Οσο μυρίζεται εξουσία το ΠΑΣΟΚ τόσο πιο πολύ στρίβει επί δεξιά, αποθρασύνεται και εκφράζει απόψεις που ξεπερνούν σε αντιδραστικότητα και αυτές της κυβέρνησης της ΝΔ. Οσον αφορά στην Παιδεία, και με αφορμή τη λυσσασμένη γενικότερη εκστρατεία κατά του πανεπιστημιακού ασύλου, δέστε για παράδειγμα τις εμετικές και φασίζουσες απόψεις της Διαμαντοπούλου και του Βενιζέλου. Είναι και αυτό μια απόδειξη του «νέου» αέρα που προτίθεται να φέρει στην εκπαίδευση το ΠΑΣΟΚ όταν γίνει κυβέρνηση.
Η εισαγωγική αυτή παρατήρηση είναι ταιριαστή με το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ για την Παιδεία, τους βασικούς άξονες του οποίου παρουσίασε ξανά ο Γιώργος Παπανδρέου, στο Φόρουμ «Μιλάμε για την Παιδεία», που οργάνωσε ο τομέας Παιδείας του ΠΑΣΟΚ.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ εμφανίστηκε λάβρος υπέρ της αύξησης της χρηματοδότησης της δημόσιας εκπαίδευσης. «Δεσμεύτηκε» και αυτός, όπως και ο Καραμανλής πριν πέντε χρόνια, ότι η χρηματοδότηση θα φθάσει το «στόχο» του 5% του ΑΕΠ στο τέλος της πρώτης τετραετίας της κυβερνητικής θητείας του ΠΑΣΟΚ. Βεβαίως, η εκπαιδευτική κοινότητα, ο ελληνικός λαός ακόμη περιμένει να γίνει πράξη το τάξιμο του Καραμανλή και αντί για αύξηση βλέπει τις δαπάνες για την Παιδεία να βαίνουν μειούμενες. Και αυτό γίνεται σταθερά όλα αυτά τα χρόνια, ακόμα και τις χρονιές που δεν υπήρχε το πρόσχημα της οικονομικής κρίσης. Και αυτό, γιατί η διεθνής στρατηγική του κεφαλαίου είναι η αποφασιστική μείωση των λεγόμενων «κοινωνικών δαπανών», η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και η αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου μέσω της επέκτασης της δραστηριότητάς του σε πεδία-φιλέτα και σε τομείς δραστηριοποίησης του κράτους και της πιο άγριας εκμετάλλευσης των εργαζόμενων. Το προεκλογικό αυτό χαρτί της αύξησης της χρηματοδότησης το έπαιξε, λοιπόν, και ο Γιώργος Παπανδρέου, θεωρώντας, ως φαίνεται, ότι έχουμε ξεχάσει ότι και η περίοδος διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ ήταν περίοδος μαρασμού για τη δημόσια εκπαίδευση. Ο Παπανδρέου «δεσμεύτηκε» ότι θα δώσει επιπλέον ένα δισ. ευρώ στον πρώτο προϋπολογισμό και ότι τους πόρους θα τους εξοικονομήσει «με σωστή αναδιάρθρωση των δαπανών για την Παιδεία» (θα κόψει δηλαδή από αλλού, θα κάνει εσωτερική αναδιανομή σε έναν προϋπολογισμό για την Παιδεία που είναι ήδη εξευτελιστικός), με πόρους από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και μέσα από «ένα πιο δίκαιο φορολογικό σύστημα, όπου θα πληρώνουν και οι πλούσιοι αυτό που τους αναλογεί» (εδώ αξίζει να θυμίσουμε ότι πρώτο το ΠΑΣΟΚ μείωσε προκλητικά κατά 5% το συντελεστή φορολόγησης των καπιταλιστικών κερδών και ακολούθησε η ΝΔ με μείωση κατά 10%). «Το Δημόσιο θα δώσει τον τόνο (στον τομέα της έρευνας), αλλά θα επιδιώξουμε, θα απαιτήσουμε την ισχυρή συμμετοχή και του ιδιωτικού τομέα», δήλωσε ο