Στα δεδομένα του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης (διαδικασία που δρομολογήθηκε με τη διακήρυξη της Μπολόνια) προσαρμόζει τις μεταπτυχιακές σπουδές στη χώρα μας το νέο νομοσχέδιο, που κατατέθηκε στη βουλή.
Τούτο φροντίζει να το κάνει σαφές εξ αρχής η αιτιολογική έκθεση, που συνοδεύει το σχέδιο νόμου: «το παρόν σχέδιο νόμου κωδικοποιεί και συμπληρώνει τις ισχύουσες διατάξεις για τις μεταπτυχιακές σπουδές, προκειμένου να προσαρμοστεί πλήρως η ελληνική νομοθεσία στα ευρωπαϊκά δεδομένα…αποσκοπεί πλην των άλλων στην ευελιξία της οργάνωσης και λειτουργίας Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ)…αλλά και στη συνεργασία των ΑΕΙ της χώρας μας με αναγνωρισμένα ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού και κυρίως της Ευρώπης για κοινά προγράμματα… στην προώθηση της κινητικότητας και επίλυση των δυσχερειών για την ελεύθερη διακίνηση φοιτητών…στη συστηματοποίηση και ουσιαστικοποίηση της χρηματοδότησης τόσο των μεταπτυχιακών σπουδών όσο και της πανεπιστημιακής έρευνας και στην ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου για την ποιοτική αξιολόγηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών». Ευελιξία, κινητικότητα, χρηματοδότηση υπό όρους και από άλλες πηγές, αξιολόγηση, κ.λπ., έννοιες ειπωμένες κατά κόρον, με αφορμή κάθε «μεταρρύθμιση» ενάντια στο δημόσιο Πανεπιστήμιο, από τότε που η Μπολόνια μπήκε στο DNA των ελληνικών κυβερνήσεων.
Περιχαρής ο υπουργός Παιδείας ανακοινώνει ότι το νομοσχέδιο για τα μεταπτυχιακά αποτελεί το δεύτερο κύκλο της «μεταρρύθμισης», θεωρώντας ότι με τον πρώτο (νόμος πλαίσιο, αξιολόγηση, εσωτερικός κανονισμός, τετραετή αναπτυξιακά προγράμματα, ΠΔ για τα συγγράμματα) έχει κλείσει τους λογαριασμούς του. Επιδεικτικά «αυτιστικός», παριστάνει πως δεν πτοείται από την αντίδραση των φοιτητών και τις δυναμικές ενέργειες που ακύρωσαν -στην ουσία- και γελοιοποίησαν την απόπειρα εφαρμογής του νόμου στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, τακτική που στοχεύει στην καλλιέργεια απογοήτευσης στον αντίπαλο. Θέλουμε να πιστεύουμε, όμως, ότι λογαριάζει χωρίς τον ξενοδόχο. Το φοιτητικό κίνημα θα ρίξει τα «μεταρρυθμιστικά» σχέδια της κυβέρνησης Καραμανλή στα σκουπίδια, στα οποία θα συμπεριλαμβάνεται και το νομοσχέδιο για τις μεταπτυχιακές σπουδές.
Τι προβλέπει το νέο νομοσχέδιο
♦ Δυνατότητα σχεδιασμού και οργάνωσης Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) έχουν και τα ΤΕΙ, που θεωρούνται Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Ετσι συμπληρώνεται η δομή του τσίρκου, που ονομάστηκε «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ και ολοκληρώθηκε σε μια νύχτα και απέκτησε πνοή με τις πατ-κιουτ «αξιολογικές» κρίσεις του διδακτικού προσωπικού, που μεταπηδούσε σε θέσεις τακτικού καθηγητή μέσα σε πεντάλεπτα, σε δωμάτια ξενοδοχείων. Η δυνατότητα οργάνωσης ΠΜΣ από τα ΤΕΙ ολοκληρώνει το καραγκιοζ-μπερντέ προφίλ του «ανώτατου ιδρύματος», βάζοντας στην πράξη μια ουσιαστική παράμετρο της Μπολόνια, να θεωρούνται ανώτατες σπουδές, οι σπουδές διάρκειας τριών ετών. Το νομοσχέδιο, βέβαια, προβλέπει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την έγκριση ΠΜΣ από το υπουργείο Παιδείας είναι η συνυποβολή της έκθεσης αξιολόγησης του οικείου Τμήματος, αλλά δεν έχουμε καμιά αμφιβολία για το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, αν κρίνουμε από τις προηγηθείσες «αξιολογικές κρίσεις» των καθηγητών των ΤΕΙ.
