Ακούσαμε μια έκρηξη στην πύλη. Αντικρίσαμε ρώσους στρατιώτες να κραδαίνουν τα όπλα τους σε θέση ετοιμότητας και αμέσως ορμήσαμε με αυτοσχέδια φτιαγμένες λευκές σημαίες από τα σεντόνια μας για να δηλώσουμε πως δεν είμαστε εχθροί. Μόλις μας είδαν πέταξαν τα όπλα τους και ένα αυθόρμητο καλωσόρισμα ακολούθησε. Μιας και ήξερα ρωσικά φώναξα «Καλωσορίσατε νικητές και απελευθερωτές». Και ακούσαμε την απάντηση «Είστε ελεύθεροι».
Διήγηση επιζήσασας του Αουσβιτς
Ο ρώσος στρατιώτης με κρατούσε στα χέρια του και δεν σταματούσε να κλαίει.
Διήγηση επιζήσασας που τότε ήταν πέντε ετών
Το πρωί της 27ης Γενάρη του 1945, οι σοβιετικοί στρατιώτες του 322ου τμήματος πεζικού της 100ής Μεραρχίας πεζικού της 60ής Στρατιάς του 1ου Ουκρανικού Μετώπου, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη του Κόκκινου Στρατού Πάβελ Κουρότσκιν, έφτασαν στις πύλες του ναζιστικού στρατόπεδου συγκέντρωσης Αουσβιτς Ι και ύστερα από λίγο αντίκρισαν τις πρώτες εικόνες φρίκης. Μερικές ώρες αργότερα έμπαιναν στο Αουσβιτς ΙΙ, το διαβόητο Μπίρκεναου. Στο πρώτο στρατόπεδο βρήκαν 1.200 επιζώντες και στο δεύτερο 5.800, μεταξύ των οποίων και 611 παιδιά.
Οι ναζί, βλέποντας την προέλαση του Κόκκινου Στρατού βαθιά μέσα στο πολωνικό έδαφος, προσπάθησαν να σβήσουν τα ίχνη του φρικτού εγκλήματος. Στα μέσα Γενάρη του 1945, ο διοικητής των Ες Ες στο Μπρέσλαου, Σμάουζερ, διέταξε την εκκένωση του Αουσβιτς. Από τις 17 μέχρι τις 21 Γενάρη περίπου 56.000 κρατούμενοι άρχισαν να οδηγούνται πεζή προς τα δυτικά. Περίπου 15.000 κρατούμενοι πέθαναν από τις κακουχίες ή εκτελέστηκαν από τους ναζί σ’ αυτές που ονομάστηκαν «πορείες θανάτου».
Στις 20 Γενάρη ανατινάχτηκαν τα Κρεματόρια ΙΙ και ΙΙΙ και στις 26 Γενάρη το Κρεματόριο V, που το κράτησαν ενεργό για τις τελευταίες καύσεις. Τα Ες Ες εκτελούσαν κρατούμενους ακόμα και λίγες ώρες πριν από την άφιξη των Σοβιετικών, ενώ ανατίναζαν στρατώνες, προτού μπουν στα οχήματα και φύγουν. Οι άνδρες και γυναίκες του Κόκκινου Στρατού βρήκαν 648 πτώματα και επιστράτευσαν ντόπιους για να τα θάψουν.
Οι σοβιετικοί στρατιώτες βρήκαν, επίσης, έξι μεγάλες αποθήκες με ρούχα, γυναικεία φορέματα, ανδρικά κοστούμια, παπούτσια και άλλα προσωπικά αντικείμενα που οι ναζί δεν πρόλαβαν να καταστρέψουν. Οπως δεν πρόλαβαν να καταστρέψουν τα τσουβάλια με μαλλιά κεφαλής από τους κρατούμενους και τις κρατούμενες, που τα χρησιμοποιούσαν για στρατιωτικούς σκοπούς.
Οι σοβιετικοί άκουσαν και τις πρώτες διηγήσεις της φρίκης από τις επιζήσασες και τους επιζήσαντες των στρατοπέδων. Τα κινηματογραφικά συνεργεία του Κόκκινου Στρατού αποτύπωσαν στο σελιλόιντ τα αποσκελετωμένα πρόσωπα των κρατούμενων και τα υπολείμματα του εγκλήματος. «Δεν έχει σβήσει από τη μνήμη μου η φρίκη που είδα και κινηματογράφησα», έλεγε το 1985 ο Αλεξάντερ Βοροντσόφ σε ταινία των κινηματογραφιστών του Κόκκινου Στρατού.