Παπανδρέου, ανακοινώνοντας ότι οι δαπάνες θα φθάσουν το 2%. Κάλεσε, δηλαδή, τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις να εκμεταλλευτούν μαζικά και δραστήρια την πανεπιστημιακή έρευνα, την οποία προφανώς και θα κατευθύνουν αφού θα τη χρηματοδοτούν, ώστε να αποκομίσουν οφέλη και να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους. Απευθύνθηκε δε στην «υγιή και παραγωγική επιχειρηματικότητα να επενδύσει στην καινοτομία, στην έρευνα» και γενικότερα σε όλες τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες που έχουν «ψωμί» σε όλο το φάσμα της εκπαίδευσης. Η «επένδυση» αυτή, εκτός βεβαίως από τα άμεσα και χειροπιαστά αποτελέσματα (όπως αυτά που φέρνει η επένδυση στην έρευνα), έχει και έναν ύπουλο και κρυφό χαρακτήρα, όπως είναι η διαφήμιση των προϊόντων των επιχειρήσεων και η πλύση εγκεφάλου των μαθητών, με τη διαπαιδαγώγησή τους σε πρότυπα, συνήθειες και αξίες, που συναποτελούν το συμφέρον της επιχείρησης και γενικότερα του σάπιου κοινωνικού συστήματος του καπιταλισμού. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έταξε και στους εκπαιδευτικούς «σωστές και δίκαιες» αμοιβές, αποφεύγοντας συνειδητά να κάνει την παραμικρή αναφορά έστω και σ’ αυτό το στοιχειωμένο αίτημα της μακράς απεργίας των δασκάλων, που στη συνέχεια έγινε και αίτημα των εκπαιδευτικών και των δυο βαθμίδων, για 1400 ευρώ καθαρά στον νεοδιόριστο (παρόλο που ο Μπράτης, πρόεδρος της ΔΟΕ και ο Μανιάτης, πρόεδρος της ΟΛΜΕ, και οι δυο στελέχη του ΠΑΣΟΚ, ήταν παρόντες). Και συμπλήρωσε με νόημα και πολλές φορές, ότι η «δίκαια αμοιβή» θα αποτελεί προϋπόθεση της αποδοχής της αξιολόγησής τους. Τάζει, δηλαδή, στους εκπαιδευτικούς ένα «καρότο» για να αποδεχτούν το βούρδουλα, τον οποίο, ως τώρα το εκπαιδευτικό κίνημα κρατά ανενεργό, παρόλο που έχει νομοθετηθεί από κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ (για να μην ξεχνιόμαστε «μεταρρύθμιση Αρσένη»). Μάλιστα, ο Γιωργάκης κάλεσε και τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία να βάλει ένα χεράκι στην χειραγώγηση και κατηγοριοποίηση των εκπαιδευτικών, λέγοντας «θα δούμε με το εκπαιδευτικό κίνημα πώς μπορούμε να επιβραβεύσουμε τους καλύτερους δασκάλους και καθηγητές».
Από τα παραπάνω, αντιλαμβανόμαστε πώς το ΠΑΣΟΚ θα «επενδύσει» στην Παιδεία. Θα βάλει με τα μπούνια τις επιχειρήσεις στα σχολεία και τα Πανεπιστήμια και θα εντείνει τον αυταρχισμό. Αλλωστε, ο Γιώργος το είπε καθαρά: «η επένδυση στην Παιδεία είναι επένδυση στην έξοδο από την κρίση». Και διευκρίνισε παρακάτω το γιατί: «Γιατί το σχέδιό μας για την Παιδεία είναι οργανικό και αναπόσπαστο μέρος ενός συνολικού σχεδιασμού για την ανάπτυξη της χώρας μας». Και είναι γνωστό ότι όταν οι αστοί μιλούν για έξοδο από την κρίση και ανάπτυξη, εννοούν άγρια εκμετάλλευση των εργαζόμενων, εξαφάνιση των εργατικών κατακτήσεων και εφοδιασμό των εργαζόμενων μόνο με τα «τυπικά» προσόντα που απαι- τούν οι