Ακολουθώντας τη γνώριμη τακτική τους, οι συνδικαλιστές του Περισσού στην ΟΕΝΓΕ έβγαλαν ανακοίνωση καταγγελίας των αποφάσεων του συνεδρίου, διαστρέφοντας το περιεχόμενό τους και παρουσιάζοντάς το ως «παζάρεμα του ημερήσιου χρόνου εργασίας». Αν ήταν έτσι, όμως, γιατί να μη δεχτούν αυτό το πλαίσιο οι ξεφωνημένοι της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ; Γιατί αυτοί προτίμησαν να ψηφίσουν το πλαίσιο της ΔΗΠΑΚ του Περισσού, που υποτίθεται ότι είναι ντούρο ταξικό;
Στο σχετικό δημοσίευμα του «Ριζοσπάστη» (10.6.08) διαβάσαμε τα εξής εκπληκτικά: «Στο συνέδριο έγινε ελιγμός της ΔΗΚΝΙ και τμήματος της ΠΑΣΚΕ, που ψήφισαν την πρόταση της ΔΗΠΑΚ, χωρίς να συμφωνούν με το περιεχόμενό της, δίνοντας αφορμή για να εκδηλωθεί για ακόμα μια φορά ο αντικομμουνισμός των συνδικαλιστικών δυνάμεων του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ και των διάφορων τροτσκιστικών ομάδων. Εκπρόσωποι της ΑΡΣΙ φρόντισαν να δώσουν γρήγορα δείγματα “καλής διαγωγής” προς το υπουργείο και την αστική τάξη και επιδόθηκαν σε συτηματικό αντικομμουνισμό βρίζοντας το ΚΚΕ».
Παλιό το κόλπο, πιάνει σε μικρόνοές και κομματόσκυλα. Βάζοντας στο μπλέντερ λίγο ΣΥΝ, προσθέτουμε λίγο τροτσκισμό, γαρνίρουμε με μια ισχυρή δόση «αντικομμουνισμού» και «βρισίματος του ΚΚΕ» και φύγαμε από την πραγματικότητα. Τι λέει η πραγματικότητα; Είχαμε τρία μέτωπα, τρεις προτάσεις. Η πρώτη ήταν των Τσούκαλου-Λαοπόδη (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ) και έλεγε «εγκρίνουμε τη συμφωνία με τον Αβραμόπουλο». Η δεύτερη ήταν του ΚΚΕ και έλεγε «για όλα φταίει η ΕΕ», χωρίς να προτείνει κανένα πρόγραμμα πάλης. Η τρίτη ήταν των ΑΡΣΙ-ΑΕΓ-ΝΥΣΤΕΡΙ και έλεγε: απορρίπτουμε τη συμφωνία της διοίκησης της ΟΕΝΓΕ με τον Αβραμόπουλο – ξεκινάμε αγώνα με 48ωρη απεργία και νέα διαπραγμάτευση με την κυβέρνηση, στη βάση των αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων – δεν εμπιστευόμαστε τη διοίκηση της ΟΕΝΓΕ, αλλά εκλέγουμε νέα διαπραγματευτική ομάδα, στην οποία για πρώτη φορά στην ιστορία δίνουμε λόγο και θέση και στους ειδικευόμενους γιατρούς.
Οταν ο Λαοπόδης με τον Τσούκαλο είδαν ότι χάνουν, γιατί τα «κουκιά» τους δεν έβγαιναν, αποφάσισαν να μη κατεβάσουν πρόταση. Επρεπε να ψηφίσουν μια από τις άλλες. Και ψήφισαν την πρόταση του Περισσού, με την οποία δε συμφωνούν, βέβαια, αλλά την προτίμησαν γιατί ήταν πρακτικά ακίνδυνα, προκειμένου να μην πλειοψηφίσει η άλλη, που ήταν η μοναδική που γι’ αυτούς συνιστούσε κίνδυνο. Ο «Ριζοσπάστης» χαρακτηρίζει αυτή την κίνηση «ελιγμό» (δεν τολμά να τη χαρακτηρίσει σπέκουλα), αλλά δεν εξηγεί για ποιο λόγο έγινε αυτός ο ελιγμός. Φωνάζοντας συνεχώς «αντικομμουνισμός», έχει ήδη πάθει το κάζο του ψεύτη βοσκού.