Οι υγεινομικές υπηρεσίες του Κόκκινου Στρατού πήραν μέτρα για την αποτροπή μετάδοσης μολυσματικών ασθενειών (αναγκάστηκαν να κάψουν και ορισμένα κτίρια), ενώ οι γυναίκες και οι άνδρες τους επιδόθηκαν σε αγώνα σωτηρίας των αποσκελετωμένων και εξαντλημένων κρατούμενων.

Το Αουσβιτς ήταν το μεγαλύτερο και φρικτότερο από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που δημιούργησαν οι ναζί για να υλοποιήσουν την «τελική λύση στο εβραϊκό πρόβλημα». Στο Auschwitz II (Birkenau) τα Ες Ες έστησαν μια βιομηχανία εξόντωσης. 300 στρατώνες κρατούμενων, τέσσερις «χώρους απεντόμωσης», όπως ονόμαζαν τους θαλάμους όπου εξόντωναν τους κρατούμενους με χημικά αέρια, αποθήκες πτωμάτων και φούρνοι αποτέφρωσης. Η βιομηχανία θανάτου είχε και το εργαστήριό της, όπου ο γιατρός Γιόζεφ Μένγκελε έκανε πειράματα χρησιμοποιώντας κρατούμενους κάθε ηλικίας.
Κάθε μέρα έφταναν στο Αουσβιτς δεκάδες χιλιάδες κρατούμενοι. Πρώτα τους άρπαζαν οτιδήποτε χρήσιμο έφεραν (δαχτυλίδια, κοσμήματα, γυαλιά, προσωπικά αντικείμενα, ακόμα και τα μαλλιά τους) και μετά τους διαχώριζαν σε «άχρηστους», που εκτελούνταν και αποτεφρώνονταν αμέσως, και σε «χρήσιμους», που χρησιμοποιούνταν σε καταναγκαστική εργασία, μέχρι να καταβληθούν από τις κακουχίες και να οδηγηθούν κι αυτοί στους θαλάμους αερίων.
Μετά την ανακάλυψη του Αουσβιτς από τον Κόκκινο Στρατό, ακολούθησε η ανακάλυψη-αποκάλυψη και όλων των υπόλοιπων ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Σοβιετικοί, Αμερικανοί και Βρετανοί συγκέντρωσαν στοιχεία από τα στρατόπεδα που έβρισκαν και απελευθέρωναν. Ομως ο φάκελος που έφτιαξαν οι Σοβιετικοί για το Αουσβιτς υπήρξε η ραχοκοκαλιά του κατηγορητήριου που συντάχτηκε για τις δίκες της Νυρεμβέργης και οδήγησε στην καταδίκη πολλών ναζί και συνεργατών τους.
Το 2005, ο ΟΗΕ καθιέρωσε την 27η Γενάρη, τη μέρα της απελευθέρωσης του Αουσβιτς από τον Κόκκινο Στρατό, ως Ημέρα Μνήμης των θυμάτων του Oλοκαυτώματος. Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι οι εβραίοι δεν ήταν τα μοναδικά θύματα του ναζιστικού ολοκαυτώματος. Ακριβείς αριθμοί δεν υπάρχουν, γιατί οι ναζί φρόντισαν να κάψουν όλα τα αρχεία και στις συνθήκες του πολέμου η αναζήτηση ντοκουμέντων είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Οι αριθμοί αναθεωρούνται συνεχώς. Γίνεται λόγος για 6 εκατ. εβραίους σε όλη την Ευρώπη, μεταξύ των οποίων είναι και 1,3 εκατ. σοβιετικοί πολίτες εβραϊκής καταγωγής, χωρίς όμως να υπάρχει καμιά επίσημη καταγραφή.
Αντίθετα, από επίσημες καταγραφές ξέρουμε ότι εξοντώθηκαν από τους ναζί 7 εκατ. σοβιετικοί πολίτες (συμπεριλαμβανόμενων των εβραϊκής καταγωγής) και επιπλέον γύρω στα 3 εκατ. σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου (μεταξύ αυτών 50.000 στρατιώτες εβραϊκής καταγωγής). Οι αριθμοί που δίνονται για τους Τσιγγάνους παρουσιάζουν χάσμα, καθώς ποικίλουν από 250.000 μέχρι 2,5 εκατ. Για τους γερμανούς αντιναζί (κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες κ.ά.) δεν υπάρχει καμιά καταγραφή. Για τους ομοφυλόφιλους οι καταγραφές είναι ανεπαρκέστατες.
Στο Αουσβιτς, αυτό το μνημείο της ναζιστικής θηριωδίας, υπολογίζεται ότι φυλακίστηκαν περισσότεροι από 1,3 εκατ. κρατούμενοι, από τους οποίους θανατώθηκαν ή πέθαναν 1,1 εκατ. (από τα συνολικά 6 εκατ. που υπολογίζεται ότι εξοντώθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης). Απ’ αυτούς περίπου 960 χιλιάδες ήταν εβραίοι (ανάμεσά τους και 55.000 έλληνες εβραίοι).
