O,τι σου πήρανε μπορείς να το ξανακτίσεις
μόνο αν το κουβαλάς μέσα στις λέξεις σου.
Ηλίας Βενέζης
Ο Ρεφάτ Αλαρίρ, καθηγητής αγγλικής φιλολογίας στο Ισλαμικό Πανεπιστήμιο της Γάζας, ποιητής, επιμελητής και συγγραφέας, κατάφερε να υλοποιήσει την προτροπή του Μάλκολμ -Χ «Οταν θες κάτι, είναι καλύτερα να κάνεις λίγο θόρυβο».
Το ποίημά του «If I must die», που είχε γραφτεί πριν από τη δολοφονία του και δημοσιεύτηκε αμέσως μετά, πήρε ευρεία διεθνή δημοσιότητα, καθώς μεταφράστηκε σε 250 γλώσσες. Η στοχευμένη δολοφονία του Αλαρίρ καταρράκωσε την εικόνα του Ισραήλ, καθώς χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματά του και ας ήταν -τρόπος του λέγειν- ένα από τα μικρότερα.
Ο Ρεφάτ Αλαρίρ είχε κατανοήσει πλήρως δύο σημαντικά ζητήματα: τη σπουδαιότητα της αγγλικής γλώσσας και του διαδικτύου στη διάδοση πληροφοριών για την παλαιστινιακή υπόθεση και τη μόρφωση της νεολαίας ώστε να κρατιέται ζωντανή η ιστορική μνήμη και ακμαία η εθνική συνείδηση. Οπως και ο μαρξιστής Γασάν Καναφάνι, θεωρούσε τα παιδιά ως το μέλλον της Παλαιστίνης και επένδυσε σ’ αυτά.
Ο Αλαρίρ ήταν ένας ανοιχτόμυαλος ισλαμιστής διανοούμενος, κλασσικός εκπρόσωπος των αντιλήψεων της παλαιστινιακής κοινωνίας που δίνει τεράστιο βάρος στη μόρφωση, την οικουμενικότητα της γνώσης και τις ανθρωπιστικές αξίες.
Με μεταπτυχιακό στην Αγγλία και διδακτορικό στη Μαλαισία, πάνω στον άγγλο ποιητή Τζον Νταν (1572-1631), ταξίδεψε μέχρι τις ΗΠΑ για να υποστηρίξει την πρωτοβουλία του «Δεν είμαστε αριθμοί», αλλά πάντοτε επέστρεφε στη γενέτειρα του, στη Σουτζαΐα στην Πόλη της Γάζας.
Ο Αλαρίρ δίδασκε κυρίως Σέξπιρ, αλλά και Ντίκενς, Μάλκομ -Χ και εβραϊκή λογοτεχνία. Στοχοποιήθηκε από τους σιωνιστές όχι μόνο ως διανοούμενος, όπως και παρά πολλοί άλλοι που δολοφονήθηκαν, αλλά και επειδή χαρακτήρισε νόμιμη και ηθική την επιχείρηση Κατακλυσμός του Αλ-Ακσα της 7ης Οκτώβρη του 2023, συγκρίνοντάς την με την εξέγερση στο εβραϊκό γκέτο της Βαρσοβίας. Στο τελευταίο του τουίτ είχε γράψει:
«Μπορεί να πεθάνουμε αυτή την αυγή. Μακάρι να ήμουν ένας μαχητής της ελευθερίας, ώστε να πεθάνω μαχόμενος αυτούς τους μανιακούς γενοκτόνους ισραηλινούς εισβολείς που εισβάλλουν στη γειτονιά μου και την πόλη μου».
Δυο μερες αργότερα δολοφονήθηκε. Είχαν ήδη δολοφονηθεί πάνω από τριάντα συγγενείς του. Και ένα χρόνο αργότερα, δολοφονήθηκε η μεγαλύτερη κόρη του και το νεογέννητο παιδί της.
Κατά τη μακρά ιστορία σιωνιστικών εισβολών και καταστροφών στη Γάζα, οι Παλαιστίνιοι διδάχτηκαν να μην γονατίζουν, να πολεμούν και να αντέχουν. Οπως το περιέγραφε, δεκαετίες πριν, ο Μαχμούντ Νταρουίς στο ποίημά του «Σιωπή για τη Γάζα»:
Aν ζούσε σήμερα ο Νταρουίς, παρατηρώντας την αντιστασιακή εποποιία της Γάζας, θα άλλαζε τους δυο πρώτους στίχους, προσθέτοντας ένα «δεν»: Οι εχθροί δεν μπορούν να νικήσουν τη Γάζα (δεν είναι η φουρτουνιασμένη θάλασσα που μπορεί να νικήσει ένα μικρό νησί). Δε θα άλλαζε τους επόμενους.
