σπρώχνει τα πράγματα προς τις πιο ακραίες αντιλαϊκές λύσεις. Πηγαίνοντας σε βάθος, όμως, μπορούμε να πούμε με απόλυτη βεβαιότητα ότι το ΔΝΤ ποτέ δεν έφυγε (άρα δεν επέστρεψε) και ότι πάντοτε έπαιζε το ρόλο του μαντρόσκυλου, που τραβάει και τα άλλα σκυλιά στην επίθεση.
Αυτό που παθαίνουν οι Τσιπραίοι τώρα το έπαθαν και όλες οι προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις. Προσπάθησαν (για λόγους πολιτικής τους επιβίωσης) να καθυστερήσουν κάποια μέτρα, όμως προσέκρουσαν σε τοίχο και στο τέλος υποτάχτηκαν πλήρως στο σχέδιο της τρόικας. Κι όταν πήγαν να το «τραβήξουν» κάπως περισσότερο (όπως οι Σαμαροβενιζέλοι το φθινόπωρο του 2014), είχαν την τύχη που έχουν τα βατράχια σ' ένα βάλτο όπου μαλώνουν βουβάλια.
Ολη αυτή η ιστορία των διαπραγματεύσεων με την τρόικα έχει αρκετά στοιχεία θεάτρου. Οι τεχνοκράτες αδιαφορούν γι' αυτό που οι πολιτικοί υπολογίζουν ως πολιτικό κόστος, παρεμβαίνουν οι προϊστάμενοι των τεχνοκρατών, στο τέλος βρίσκεται ένα σημείο ισορροπίας, που βαθαίνει τον αποικισμό της χώρας και την κινεζοποίηση του ελληνικού λαού. Αυτό το σημείο ισορροπίας, οι μνημονιακές κυβερνήσεις το παρουσιάζουν ως επιτυχία της διαπραγματευτικής τους τακτικής, ενώ οι μνημονιακές αντιπολιτεύσεις το παρουσιάζουν σαν αποτυχία, διακηρύσσοντας ότι αυτές θα τα κατάφερναν καλύτερα. Και η ζωή συνεχίζεται, με την αντιλαϊκή πολιτική να βαθαίνει ολοένα και περισσότερο.
Ολ' αυτά δημιουργούν μια συνθήκη παγίδευσης του ελληνικού λαού στη λογική της «καλύτερης διαπραγμάτευσης». Γίνεται, δηλαδή, αποδεκτή η ιμπεριαλιστική εξάρτηση και η κυριαρχία του κεφαλαίου, που απαιτεί βάθεμα της κινεζοποίησης (στόχος που έχει διακηρυχτεί ήδη από το πρώτο Μνημόνιο), και αναζητούνται «καλοί διαπραγματευτές». Μέχρι στιγμής, όμως, έχουν δοκιμαστεί όλες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις εξουσίας, σε διάφορους κυβερνητικούς συνδυασμούς, χωρίς η φορά των πραγμάτων ν' αλλάξει έστω και στο ελάχιστο.
Η παγίδευση εξακολουθεί σε κάποιο βαθμό να λειτουργεί, τροφοδοτούμενη κυρίως από την κοινωνική άπνοια. Γιατί αν ο κόσμος δεν ήταν απογοητευμένος, αλλά είχε ακόμα διάθεση γι' αγώνα, δε θ' αναζητούσε «καλούς διαπραγματευτές».
Π.Γ.