Σοβιετικός πολίτης, τανκίστας του Κόκκινου Στρατού
Τον Ιούνη του 2021, πέθανε ο τελευταίος εν ζωή στρατιώτης του Κόκκινου Στρατού που πήρε μέρος στην απελευθέρωση του Αουσβιτς, ο Νταβίντ Νταβίντοβιτς Ντουσμάν. Εβραϊκής καταγωγής, όπως φαίνεται και από το όνομά του. Δημοσιεύσαμε τότε την παρακάτω νεκρολογία.
Αυτά τα παράσημα δεν είναι σαν αυτά που μοστράρουν οι «κουραμπιέδες» των αστικών στρατών. Είναι παράσημα ποτισμένα με αίμα (στην κυριολεξία). Κερδισμένα στα πεδία των μαχών ενός δίκαιου πολέμου. Του πολέμου ενάντια στο ναζιστικό τέρας. Και ο Νταβίντ Νταβίντοβιτς Ντουσμάν, που έκλεισε τον βιολογικό του κύκλο πριν από μερικές μέρες, πλήρης ημερών στα 98 του χρόνια, τα φορούσε με περηφάνια.
Ηταν ο τελευταίος εν ζωή στρατιώτης του Κόκκινου Στρατού που πήρε μέρος στην απελευθέρωση του Αουσβιτς. Αυτός που οδήγησε το Τ-34 πάνω στο ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα, για ν’ αντικρίσει αμέσως μετά τη φρίκη. Μια φρίκη που ολόκληρο το μέγεθός της πληροφορήθηκε μετά το τέλος του πολέμου, όπως έχει πει.
Μπορεί να τονίστηκε η εβραϊκή καταγωγή του (για ευνόητους λόγους), όμως ο Ντουσμάν δεν συμμετείχε στον πόλεμο ως εβραίος (δε γνωρίζουμε καν αν ήταν θρησκευόμενος), αλλά ως σοβιετικός πολίτης, ως ένας ανάμεσα στα εκατομμύρια των μαχητών και μαχητριών του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου. Η απελευθέρωση του Αουσβιτς δεν ήταν γι’ αυτόν η σημαντικότερη μάχη, ούτε η τελευταία. Οπως ο ίδιος έχει διηγηθεί, άλλωστε, όταν αντίκρισαν τη φρίκη των αποσκελετωμένων κρατούμενων, τους πέταξαν όλες τις κονσέρβες τροφίμων που είχαν στα τεθωρακισμένα τους και αμέσως συνέχισαν το δρομολόγιό τους για να κυνηγήσουν τους φασίστες.
Ο 21χρονος τανκίστας Νταβίντ Νταβίντοβιτς Ντουσμάν είχε ήδη συμμετάσχει στις δυο σημαντικότερες μάχες του πολέμου: στη μάχη του Στάλινγκραντ και στη μάχη του Κουρσκ. Οι νίκες του Κόκκινου Στρατού σ’ αυτές τις δύο μάχες σηματοδότησαν την καμπή του πολέμου. Εκτοτε οι ναζί δεν ξανασήκωσαν κεφάλι. Οι σοβιετικοί ήταν οι κυνηγοί και οι ναζί οι κυνηγημένοι που υποχωρούσαν συνεχώς, μέχρι που τους «έθαψαν» στο ίδιο το Βερολίνο, όπου παραδόθηκαν άνευ όρων στις 9 Μάη του 1945.
Τρεις φορές τραυματίστηκε σοβαρά ο Ντουσμάν στη διάρκεια του πολέμου και κάθε φορά επέστρεφε στο πόστο του. Από τη μεραρχία του, δύναμης 12.000 μαχητών, στο τέλος του πολέμου είχαν επιζήσει μόνο 69. Ο στρατιώτης του Κόκκινου Στρατού Νταβίντ Νταβίντοβιτς Ντουσμάν ήταν ένας απ’ αυτούς. Και ποτέ δεν ξέχασε τους συμμαχητές του, για τη θυσία των οποίων μιλούσε πάντοτε.
ΥΓ. Ο Ντουσμάν, αν και είχε σπουδάσει γιατρός, αφοσιώθηκε στην ξιφασκία. Εγινε πρωταθλητής Σοβιετικής Ενωσης το 1951 και στη συνέχεια, από το 1952 μέχρι το 1988 ήταν προπονητής στη διασημότερη ομάδα ξιφασκίας (Σπαρτάκ Μόσχας) και στη γυναικεία ομάδα της Σοβιετικής Ενωσης, με την οποία κέρδισε πολλά ολυμπιακά μετάλλια.















