Την ώρα που η κατάσταση στα πολεμικά μέτωπα παραμένει στάσιμη και ο Καντάφι αποδεικνύεται σκληρό καρύδι, οι ρωγμές στις γραμμές των νατοϊκών διευρύνονται, μετά την απόφαση της Νορβηγίας να αποσυρθεί από τις επιχειρήσεις και τη δήλωση του ιταλού υπουργού Εξωτερικών για την αναγκαιότητα «άμεσης κατάπαυσης των εχθροπραξιών για ανθρωπιστικούς λόγους». Ενώ οι φωνές για πολιτική λύση αυξάνονται, μια έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας, που δόθηκε στη δημοσιότητα τις τελευταίες μέρες, αποκαλύπτει ότι η νατοϊκή προπαγάνδα που χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογηθεί η νατοϊκή επέμβαση στη Λιβύη στηρίχτηκε σε ισχυρισμούς και στοιχεία, για τα οποία δεν υπάρχουν αποδείξεις.
Στα συμπεράσματα της έκθεσης αυτής αναφέρεται ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο της βρετανικής εφημερίδας Independent (24/6/11), από το οποίο παραθέτουμε τα πιο σημαντικά σημεία:
«Οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα αμφισβη- τούν τους ισχυρισμούς για μαζικούς βιασμούς και άλλες κακοποιήσεις που αποδίδονται στις δυνάμεις του Μουαμάρ Καντάφι, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα για να δικαιολογήσουν τον πόλεμο του ΝΑΤΟ στη Λιβύη. Νατοϊκοί ηγέτες, πολιτικά κόμματα και ΜΜΕ έχουν παρουσιάσει ένα χείμαρο ιστοριών από την αρχή της εξέγερσης στις 15 Φεβρουαρίου, που υποστηρίζουν ότι το καθεστώς Καντάφι έχει δώσει εντολή για μαζικούς βιασμούς, ότι χρησιμοποιεί ξένους μισθοφόρους και ότι έστειλε ελικόπτερα εναντίον άοπλων διαδηλωτών. Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε από τη Διεθνή Αμνηστία δεν κατάφερε να βρει αποδείξεις γι’ αυτές τις παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων και σε πολλές περιπτώσεις απέδειξε ότι είναι ψευδείς ή τις αμφισβητεί. Βρήκε επίσης ενδείξεις ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι αντάρτες στη Βεγγάζη φαίνεται να έχουν εσκεμμένα κατασκευάσει ψευδείς ισχυρισμούς ή αποδείξεις. Τα ευρήματα της έρευνας φαίνεται να είναι σε πλήρη αντίθεση με τις απόψεις του εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, Λουΐς Μορένο Οκάμπο, ο οποίος πριν από δύο βδομάδες δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου ότι “έχουμε πληροφορίες ότι υπήρχε μια πολιτική να βιάζονται στη Λιβύη όσοι ήταν ενάντια στην κυβέρνηση. Προφανώς ο Καντάφι τη χρησιμοποιούσε για να τιμωρεί τους ανθρώπους”…
Η Ντονατέλα Ροβέρα, ανώτερη σύμβουλος της Διεθνούς Αμνηστίας, που ήταν στη Λιβύη για τρεις μήνες μετά την έναρξη της εξέγερσης, λέει ότι “δεν έχουμε βρει καμιά απόδειξη ή ένα θύμα βιασμού ή ένα γιατρό που να γνωρίζει κάποιον που βιάστηκε”. Η Liesel Gerntholtz, επικεφαλής του τομέα για τα Δικαιώματα των Γυναικών στη Human Rights Watch, η οποία επίσης ερεύνησε την ιστορία των μαζικών βιασμών, δήλωσε: “Δεν έχουμε καταφέρει να βρούμε αποδείξεις”.
Η πιο ισχυρή απόδειξη για τους μαζικούς βιασμούς, φαινόταν να προέρχεται από τη λίβυα ψυχολόγο Seham Serge-wa, η οποία ισχυρίζεται ότι μοίρασε 70.000 ερωτηματολόγια σε ελεγχόμενες από τους αντάρτες περιοχές και κατά μήκος των συνόρων με την Τυνησία, από τα οποία επιστράφηκαν 60.000. Περίπου 259 γυναίκες δήλωσαν ότι είχαν βιαστεί. Η Sergewa ισχυρίζεται ότι πήρε συνέντευξη από 140 από τις γυναίκες αυτές. Ομως όταν ρωτήθηκε από την Diana Eltahawy, ειδική της Διεθνούς Αμνηστίας για τη Λιβύη, αν θα ήταν δυνατόν να συναντήσει κάποια από τις γυναίκες αυτές, η Sergewa απάντησε ότι είχε χάσει την επαφή μαζί τους και ότι δεν μπορούσε να δώσει τεκμηριωμένες αποδείξεις για τους βιασμούς…
Οι αντάρτες έχουν καταγγείλει επανειλημμένα ότι χρησιμοποιήθηκαν εναντίον τους στρατιώτες από την Κεντρική και τη Δυτική Αφρική. Η έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας δεν βρήκε καμιά απόδειξη γι’ αυτό. Οπως δήλωσε η Ντονατέλα Ροβέρα, “εκείνοι που παρουσιάζονταν στους δημοσιογράφους ως ξένοι μισθοφόροι, αργότερα αφήνονταν ελεύθεροι αθόρυβα. Οι περισσότεροι ήταν μετανάστες από την υποσαχάρια Αφρική που δούλευαν στη Λιβύη χωρίς χαρτιά”. Αλλοι δεν ήταν τόσο τυχεροί και λιντσαρίστηκαν ή εκτελέστηκαν. Η Ροβέρα βρήκε δύο πτώματα μεταναστών στο νεκροτομείο της Βεγγάζης και άλλα πεταμένα στα περίχωρα της πόλης….
Κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της εξέγερσης στην ανατολική Λιβύη, οι δυνάμεις ασφάλειας πυροβόλησαν και σκότωσαν διαδηλωτές και ανθρώπους που παρακολουθούσαν τις κηδείες τους, όμως δεν υπάρχει καμιά απόδειξη μαζικής δολοφονίας πολιτών στην κλίμακα της Υεμένης ή της Συρίας. Το μεγαλύτερο μέρος των συγκρούσεων στις πρώτες μέρες της εξέγερσης έγιναν στη Βεγγάζη, όπου 100-110 άνθρωποι σκοτώθηκαν, και στην Μπάιντα ανατολικά, όπου σκοτώθηκαν 59-64 άνθρωποι σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν πιθανόν διαδηλωτές, αν και μερικοί ίσως είχαν όπλα. Ερασιτεχνικά βίντεο δείχνουν μερικούς συλληφθέντες οπαδούς του Καντάφι να εκτελούνται με πυροβολισμούς, ενώ βρέθηκαν 8 απανθρακωμένα πτώματα στα απομεινάρια της στρατιωτικής διοίκησης στη Βεγγάζη.
Επίσης, δεν υπάρχει καμιά απόδειξη ότι αεροσκάφη ή βαριά αντιαεροπορικά όπλα χρησιμοποιήθηκαν εναντίον πλήθους.Τα φυσίγγια που συγκεντρώθηκαν μετά από διαδηλώσεις που δέχτηκαν πυροβολισμούς προέρχονταν από Καλάσνικοφ ή παρόμοιου διαμετρήματος όπλα.
Τα ευρήματα της Διεθνούς Αμνηστίας επιβεβαιώνουν πρόσφατη έκθεση από την αξιόπιστη International Crisis Group, η οποία, μεταξύ άλλων, επισημαίνει ότι παρ’ όλο που το καθεστώς Καντάφι έχει μια ιστορία βίαιης καταστολής των αντιπάλων του, δεν υπάρχει ζήτημα γενοκτονίας. Και ακόμη ότι σε μεγάλο βαθμό η κάλυψη από τα δυτικά ΜΜΕ των γεγονότων ήταν από την αρχή πολύ μονόπλευρη, παρουσιάζοντας το κίνημα διαμαρτυρίας ως απόλυτα ειρηνικό και επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς ότι οι δυνάμεις ασφάλειας του καθεστώτος δολοφονούσαν ανεξέλεγκτα άοπλους διαδηλωτές, που δεν αποτελούσαν απειλή για την ασφάλεια».
Λίγες μέρες μετά τη δημοσιοποίηση της έρευνας της Διεθνούς Αμνηστίας, η οποία σημειωτέον θάφτηκε από τα διεθνή ΜΜΕ, στις 27 Ιουνίου, την ημέρα που συμπληρώνονταν 100 μέρες από τη νατοϊκή επέμβαση στη Λιβύη, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση εντάλματος σύλληψης του Μουαμάρ Καντάφι, του γιου του Σαΐφ αλ-Ισλάμ και του επικεφαλής της υπηρεσίας Πληροφοριών, με την κατηγορία της διάπραξης εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, την ίδια στιγμή που το καθεστώς Σάλεχ στην Υεμένη, το καθεστώς Ασαντ στη Συρία και η σουνιτική μοναρχία Αλ-Χαλίφα στο Μπαχρέιν παραμένουν στο απυρόβλητο. Ο κυνισμός και η υποκρισία στο αποκορύφωμά τους. Για μια ακόμη φορά το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εκτελεί διατεταγμένη υπηρεσία ως μαριονέτα των Αμερικάνων και των λοιπών δυτικών ιμπεριαλιστών, για να δικαιολογηθεί η νατοϊκή επέμβαση και η συνέχιση ενός πολέμου άδικου και από τις δύο πλευρές.








