Το εργατικό κίνημα είχε κάποτε ένα στόχο: η κατώτερη σύνταξη του ΙΚΑ να ισούται με 20 ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη. Ηταν ένας στόχος-σύμβολο, που έγινε πράξη στις αρχές της δεκαετίας του ‘80.
Ηρθε μετά η κυβέρνηση Μητσοτάκη, το 1990, και έσπασε το δεσμό ανάμεσα στην κατώτερη σύνταξη και το βασικό μεροκάματο. Σύνδεσε την εξέλιξη της κατώτερης σύνταξης με την εισοδηματική πολιτική της κυβέρνησης.
Στο νέο καθεστώς που προωθεί η κυβέρνηση Παπανδρέου, η έννοια της κατώτερης σύνταξης εξαφανίζεται. Υπάρχει, όμως μια πρόβλεψη που μοιάζει με τη θέσπιση κατώτερης σύνταξης.
«Το άθροισμα των ποσών της βασικής και της αναλογικής σύνταξης λόγω γήρατος για χρόνο ασφάλισης τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών ή λόγω αναπηρίας με ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω ή λόγω εργατικού ατυχήματος δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί σε δεκαπέντε (15) ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη, όπως καθορίζονται κάθε φορά από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας» (άρθρο 3, παρ. 3).
Το ΠΑΣΟΚ έρχεται και πετάει στο σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας το στοιχειωμένο εργατικό αίτημα για κατώτερη σύνταξη ίση με 20 ΗΑΕ, που ούτε μια δεκαετία δεν το «απόλαυσε» η εργατική τάξη.
Ενας εργάτης, ένας παραγωγός του κοινωνικού πλούτου, μετά από 15 πλήρη χρόνια δουλειάς, «δικαιούται» σύνταξη μόλις 135,60 ευρώ! Τα υπόλοιπα 360 ευρώ του λένε ότι του τα κάνουν χάρισμα, επειδή το κράτος είναι μεγαλόψυχο! Βέβαια, όταν εφαρμοστεί το σύστημα, αυτή η βάση των 15 ΗΑΕ θα μειωθεί ακόμη περισσότερο, διότι με τη θέσπιση εισοδηματικών κριτηρίων, πολλοί εργαζόμενοι θα αποκλείονται από τη βάσική σύνταξη. Οπως γίνεται και έως σήμερα με το ΕΚΑΣ, άλλωστε.








