Το φθινόπωρο του 2000 το ελληνικό δημόσιο πούλησε το 43% της ΕΛΒΟ στον όμιλο Μυτιληναίου, εκχωρώντας του και το μάνατζμεντ, προκειμένου –όπως προπαγάνδιζε η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ– να εκσυγχρονίσει την εταιρία, να επεκτείνει τις δραστηριότητές της, να εκτοξεύσει την κερδοφορία της και να αυξήσει τις θέσεις εργασίας. Αρωγός της ιδιωτικοποίησης η πρασινογάλαζη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, που ζήτησε από τους εργαζόμενους να ψηφίσουν με ανάταση των χεριών υπέρ της ιδιωτικοποίησης.
Τη συνέχεια τη βιώνουν δραματικά οι εργαζόμενοι στην ΕΛΒΟ. Η εταιρία από τις κερδοφόρες χρήσεις πέρασε στις ζημιογόνες (αλήθεια, γιατί ο ιδιώτης παραμένει σε μια ζημιογόνα επιχείρηση, αν γι’ αυτόν δεν είναι «ζημιογόνα»;), οι θέσεις εργασίας από 1.100 έχουν μειωθεί σε 700, προγράμματα για απασχόληση δεν τρέχουν, η απαξίωση είναι πλέον πραγματικότητα.
Οι εξελίξεις αυτές δημιούργησαν ένα κλίμα αυξανόμενης ανησυχίας και αβεβαιότητας στους κόλπους των εργαζόμενων, που είχε σαν αποτέλεσμα μια πιο έντονη δραστηριότητα του σωματείου με στόχο καταρχάς τη γνωστοποίηση του προβλήματος. Ετσι, τον προηγούμενο μήνα πραγματοποιήθηκαν δυο κινητοποιήσεις με αποκλεισμούς δρόμων, η πρώτη σε ξενοδοχείο όπου διεξαγόταν ημερίδα του ΣΒΒΕ με ομιλητή τον Αλογοσκούφη και η δεύτερη στα διόδια των Μαλγάρων. Στις 3 Απρίλη κηρύχτηκε 24ωρη απεργία και κάθοδος των εργαζόμενων στην Αθήνα, όπου απέκλεισαν το δρόμο μπροστά από το υπουργείο Οικονομίας και στη συνέχεια έξω από τη Βουλή. Ο γενικός γραμματέας του υπουργείου έδωσε τις καθιερωμένες σε τέτοιες περιπτώσεις απαντήσεις (απελευθέρωση κονδυλίων).
Με σούρτα-φέρτα στα υπουργεία το πρόβλημα δε λύνεται. Οι εργαζόμενοι δε μπορεί να παζαρεύουν κονδύλια, αλλά πρέπει να απαιτήσουν την επανακρατικοποίηση της εταιρίας (σήμερα το κράτος κατέχει το 51% των μετοχών). Ο εφησυχασμός των προηγούμενων χρόνων πρέπει να πάει στην άκρη μαζί με την εν λευκώ ανάθεση σε συνδικαλιστικές παρατάξεις που μετρούν την κάθε απόφαση με βάση την κομματική υπεραξία που θα αποκομίσουν.








