ΓΑΛΛΙΑ | 1968-1974 | 4 ΔΟΚΙΜΙΑ
Μετά τον Μάη του ’68, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, στο αποκορύφωμα της διασημότητάς του και (ήδη από το 1966) σε μια προσπάθεια να δραπετεύσει από το modus operandi του εμπορικού κινηματογράφου, ασκώντας μέσα από τις ταινίες του οξεία κριτική στους κανόνες αναπαράστασης του αστικού θεάματος και διερευνώντας επίμονα τα προβλήματα της μπρεχτικής αισθητικής, έχοντας από το 1967 σκηνοθετήσει ταινίες που αντανακλούν την έντονη μαρξιστική και μαοϊκή επίδραση που είχε δεχτεί από το κίνημα εκείνης της περιόδου στη Γαλλία, παραιτείται από τον ρόλο του «δημιουργού» και υιοθετεί εκείνον του «εργάτη του κινηματογράφου», προσπαθώντας εις το εξής να κάνει ταινίες με συλλογικό τρόπο. Η Ομάδα Τζίγκα Βερτόφ, την οποία ιδρύει μαζί με άλλους νέους κινηματογραφιστές, γεννιέται ως απάντηση στην ανάγκη «να δημιουργηθεί ένας νέος πυρήνας που δεν κάνει πολιτικό σινεμά, αλλά προσπαθεί να κάνει πολιτικό σινεμά με πολιτικό τρόπο» (Ζ-Λ. Γκοντάρ).
Το όνομα της ομάδας αποτίει φόρο τιμής στον πρωτοπόρο σοβιετικό κινηματογραφιστή, διεκδικώντας έτσι την πολιτογράφησή της στην ιστορία ενός κινηματογράφου που δείχνει (δεν αναπαριστά) τον κόσμο στο όνομα των προλετάριων. Ο Γκοντάρ δεν εμπνεόταν μόνο από την αισθητική θεωρία του μοντάζ που ανέπτυξε ο Βερτόφ, αλλά και από το γεγονός ότι το μεγαλύτερο κομμάτι του έργου του αποτελούνταν από κινηματογραφικά επίκαιρα, ειδήσεις χαραγμένες στο φιλμ. Αυτό ακριβώς ήταν το όνειρο του Γκοντάρ που δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα: να γίνει δημιουργός δελτίων ειδήσεων για την τηλεόραση, να εκπαιδεύσει ένα όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό σε μια πολιτική οικονομία και ιστορία των εικόνων.
Βασικός συνομιλητής του Γκοντάρ εκείνη την περίοδο είναι ο διανοούμενος Ζαν-Πιερ Γκορέν (μαθητής των Αλτουσέρ, Φουκό και Λακάν). Στην Ομάδα Τζίγκα Βερτόφ συμμετέχουν επίσης οι Ζεράρ Μαρτέν, Ναταλί Μπιγιάρ, Αρμάν Μαρκό, Ζαν-Ανρί Ροζέ και Πολ Μπιρόν. Εκμεταλλευόμενη τη φήμη του Γκοντάρ, η ομάδα χρηματοδοτεί τις ταινίες της ως παραγγελίες μεγάλων τηλεοπτικών δικτύων της Ευρώπης, που συχνά αρνούνταν να τις προβάλουν όταν έβλεπαν το τελικό αποτέλεσμα.
Τον Οκτώβρη του 1969, στο 5ο τεύχος του περιοδικού Cinéthique, η Ομάδα Τζίγκα Βερτόφ διά στόματος Ζαν-Λικ Γκοντάρ συνοψίζει το εγχείρημά της: «Κατά την προβολή μιας ιμπεριαλιστικής ταινίας, η οθόνη πουλά στο θεατή τη φωνή του Κράτους-Αφέντη: η φωνή κολακεύει, καταστέλλει ή ξυλοκοπεί. Κατά την προβολή μιας ρεφορμιστικής ταινίας, η οθόνη είναι απλώς το μεγάφωνο από το οποίο βγαίνει μια φωνή που κάποτε είχε την εντολή του λαού, αλλά δεν είναι πια η φωνή του λαού, καθώς ο λαός παρακολουθεί σιωπηλός το ίδιο του το πρόσωπο παραμορφωμένο. Κατά την προβολή μιας στρατευμένης ταινίας, η οθόνη δεν είναι παρά ένας μαυροπίνακας στον οποίο γράφονται οι εικόνες και οι ήχοι που παράγονται από τη συγκεκριμένη ανάλυση μιας συγκεκριμένης κατάστασης, δηλαδή της ταξικής πάλης. Μπροστά σε αυτή την οθόνη, ο λαός σκέφτεται, μαθαίνει, μάχεται, ασκεί κριτική και μεταμορφώνεται».
Οι «ταινίες-μαυροπίνακες» της Ομάδας Τζίγκα Βερτόφ μοιάζουν σήμερα να απεικονίζουν εξισώσεις που παρέμειναν άλυτες, ερωτήσεις που αιωρούνται αναπάντητες, πειράματα που κατέληξαν σε σύγχυση και αμφιβολία. Στις τέσσερις ταινίες που περιλαμβάνει αυτό το αφιέρωμα, θα επανέλθουμε στα πολιτικά/κινηματογραφικά εγχειρήματα της ομάδας στην Αγγλία (British Sounds, 1969), την Τσεχοσλοβακία (Pravda, 1969) και την Ιταλία (Αγώνες στην Ιταλία, 1970), καταλήγοντας στην Παλαιστίνη, με την ταινία που δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί παρά δύο χρόνια μετά τη διάλυση της ομάδας (Εδώ κι αλλού, 1974).
Οι ταινίες θα προβληθούν με ελληνικούς υπότιτλους. Το πέρας κάθε προβολής θα ακολουθεί συζήτηση.
~ Παρασκευή 13/03/2015 ~
BRITISH SOUNDS
(British Sounds / See you at Mao, Αγγλία, 1970, 52’)
Σενάριο, Σκηνοθεσία: Ομάδα Τζίγκα Βερτόφ (Ζαν-Λικ Γκοντάρ, Ζαν-Ανρί Ροζέ)
Φωτογραφία: Τσαρλς Στιούαρτ
Ηχος: Φρεντ Σαρπ
Μοντάζ: Ελίζαμπεθ Κόζμιαν, Κριστίν Αγια
Παραγωγή: Kestrel Productions για τη London Weekend Television (LWT)
Το 1969, η London Weekend Television αναθέτει στον Ζαν-Λικ Γκοντάρ τη δημιουργία μιας ταινίας. Tο British Sounds προκύπτει από τη συνεργασία του Γκοντάρ με τον Ζαν-Ανρί Ροζέ. Η ταινία δομεί και αποδομεί τη σχέση της εικόνας και του ήχου, δημιουργώντας μεταξύ τους διαλεκτικές συγκρούσεις που επιδιώκουν να μεταφέρουν στο πεδίο του κινηματογράφου την ταξική πάλη, αλλά και την κατάσταση του εργατικού κινήματος στη Βρετανία στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Εικόνες και ήχοι αντιπαρατίθενται σε μια αέναη μάχη, τη μάχη μεταξύ αλήθειας και πλάνης. Η λονδρέζικη τηλεόραση αρνήθηκε να προβάλει την ταινία μόλις ολοκληρώθηκε και αρκέστηκε να μεταδώσει μόνο κάποια αποσπάσματα.








