
Το 2006, η φυλακή Τρικάλων, χτισμένη ανάμεσα στο οθωμανικό τζαμί και την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, έκλεισε μετά από 110 χρόνια λειτουργίας. Ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος επισκέπτεται τη φυλακή σε μια προσπάθεια να διατηρήσει την ιστορική της μνήμη. Προσκαλεί επτά πρόσωπα, έναν πρώην ποινικό κρατούμενο, έναν σωφρονιστικό υπάλληλο, έναν πρώην διευθυντή, μία εκπαιδευτικό, μία συγγραφέα ερευνήτρια και δύο πρώην πολιτικούς κρατούμενους, να επισκεφθούν ξανά τη φυλακή και να μοιραστούν τις δικές τους αναμνήσεις. Η φυλακή, παρούσα για τόσες δεκαετίες, είναι μάρτυρας της ιστορίας της πόλης, αλλά και της ιστορίας του νέου ελληνικού κράτους.
Καθώς η φυλακή αλλάζει χρήση, αναπαλαιώνεται. Ετσι, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ανακαλύφθηκε ότι η φυλακή είχε χτιστεί πάνω στα μνημεία ενός οθωμανικού λουτρού του 16ου αιώνα. Η κάμερα του Κουτσιαμπασάκου ήταν παρούσα σε όλη τη διαδικασία. Εργασίες πολλές έγιναν για την ανάδειξη και την αξιοποίησή του. Οπως ήταν αναμενόμενο, το κτίριο της φυλακής υπέστη πολλές αλλαγές. Ενα μνημείο θάφτηκε ή αλλοιώθηκε για τη δημιουργία ενός άλλου, που τελικά αλλοιώνεται για την ανάδειξη του πρώτου. Η ιστορική μνήμη και πώς αυτή διαμορφώνεται είναι το επίκεντρο του ενδιαφέροντος του σκηνοθέτη. Δηλαδή, τι επιλέγουμε συλλογικά και ατομικά να θυμόμαστε.
Ελένη Π.








