Δεν ξέρουμε πόσοι παρακολούθησαν την προ ημερήσιας διάταξης συζήτηση μεταξύ αρχηγών, που έγινε την περασμένη Τρίτη, δε θα συμφωνήσουμε, όμως, πως δεν έχασαν και τίποτα. Θεωρούμε πως αυτές οι συζητήσεις είναι χρήσιμες για όποιον θέλει να είναι πολιτικά ενημερωμένος και προσπαθεί να βαθαίνει τη γνώση του. Γιατί το θέατρο που παίζουν οι πολιτικοί αρχηγοί είναι αποκαλυπτικό για τις πραγματικές θέσεις των κομμάτων τους. Από την ποιότητα του θεάτρου που παίζουν και κυρίως από τα θέματα στα οποία επικεντρώνονται και απ’ αυτά που αφήνουν «εκτός» αποκαλύπτονται πολλά.
Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Βενιζέλου να εκμεταλλευτεί τη ρητορική του δεινότητα και να μπει σφήνα ανάμεσα σε Σαμαρά και Τσίπρα, το παιχνίδι ήταν και πάλι δικομματικό. Το έπαιξαν έτσι και ο Σαμαράς και ο Τσίπρας, με αποτέλεσμα ο Βενιζέλος να φανεί σαν υπασπιστής του Σαμαρά. Ακόμη και ο υπαινιγμός του για τον Σαμαρά, που εγκατέλειψε την παλιά αντιμνημονιακή ρητορική και ως νέος Σαούλ προσχώρησε στην «εθνική στρατηγική» του ΠΑΣΟΚ, πέρασε στο ντούκου.
Το παιχνίδι ήταν δικομματικό και θύμιζε τις παλιές κοκορομαχίες των ηγετών του πάλαι ποτέ δικομματισμού. Ο καθένας από τους Σαμαρά και Τσίπρα προσπαθούσε να κρύψει τα αδύνατα σημεία της πολιτικής του και να επιτεθεί στα αδύνατα σημεία του αντιπάλου. Ο Σαμαράς είναι έμπειρος στην αστική πολιτική (διανύει την τέταρτη δεκαετία στη Βουλή και έχει περάσει απ’ όλα τα πόστα), γι’ αυτό και κατάφερε να αναδείξει τα αδύνατα σημεία της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως τις συνεχείς παλινδρομήσεις του ανάμεσα στο «ρεαλισμό» και το «λαϊκισμό». Εστίασε, ακόμη, στα ζητήματα «τάξης και ασφάλειας», απευθυνόμενος στο ακροδεξιό και συντηρητικό ακροατήριο και δείχνοντας ταυτόχρονα τον ΣΥΡΙΖΑ ως μια ανεύθυνη δύναμη που αφήνει ανοιχτό το έδαφος στο «έγκλημα».
Ο Τσίπρας δεν έχει την εμπειρία του Σαμαρά. Δεν έχει καν τις γνώσεις του Σαμαρά. Με τις από τα πριν γραμμένες ομιλίες τα πάει καλά, όμως στη δευτερολογία, που πρέπει να τη σχεδιάσει επιτόπου ο ίδιος, ήταν φανερή η απειρία του και η αδυναμία του να επικεντρώσει σε μερικά ζητήματα ουσίας. Εχει, όμως, ένα μεγάλο όπλο. Είναι η ίδια η πολιτική της συγκυβέρνησης, η οργή και η αγανάκτηση που προκαλεί στον ελληνικό λαό, που επιτρέπει ακόμα και στον άπειρο Τσίπρα να πετάξει μερικές κορόνες και να κερδίσει τις εντυπώσεις που προσπάθησε να του κλέψει ο Σαμαράς. Ακόμα και η γκάφα με τον Ακερμαν (μπέρδεψε τον επικεφαλής της Ντόιτσε Μπανκ μ’ ένα μεσαίο στέλεχος της τράπεζας στο Λονδίνο) δεν κόστισε ιδιαίτερα στον Τσίπρα.
Πώς ακούστηκε, όμως, το γεγονός ότι πήρε υπό την προστασία του μια γερμανική εταιρία, την οποία υποτίθεται ότι παρεμποδίζει η κρατική γραφειοκρατία να επενδύσει; Λεπτομέρειες δεν γνωρίζουμε, αλλά το γεγονός ότι η εν λόγω εταιρία δραστηριοποιείται στην παραγωγή ρεύματος από ανεμογεννήτριες είναι αρκετό για να μας πείσει πως ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε υπό την προστασία του (γιατί άραγε;) έναν υποψήφιο καταστροφέα των δασών και του περιβάλλοντος. Γι’ αυτό λέμε πως είναι χρήσιμες αυτές οι συζητήσεις. Γιατί είδαμε Σαμαρά και Τσίπρα να διαγωνίζονται για το ποιος είναι περισσότερο φιλικός προς τους «επενδυτές» και να αλληλοκατηγορούνται για το είδος των «επενδυτών» που ο καθένας έχει επιλέξει.
Οπως, επίσης, είδαμε τον μεν Σαμαρά να πουλάει ελπίδες με την «ανάπτυξη» και τον Τσίπρα να απαντά με τη γνωστή διαχειριστική λογική του ΣΥΡΙΖΑ, την οποία επένδυε με αντικυβερνητικές κορόνες, που είχαν ένα μότο: «δεν διαπραγματεύεστε, αλλά υποτάσσεστε».
Τα ίδια και τα ίδια, για μια ακόμη φορά. Με το λαό θεατή (στο βαθμό που παρακολουθεί αυτές τις συζητήσεις). Και τα αστικά ΜΜΕ σε ρόλο κριτή talent show, να αποφαίνεται ποιος νίκησε και ποιος έχασε. Οπως γίνεται στα περιβόητα τηλεοπτικά «ντιμπέιτ».
Αυτή η σχέση παθητικού θεατή της αστικής πολιτικής, που χαρακτηρίζει τον εργατικό και λαϊκό παράγοντα, σφραγίζει την εποχή μας. Και αναδεικνύει σε… βάραθρο το μεγάλο πολιτικό κενό. Το κενό πολιτικής εκπροσώπησης της εργατικής τάξης. Τα αστικά κόμματα και τα ηγετικά τους στελέχη κοκορομαχούν με το λαό θεατή. Κοκορομαχούν με το μάτι σήμερα στα γκάλοπ, αύριο στις κάλπες. Κάλπες που κανένας δε θέλει να στηθούν σύντομα, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Ομως, ακόμα κι αν οι κάλπες στήνονταν αύριο το πρωί, τίποτα δε θ’ άλλαζε. Οπως δεν άλλαξε με τις δυο εκλογικές αναμετρήσεις τον περασμένο Μάη και Ιούνη, όπως δε θ’ αλλάξει στην Ιταλία. Οταν περιμένεις από πολιτικούς μεσσίες να σου λύσουν τα προβλήματα, όταν οι όποιοι αγώνες είναι υποβοηθητικοί στο πολιτικό παιχνίδι, τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει.