♦ Τμήματα των ΑΕΙ μπορούν να οργανώνουν αυτοδύναμα ή να συνδιοργανώνουν μεταξύ τους ή με Πανεπιστήμια του εσωτερικού ή με ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού ΠΜΣ. Για τα κοινά αυτά ΠΜΣ καταρτίζεται ειδικό πρωτόκολλο συνεργασίας, στο οποίο καθορίζονται, μεταξύ των άλλων, οι πηγές χρηματοδότησης και η γλώσσα ή οι γλώσσες διδασκαλίας. Προφανώς, οι «πηγές χρηματοδότησης» παραπέμπουν και σε χρηματοδότηση από ιδιώτες, επιχειρήσεις και δίδακτρα και ο καθορισμός της «γλώσσας» σε διδασκαλία και σε άλλη γλώσσα εκτός της ελληνικής. Οπως είναι φυσικό τέτοια ΠΜΣ μπορούν να τα παρακολουθήσουν φοιτητές προερχόμενοι από μεσαία και υψηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα. Οι μεταπτυχιακές σπουδές αυτού του είδους διέπονται από το νομικό πλαίσιο της νομοθεσίας κάθε συνεργαζόμενης χώρας.
♦ Ελληνικά ΑΕΙ μπορούν μόνα τους ή σε συνεργασία μεταξύ τους να δημιουργούν ΠΜΣ στο εξωτερικό. Τα προγράμματα αυτά θα είναι αυτοχρηματοδοτούμενα, θα είναι δηλαδή ένα είδος ιδιωτικών πανεπιστημίων στο εξωτερικό, με τη σφραγίδα των ελληνικών ΑΕΙ (το άρθρο 16, φαίνεται, για την κυβέρνηση δεν έχει εφαρμογή εκτός συνόρων). Τα ιδρύματα που θα κάνουν τέτοια προγράμματα (βαλκανικές αγορές «παιδείας» μας μυρίζουν), που θα είναι σε ξένη γλώσσα, πρέπει να υποβάλουν στο υπουργείο Παιδείας μελέτη σκοπιμότητας και βιωσιμότητας. Προφανώς η αυτοχρηματοδότηση παραπέμπει σε «χορηγούς»-επιχειρήσεις, που έχουν συμφέροντα σε αυτές τις χώρες και βεβαίως σε δίδακτρα που θα καταβάλλουν οι αλλοδαποί φοιτητές.
♦ Τα ΠΜΣ εκδίδουν Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Εσωτερικού Κανονισμού λειτουργίας του Ιδρύματος, στον οποίο και ενσωματώνεται. Οπως και ο Εσωτερικός Κανονισμός ορίζει ανώτατη διάρκεια φοίτησης. Το πνεύμα της αυστηροποίησης και του αυταρχισμού εκτείνεται πια σε όλο το εύρος των σπουδών. Σύμφωνα επίσης με τις κατευθύνσεις της Μπολόνια, ο Κανονισμός Μεταπτυχιακών Σπουδών αντιστοιχεί τις μεταπτυχιακές σπουδές σε πιστωτικές μονάδες, δημιουργώντας ανάλογες «σούπες» σπουδών με αυτές των προπτυχιακών, ώστε να διευκολύνεται η «κινητικότητα» των φοιτητών-πελατών ανάμεσα στα ιδρύματα.
