Η συγκυβέρνηση δεν είναι σίγουρη ότι θα αποφύγει τις εκλογές. Το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να αποφύγει την εξαφάνιση και εμφανίζεται ως… συμπολιτευόμενη αντιπολίτευση. Η ΝΔ δε γουστάρει αυτό το παιχνίδι, γιατί πλήττει την ίδια. Οι εργαζόμενοι στο δημόσιο αντιδρούν και ήδη έχει δημιουργηθεί μια πολύ μεγάλη πλειοψηφία εργαζόμενων (της τάξης του 80%), οι οποίοι έχουν παραδώσει στα σωματεία τους τα χαρτιά της «αυτοαξιολόγησης».
Ο συνδυασμός αυτών των δεδομένων οδήγησε τους Σαμαρά-Βενιζέλο σε «αναθεώρηση» της «αξιολόγησης» των δημοσίων υπαλλήλων, με τρόπο που ούτε ο Μητσοτάκης να θιχτεί ούτε με την τρόικα ν’ ανοίξουν μέτωπα. Αλλωστε, αυτή τη στιγμή δεν προγραμματίζονται άλλες απολύσεις πέραν των 6.500 που απομένουν για να συμπληρωθεί ο αριθμός των 15.000 που συμφωνήθηκε με την τρόικα για τη διετία 2013-2014.
Σαμαράς και Βενιζέλος τα έβαλαν κάτω, άκουσαν τις εισηγήσεις των στενών συνεργατών τους και αποφάσισαν στο νόμο για την «αξιολόγηση» να τσοντάρουν κάποιες «εγγυήσεις». Θα προσθέσουν τη φράση: «Κανένας υπάλληλος δεν πρόκειται να απολυθεί βάσει της αξιολόγησής του, ούτε πρόκειται να υποστεί μισθολογικές κυρώσεις ή οποιαδήποτε άλλη αρνητική υπηρεσιακή μεταβολή». Επίσης, θα δώσουν στους προϊσταμένους των Γενικών Διευθύνσεων τη δυνατότητα να επιμερίζουν τα ποσοστά σε επίπεδο Διεύθυνσης και σε επίπεδο Τμήματος, διατηρώντας όμως την ποσόστωση σε επίπεδο Γενικής Διεύθυνσης. Τέλος, θα βάλουν αντικίνητρα για όσους δεν συμμετάσχουν στην «αξιολόγηση», όπως την απώλεια της δυνατότητας να ζητήσει ο εργαζόμενος μετάταξη, μετάθεση ή απόσπαση και τον αποκλεισμό από τις προαγωγές και τη διεκδίκηση θέσης προϊστάμενου.
Η πρώτη αλλαγή έχει καθαρά φιλολογικό χαρακτήρα και αύριο μπορεί κάλλιστα να αλλάξει. Η συγκυβέρνηση θέλει να πάει μέχρι τις εκλογές χωρίς την πίεση για άλλες απολύσεις εργαζόμενων από το Δημόσιο, αλλά ν’ αφήσει στις επόμενες κυβερνήσεις αυτό το σύστημα, μέσω του οποίου θα μπορέσουν σιγά-σιγά να διώξουν από το δημόσιο όλους τους εργάτες (κατηγορίες ΥΕ), που είναι ο στόχος τους. Αυτή τη στιγμή σημασία έχει να περάσει η κακόφημη «αξιολόγηση» με την υποχρεωτική ποσόστωση, στο πλαίσιο της οποίας το 15% θα κρίνεται «ανάξιο». Ετσι θα σχηματιστεί η δεξαμενή των υποψήφιων προς απόλυση, η οποία θα χρησιμοποιηθεί από τις επόμενες κυβερνήσεις.
Οι άλλες δύο αλλαγές προσπαθούν να βάλουν «φιτίλια» στις σχέσεις ανάμεσα στους εργαζόμενους, αναβαθμίζοντας τις εξουσίες των γενικών διευθυντών και μετατρέποντας σε δύναμη διάσπασης τον καριερισμό.
Στο μεταξύ, σε έγγραφο που διαβίβασε στη Βουλή ο Κ. Μητσοτάκης, απαντώντας σε ερώτηση βουλευτή, ανακοινώνει τη συμμετοχή στελεχών του ιδιωτικού τομέα στα πενταμελή συμβούλια επιλογής προϊσταμένων και στα τριμελή συμβούλια συνέντευξης. Τα συμβούλια μέχρι σήμερα στελεχώνονταν από δημοσίους υπαλλήλους, οι οποίοι –σύμφωνα με τον Μητσοτάκη– «χρησιμοποιούσαν εργαλεία και μεθόδους αξιολόγησης που κρίνονται πλέον ως μη επαρκή». Οπως λέει, «η μεταφορά της σχετικής τεχνογνωσίας από τον ιδιωτικό τομέα είναι συνεπώς στοιχείο αναγκαίο και ουσιώδες, προκειμένου να εφαρμοστούν οι νέες αυτές μέθοδοι στον δημόσιο τομέα. Συνεπώς κρίνεται κατ΄ αρχήν αναγκαία η συμμετοχή εμπειρογνωμόνων που να έχουν εφαρμόσει με επιτυχία στην πράξη ανάλογες πρακτικές».
Ξέρουμε, βέβαια, ότι κατά κανόνα επιλέγονται οι «ημέτεροι» και οι «yesmen» κι αυτό δε θ’ αλλάξει με τη χρησιμοποίηση μανατζαραίων του ιδιωτικού τομέα. Απλά, θα δοθεί στη συνέχεια «πακέτο» η δουλειά σε ιδιωτικές εταιρίες, για να υπάρξει ένα ακόμη πεδίο κονόμας και να επικρατήσει η απόλυτη αδιαφάνεια και οι διορισμοί στελεχών μόνο με εντολές του υπουργού, χωρίς τον κίνδυνο να στραβώσει κάτι.