Το Ισραήλ, μέσω της ισοπέδωσης των πάντων, θέλει να σβήσει τον πολιτισμό, τη μνήμη και την ιστορία της Γάζας και όλης της Παλαιστίνης. Ομως οι Παλαιστίνιοι καταγράφουν πλέον τα πάντα. Αντικαθιστούν τους εκατοντάδες δολοφονημένους ρεπόρτερ και γίνεται προσπάθεια να αναδυθεί ένα νέο κύμα διανοουμένων. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βοηθούν σε αυτό. Η «μοναδική δημοκρατία» στη Μέση Ανατολή είναι για πρώτη φορά εντελώς γυμνή.
Στο βιβλίο «Η Γάζα απαντά», ο Ρεφάτ Αλαρίρ ζήτησε από τους φοιτητές του να γράψουν ιστορίες για την πέμπτη επέτειο της σιωνιστικής καταστροφικής επίθεσης «Χυτό Μολύβι» στη Γάζα, που έλαβε χώρα το 2008-9. Επιμελήθηκε και ανθολόγησε αυτές τις ιστορίες γνωρίζοντας ότι η αφήγηση δεν συμβάλλει απλώς στην ιστορική μνήμη, δεν είναι απλώς μια πράξη αντίστασης στη σιωπή και τη λήθη που θέλει να επιβάλει ο εχθρός με όλα τα μέσα, αλλά και ένας τρόπος αυτά τα γραπτά να ταξιδέψουν στα πέρατα του κόσμου ως ένα ακόμα μέσο συσπείρωσης της παλαιστινιακής διασποράς και ευαισθητοποίησης ενός ευρύτερου κοινού, για το οποίο ένα λογοτεχνικό κείμενο έχει μεγαλύτερη και πιο μακρόχρονη επιδραστικότητα από ένα ρεπορτάζ.
Οι ιστορίες αυτού του βιβλίου γράφτηκαν κατευθείαν στην αγγλική γλώσσα και μόνο τρεις από τους δεκαπέντε συγγραφείς είναι άντρες. Εκτός του Ρεφάτ Αλαρίρ, κανείς και καμιά δεν είχε γράψει ποτέ λογοτεχνικό κείμενο. Αυτό κάνει αυτές τις ιστορίες αδιαμεσολάβητες και κάποιες αρκετά διεισδυτικές. Στην περίπτωση αυτή δεν μετρά τόσο η λογοτεχνική αξία των κειμένων όσο η αλήθεια, η ειλικρίνεια της μαρτυρίας τους, η ακατάβλητη ελπίδα για ζωή που ξεπηδά μέσα από αυτές. Ο αναγνώστης θα διακρίνει επίσης στα γραπτά αυτά το σημαντικό ρόλο της γυναίκας στην Παλαιστίνη.Θα εκπλαγεί από τη συμμετοχή της στο μορφωτικό πεδίο. Η ισοτιμία είναι καταχτημένη στην πράξη. Η γυναίκα βρίσκεται πίσω από τον τιτάνιο αγώνα της αντίστασης, είναι ο στυλοβάτης της.
Οι σιωνιστές εδώ και τουλάχιστον ογδόντα χρόνια συντηρούν μια ατελείωτη, εφιαλτική στρατηγική τρόμου. Με συνεχείς επιθέσεις και εισβολές, «κουρεύουν κάθε τόσο το γκαζόν», στοχεύοντας στον εξανδραποδισμό, την εξαφάνιση και το διωγμό των Παλαιστινίων από τη γη τους. Ομως αυτοί όλο και πιο πολύ γαντζώνονται σ´ αυτή. Ο επίλογος του διηγήματος της Τζιχάν Αλφάρα που απευθύνεται στους καταχτητές, λέει προφητικά:
«Αλλη φορά να αποτελειώνετε τη δουλειά σας. Οταν βομβαρδίζετε, βομβαρδίστε μέχρι τέλους. Κι όταν πυροβολείτε, παρακαλώ, πυροβολήστε για να σκοτώσετε».
Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η ώρα μηδέν, η ώρα του «ελευθερία ή θάνατος» έχει φτάσει. Η γενοκτονία που τις προηγούμενες δεκαετίες συντελούνταν αργά, τώρα εκτυλίσσεται με ταχύτητα μπροστά στα μάτια μας. Οι αυταπάτες έχουν τελειώσει οριστικά. Οι Παλαιστίνιοι δίνουν τη «μητέρα των μαχών». Και το Ισραήλ υποθήκευσε το δικό του μέλλον.
Σε αυτή τη ναζιστική «τελική λύση» οι Παλαιστίνιοι αντιστέκονται με όλα τα μέσα. Με τα όπλα και με τα λόγια. Ο Ρεφάτ Αλαρίρ που επιμελήθηκε αυτό το βιβλίο και έγραψε τη σπουδαία εισαγωγή του, έβαλε το δικό του λιθαράκι σε αυτόν τον αγώνα. Το όπλο του Αλαρίρ, η γραφίδα του, βρήκε το στόχο της: έσπασε ακόμα πιο πολύ τα τείχη της σιωπής και μεγάλωσε περισσότερο την παγκόσμια οργή για τους δολοφόνους. Οχι πια δάκρυα για την Παλαιστίνη. Μόνο αγώνας.
Ε.Σ.