πρόσκαιρες ανάγκες της αγοράς. Και αυτό το ρόλο θα αναλάβει να τον παίξει η Παιδεία, με τα κατάλληλα προγράμματα και την προώθηση εκείνων των δραστηριοτήτων που βοηθούν στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων που απαιτεί το κεφάλαιο για να αυξήσει την κερδοφορία του και μπροστά στην οικονομική κρίση. Τη συνέχεια θα αναλάβει η «δια βίου εκπαίδευση», που αποτελεί και βασική συνιστώσα του προγράμματος του ΠΑΣΟΚ. Οι εργαζόμενοι, υπό το συνεχές άγχος της ανεργίας, προκειμένου να διατηρήσουν το δικαίωμά τους στη δουλειά, θα κυνηγούν μανιωδώς τα διάφορα προγράμματα επανακατάρτισης, που θα στήνει το κράτος και τα διάφορα λαμόγια.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Παπανδρέου ούτε μια στιγμή δε μίλησε για μόρφωση. Αντίθετα, περιγράφοντας τα εφόδια που πρέπει να διαθέτει ο μαθητής βγαίνοντας στην αγορά εργασίας, μίλησε για γνώσεις στην ελληνική γλώσσα, στα μαθηματικά, σε μια ξένη γλώσσα και γνώσεις χειρισμού των ηλεκτρονικών υπολογιστών και του διαδικτύου. Δηλαδή, κάποιες γνώσεις απαραίτητες για την επικοινωνία και την ανταπόκριση στον «σύγχρονο ανταγωνιστικό κόσμο», όπως είπε χαρακτηριστικά. Στο πλαίσιο αυτής της φιλοσοφίας για την εκπαίδευση (παρόλη τη δημαγωγία για κατάργηση του ταξικού σχολείου), εντάσσεται και η διατήρηση του διαχωρισμού της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε σχολείο για την ελίτ και σχολείο για την πλέμπα. Το ΠΑΣΟΚ θα επιχειρήσει ακόμη μια βερσιόν ρετουσαρίσματος της λεγόμενης τεχνικοεπαγγελματικής εκπαίδευσης για να κρατά ζεστό το ενδιαφέρον των παιδιών των φτωχών λαϊκών στρωμάτων που πετιούνται βίαια έξω από το σχολείο.
Πολλά είπε ο Γιωργάκης και για «την απάλειψη του άγχους από τα σχολεία, που τη θέση του θα πάρει η χαρά» και για την εξαφάνιση των φροντιστηρίων. Τα ίδια κι απαράλλαχτα ακούσαμε σε όλες τις έως τώρα εκπαιδευτικές «μεταρρυθμίσεις». Ο φον Αρσένης, μάλιστα το είχε δεδομένο ότι θα καταργούσε τα φροντιστήρια. Τα αποτελέσματα τα γνωρίζουμε από πρώτο χέρι. Μόνο πέρυσι, οι εργαζόμενοι πλήρωσαν για φροντιστήρια των παιδιών τους 450 εκατ. ευρώ (σύμφωνα με έρευνα της ΓΣΕΕ). Τα ίδια και χειρότερα θα έχουμε και όταν το ΠΑΣΟΚ έρθει στην εξουσία. Γιατί φέρνει στις αποσκευές του το Εθνικό Απολυτήριο, όραμα του Παπανδρέου απ’ όταν ήταν υπουργός Παιδείας. Σύμφωνα με αυτό το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, για να γίνει ο μαθητής κάτοχος του Εθνικού Απολυτήριου θα πρέπει να συμμετάσχει και στις τρεις τάξεις του Λυκείου σε πανελλαδικές εξετάσεις σε 8-9 μαθήματα (παραλλαγή της «μεταρρύθμισης Αρσένη»). Πρόκειται, συνεπώς, για μια διαδρομή γεμάτη λαιμητόμους, στην έξοδο της οποίας, οι «τυχεροί» θα παίρνουν το Εθνικό Απολυτήριο. Από κει κι ύστερα θα εισάγονται καταρχήν σε Πανεπιστήμιο ή Σχολή και όχι σε Τμήμα (προφανώς στη συνέχεια για την εισαγωγή στο Τμήμα θα υπάρχει και άλλο φίλτρο), με κριτήρια που θα βάζουν τα Πανεπιστήμια χωριστά (π.