♦ Τα ιδρύματα μπορούν να αποφασίζουν για την καταβολή διδάκτρων από τους μεταπτυχιακούς φοιτητές, καθώς και το ύψος αυτών. Στο σημείο αυτό, το νομοσχέδιο, αναπαράγει τη διάταξη του παλιού νόμου 2083/1992, βάσει της οποίας πολλά Τμήματα ΑΕΙ, ιδίως υψηλής ζήτησης, προσαρμοσμένα απόλυτα στις ευκαιριακές ανάγκες της καπιταλιστικής αγοράς (τμήματα οικονομικού ενδιαφέροντος, μάρκετινγκ και τα ρέστα) είχαν επιβάλει τσουχτερά δίδακτρα στους μεταπτυχιακούς φοιτητές τους. Τι είχαμε, τι χάσαμε, θα βιαστούν να πουν κάποιοι. Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι. Πέρα από το ότι η διάταξη αυτή παραβιάζει ευθέως την αρχή της δωρεάν Παιδείας (έστω ως προς το τυπικό της μέρος) για έναν «κύκλο» σπουδών, που σήμερα θεωρείται επιβεβλημένος από την αγορά εργασίας και έχει πλατιά διάδοση και εφαρμογή, γεγονός είναι ότι θα μειώσει σαφώς την κρατική χρηματοδότηση και θα γενικεύσει τα δίδακτρα. Γιατί «οι όροι και οι προϋποθέσεις χρηματοδότησης» των ΠΜΣ εξαρτώνται πια από «τα κριτήρια ποιότητας και τα αποτελέσματα της αξιολόγησης». Και είναι γνωστό ότι τους δείκτες και τα κριτήρια αξιολόγησης διαμορφώνουν ο βαθμός προσαρμογής στις «μεταρρυθμίσεις» και τις κατευθύνσεις της Μπολόνια και του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης.
♦ Πόροι των ΠΜΣ μπορεί να είναι δωρεές, παροχές, κληροδοτήματα, χορηγίες φορέων του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα γενικά, νομικών ή φυσικών προσώπων ή πόροι από ερευνητικά προγράμματα, κοινοτικά προγράμματα, επιχορηγήσεις του κρατικού προϋπολογισμού και δίδακτρα. Ευθέως, λοιπόν, οι καπιταλιστές μπαίνουν στο νταραβέρι των μεταπτυχιακών. Προσέξτε τη διατύπωση: πόροι «μπορεί» να είναι και οι «επιχορηγήσεις» του κρατικού προϋπολογισμού. Τα λέει όλα!
♦ Κάθε ΠΜΣ καταλήγει στην απονομή Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης (ΜΔΕ) και διαρκεί τουλάχιστον ένα πλήρες ημερολογιακό έτος. Η διάρκεια λειτουργίας ενός ΠΜΣ είναι το πολύ 8 έτη. Η παράταση λειτουργίας του μπορεί να είναι για άλλα 8 έτη κατ’ ανώτατο όριο και απαιτεί να προηγηθεί αξιολόγηση του προγράμματος. Για την απόκτηση διδακτορικού διπλώματος απαιτούνται τουλάχιστον 3 πλήρη ημερολογιακά έτη. Δικαίωμα υποβολής αίτησης για την εκπόνηση διατριβής έχουν μόνο οι κάτοχοι ΜΔΕ. Η διάταξη αυτή αυξάνει εμμέσως το χρόνο σπουδών των Πολυτεχνείων και των Ιατρικών Σχολών, αφού μέχρι τώρα οι απόφοιτοί τους μπορούσαν να κάνουν απευθείας το διδακτορικό, μιας και οι προπτυχιακές σπουδές σε αυτές τις σχολές διαρκούν 5 και 6 έτη αντίστοιχα. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι εισάγει εμμέσως τους τρεις κύκλους σπουδών (Μπολόνια). Το διαδοχικό πέρασμα από τον ένα κύκλο στον άλλο επιβάλλεται λόγω ακριβώς αυτής της φιλοσοφίας, του διαχωρισμού των σπουδών δηλαδή σε κύκλους. Η παράταση του χρόνου περιορίζει επίσης την παρακολούθηση των διδακτορικών σπουδών σε έναν μικρότερο αριθμό φοιτητών, που διαθέτουν πολυτέλεια χρόνου και χρημάτων. Την επιβολή έμμεσα «κύκλων σπουδών» ενισχύει και η καθιέρωση «οργανωμένου κύκλου μαθημάτων» και στις διδακτορικές σπουδές. Προφανώς τη νύφη θα πληρώσουν οι προπτυχιακές σπουδές, που θα αποστεωθούν παραπέρα από ένα απαραίτητο πεδίο γνώσεων.
♦ Για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες, που πραγματοποιούν την πρακτική τους άσκηση, προβλέπεται η πλουσιοπάροχη πρόβλεψη της ασφάλισης του ΙΚΑ μόνο για τον κίνδυνο του ατυχήματος. Σε αυτούς δε που δεν έχουν υγειονομική κάλυψη προβλέπεται η παροχή της υγειονομικής και νοσοκομειακής περίθαλψης που προβλέπεται για τους προπτυχιακούς φοιτητές.
♦ Στο πλαίσιο των δημοσίων Πανεπιστημίων λειτουργούν Ερευνητικά Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα (ΕΠΙ), που είναι ΝΠΙΔ και έχουν αντικείμενο την έρευνα σε μια καθορισμένη περιοχή της επιστήμης ή της τεχνολογίας. Τα ΕΠΙ μπορούν να συνεργάζονται με φορείς του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα και με επιστημονικές ενώσεις και συλλόγους της ημεδαπής ή της αλλοδαπής. Ενα ΕΠΙ δραστηριοποιείται κυρίως σε περιοχές, που αποτελούν «στρατηγική επιλογή ή προτεραιότητα»και στην έρευνα σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Στα ΕΠΙ μπορεί να εκπονείται μέρος ή και το σύνολο της διπλωματικής εργασίας μεταπτυχιακών φοιτητών και της διδακτορικής διατριβής υποψηφίων διδακτόρων (τσάμπα εργατικό δυναμικό δηλαδή για τους καπιταλιστές που θα χρηματοδοτούν αυτά τα προγράμματα, στα οποία θα στρέφονται προφανώς και οι μεταπτυχιακές και διδακτορικές εργασίες).Τα ΕΠΙ μπορούν να χρηματοδοτούνται από οποιονδήποτε φορέα του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, να συνάπτουν προγραμματικές συμβάσεις με το Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Τα νομικά αυτά πρόσωπα μπορούν να αναθέτουν απευθείας σε ΕΠΙ έναντι αμοιβής έργο παροχής αγαθών, υπηρεσιών ή προϊόντων εφαρμοσμένης έρευνας. Το υπουργείο Παιδείας «μπορεί» να χρηματοδοτεί «βάσει κριτηρίων ποιότητας και των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης των οικείων Τμημάτων» την ίδρυση και λειτουργία ΕΠΙ. Τα ΕΠΙ υποχρεούνται να καταβάλλουν στα Πανεπιστήμια, με τα οποία είναι συνδεδεμένα, ποσοστό των ετήσιων εσόδων τους (όχι μεγαλύτερο από το 15% των ετήσιων εσόδων).
Οπως αντιλαμβάνεστε, πρόκειται για ιδιωτικά κερδοφόρα μαγαζιά, στο πλαίσιο των δημοσίων Πανεπιστημίων, που θα εκμαυλίζουν παραπέρα συνειδήσεις πανεπιστημιακών καθηγητών (προφανώς θα εμπλέκονται μόνο οι διαθέτοντες τα απαραίτητα κονέ) και μεταπτυχιακών φοιτητών. Το υπουργείο Παιδείας έχει επιτύχει όλα τα τελευταία χρόνια (από την εποχή ακόμη των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ) να ιδιωτικοποιήσει μεγάλο μέρος των λειτουργιών του δημόσιου Πανεπιστήμιου. Τα ΚΕΚ (ναι τα ΚΕΚ), που λειτουργούν σε όλα σχεδόν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, τα ΕΠΙ, το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, το Διεθνές Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το ΜΑΙΧ και το Μεσογειακό ΤΕΙ (που είναι στα σκαριά) είναι μόνο μέρος του πακέτου. Η κυβέρνηση απλά δεν ικανοποιείται από αυτό. Θέλει όλη την πίτα, γι’ αυτό και προωθεί την πλήρη ανατροπή του Δημόσιου Δωρεάν Πανεπιστήμιου με την αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος (που υπήρξε ανεπιτυχής) ή έστω με την παράκαμψή του.