χ. συντελεστές σε κάποια προαπαιτούμενα μαθήματα, κ.λ.π.). Στο σημείο αυτό, το ΠΑΣΟΚ εισάγει μια άκρως νεοφιλελεύθερη πρόταση, που έχει καθιερωθεί εδώ και χρόνια στην Αμερική (ο Γιωργάκης δεν ξεχνά την ετέρα πατρίδα του), με ολέθρια αποτελέσματα για τη δημόσια εκπαίδευση και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Σύμφωνα με αυτή την πρόταση, το κράτος δεν θα χρηματοδοτεί απευθείας γενναία τα Πανεπιστήμια, αλλά θα εξασφαλίζει «κουπόνι» σε κάθε υποψήφιο φοιτητή. Το ποσό αυτό θα καταθέτει ο φοιτητής στο Πανεπιστήμιο που θα εισαχθεί. Είναι φυσικό, το ποσό αυτό να μην επαρκεί για τη λειτουργία του Πανεπιστήμιου και έτσι το Ιδρυμα να είναι εξαναγκασμένο να ζητήσει από τον φοιτητή να πληρώσει το υπόλοιπο κόστος από την τσέπη του και να καταφύγει και σε «άλλες πηγές» για τη χρηματοδότησή του. Η κατάσταση αυτή νομοτελειακά θα οδηγήσει τα πανεπιστημιακά ιδρύματα σε αγώνα δρόμου για την προσέλκυση «πελατών», ενώ θα καταστεί πραγματικότητα η κατηγοριοποίησή τους.
Ο Παπανδρέου έδωσε μεγάλη έμφαση και στην αποκέντρωση της εκπαίδευσης (την προσπάθεια αποκέντρωσης του εκπαιδευτικού συστήματος στους Δήμους και τις Νομαρχίες είχε αποτρέψει, χωρίς να πετύχει να καταργήσει τη σχετική νομοθεσία, ένα μαζικό εκπαιδευτικό κίνημα το 1995, όταν υπουργός Παιδείας ήταν ο Γιωργάκης). Πρόκειται, για έναν εύσχημο τρόπο να απαλλάσσεται το αστικό κράτος από τις υποχρεώσεις του απέναντι στο λαό, στον οποίο φορτώνει τα βάρη και το κόστος. Και μόνο η ανάθεση της διαχείρισης των λειτουργικών εξόδων των σχολείων στους καταχρεωμένους Δήμους, που λειτουργούν αγριανθρωπικά και εκμεταλλευτικά, στα πρότυπα της κεντρικής εξουσίας, είναι μια δραματική εμπειρία για την εκπαιδευτική κοινότητα, αλλά και τους δημότες, που εξαναγκάζονται να πληρώνουν τα ανταποδοτικά τέλη. «Θέλουμε Δημοτικά, Γυμνάσια, Λύκεια και Πανεπιστήμια που δεν είναι υπηρεσίες του κεντρικού Υπουργείου» τόνισε ο Παπανδρέου και σημείωσε χαρακτηριστικά πως «δημόσια Παιδεία δεν σημαίνει αυτονόητη αντιδιαστολή με την ιδιωτική. Σημαίνει και τη διαφορά ανάμεσα στο δημόσιο και στο κρατικό, ή αν θέλετε κρατικίστικο σχολείο». Στη συνέχεια, μίλησε για ένα «αυτόνομο» σχολείο «φορέα ανάπτυξης της τοπικής κοινωνίας». Σύμφωνα με τον πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ και τα όσα είπε ο Παπανδρέου στο φόρουμ, θα υπάρχει ένα Εθνικό Πρόγραμμα Σπουδών, που θα θέτει τους εθνικούς στόχους (λίγα ελληνικούλια, λίγα αγγλικούλια, στοιχειώδεις γνώσεις θετικών επιστημών, χρήση Η/Υ) και στη συνέχεια θα υπάρχει περιθώριο ανάπτυξης μαθημάτων σε περιφερειακό επίπεδο, σε επίπεδο σχολικής μονάδας, ανάλογα με τις ανάγκες της περιοχής και κάθε μαθητή. Μη φαντασθείτε ότι το ΠΑΣΟΚ απεμπολεί το ρόλο του σχολείου στον καπιταλισμό. Θα διατηρήσει ανέπαφο όλον εκείνο τον κορμό που εξασφαλίζει την αδιατάραχτη αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας και των εκμεταλλευτικών σχέσεων στην παραγωγή. Οι «τοπικές κοινωνίες», δηλαδή οι επιχειρήσεις που λειτουργούν σε κάθε περιοχή, τα τοπικά συμφέροντα (Δήμαρχοι, τοπικοί εμποροβιοτεχνικοί σύλλογοι και τα ρέστα) θα παρεμβαίνουν στον τομέα του άμεσου ενδιαφέροντός τους, με ειδικά μαθήματα και δραστηριότητες, προετοιμάζοντας κατάλληλα το αυριανό εργατικό δυναμικό τους. Και βέβαια, θα αναλαμβάνουν και ένα μέρος του κόστους λειτουργίας του σχολείου. «Ουσιαστική και δημιουργική συμμετοχή» θα έχουν και οι γονείς. Γεύση έχουμε πάρει ήδη από το πώς λειτουργούν οι σύλλογοι γονέων. Καθαρά με διαχειριστικά κριτήρια, με μια συντηρητική λογική και στην κατεύθυνση μπαλώματος κάθε «τρύπας» που αφήνει το κρατικό έλλειμμα χρηματοδότησης. Σ’ αυτό το δημόσιο σχολείο-επιχείρηση, που θα ιδιωτικοποιούνται μεγάλα κομμάτια της λειτουργίας του, θα έχει αυξημένα καθήκοντα και ο διευθυντής, που θα καλείται να παίξει ρόλο μάνατζερ, διαλέγοντας τις πιο προσοδοφόρες προσφορές για το σχολείο του.
Την «αυτονομία» και «αυτοδιοίκηση» αυτού του είδους, το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ την επεκτείνει και στα Πανεπιστήμια. Για τα οποία προβλέπει επίσης «μηχανισμούς κοινωνικής λογοδοσίας, αξιολόγησης και ελέγχου». Προβλέπονται πολυετείς –αμοιβαία δεσμευτικές– προγραμματικές συμφωνίες με την Πολιτεία, ενώ θα ενθαρρύνονται οι «συμφωνίες με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και την περιφέρεια». Η χρηματοδότηση θα γίνεται με βάση τα αποτελέσματα της λειτουργίας των Πανεπιστήμιων, σε στόχους που θα έχουν θέσει τα ίδια και έχουν συμφωνηθεί με το κράτος. Τέτοια κριτήρια θα είναι π.χ. το ποσοστό των φοιτητών που θα αποφοιτά στον αναμενόμενο χρόνο σπουδών, το ποσοστό των φοιτητών που βρίσκει δουλειά σε διάστημα ενός έτους από την αποφοίτηση, κ.λ.π. Δηλαδή στόχους που ευνοούν την εντατικοποίηση των σπουδών, την επιβολή σιγής νεκροταφείου και τη νέκρωση του φοιτητικού κινήματος, την απόλυτη υποταγή στις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Θα ενθαρρύνονται επίσης με κίνητρα η άντληση πόρων από άλλες πηγές. Υποθέτουμε ότι τα «κίνητρα» θα είναι η περικοπή της κρατικής χρηματοδότησης, η προώθηση των μεταπτυχιακών μπίζνες κ.λ.π. Προβλέπεται ακόμη η ίδρυση «κέντρων αριστείας» (τύφλα να ‘χει η Γιαννάκου), στα ΑΕΙ και τα ερευνητικά κέντρα «σε τομείς που ενδιαφέρουν τη χώρα και την οικονομία». Συνεπώς, θα έχουμε Πανεπιστήμια και Σχολές-φιλέτα, στα οποία θα επικεντρώνεται το ενδιαφέρον των καπιταλιστών και του κράτους και στα οποία θα φοιτά η αφρόκρεμα του αυριανού στελεχικού δυναμικού των επιχειρήσεων και του κρατικού μηχανισμού.
Συμπέρασμα; Η αντίληψη του ΠΑΣΟΚ για την Παιδεία και κατ’ επέκταση το πρόγραμμά του στον τομέα αυτό, είναι ίδια κι απαράλλαχτα -και σε κάποια σημεία πιο μπροστά σε αντιδραστικότερη κατεύθυνση- με αυτά της κυβέρνησης της ΝΔ.
Γιούλα Γκεσούλη







