Μπορεί η αμερικάνικη οικονομία να βρίσκεται σε «ανάκαμψη» (τουλάχιστον επίσημα), η φτώχεια όμως αυξάνεται αλματωδώς. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Γραφείου Απογραφής, που δόθηκαν στη δημοσιότητα την προηγού-μενη βδομάδα με την έκθεση «Εισόδημα, Φτώχεια και Ασφάλιση υγείας στις ΗΠΑ: 2010», το μέσο εισόδημα των αμερικάνικων νοικοκυριών το 2010 ήταν κατά 7.1% μικρότερο (σε σταθερές τιμές) από το 1999! Το δε επίσημο ποσοστό φτώχειας το 2010 σκαρφάλωσε στο 15.1% από 14.3% που ήταν το 2009, δηλαδή αυξήθηκε για τρίτη συνεχή χρονιά και κατά 2.6 ποσοστιαίες μονάδες από το 2007 (που ήταν 12.5%). Οπως αναφέρει η έκθεση, το ποσοστό αυτό είναι το υψηλότερο από το 1993, εξακολουθεί όμως να είναι μικρότερο (κατά 7.3 ποσοστιαίες μονάδες) από τον πρώτο χρόνο για τον οποίο υπάρχουν στοιχεία (το 1959).
Ομως, τα 46.2 εκατομμύρια των Αμερικάνων που βρίσκονται κάτω από το όριο φτώχειας θα ήταν περισσότερα αν το όριο αυτό μετριού-νταν διαφορετικά και όχι με την αναχρονιστική μέθοδο που μετριέται σήμερα. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, που καθιερώθηκε για πρώτη φορά τον Ιούλη του 1963 από την ερευνήτρια του Οργανισμού Κοινωνικών Ασφαλίσεων Μόλι Ορσάνσκι, το επίπεδο διαβίωσης κατά το οποίο το οικογενειακό εισόδημα αρχίζει να μην είναι πλέον αρκετό για να ικανοποιήσει τις θρεπτικές ανάγκες των ατόμων με επάρκεια, αποτελεί το όριο φτώχειας. Χρησιμοποιώντας τις τιμές του φθηνότερου απ’ τα τέσσερα προγράμματα διατροφής, που αναπτύχθηκαν απ’ το Υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ, το «Economy Food Plan», η Ορσάνσκι υπολόγισε το χρηματικό ποσό που απαιτείται για να καλυφθούν οι ελάχιστες ανάγκες σε διατροφή για διάφορους τύπους οικογενειών. Για να υπολογίσει τα υπόλοιπα έξοδα της οικογένειας, πέρα από τη διατροφή, η Ορσάνσκι χρησιμοποίησε τα επίσημα στατιστικά δεδομένα του 1955, σύμφωνα με τα οποία το ποσοστό του εισοδήματος που ξοδευόταν για τη διατροφή αντιστοιχούσε κατά μέσο όρο στο ένα τρίτο του μετά τον φόρο (δηλαδή του καθαρού) εισοδήματος της μέσης αμερικάνικης οικογένειας της χρονιάς εκείνης. Ετσι, πολλαπλασιάζοντας με ένα συντελεστή (ίσο με τρία για τις οικογένειες πάνω από τρία άτομα και μεγαλύτερο για οικογένειες μικρότερες των τριών ατόμων) το ποσό που υπολόγισε για την ελάχιστη διατροφή της οικογένειας, η Ορσάνσκι έβγαλε το όριο φτώχειας.
Τα επίπεδα φτώχειας που υπολόγισε η Ορσάνσκι στις αρχές της δεκαετίας του ’60 χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα, τροποποιημένα μόνο με βάση τον πληθωρισμό (όπως τον μετράει το Γραφείο Απογραφής). Σύμφωνα με το ενημερωτικό σημείωμα του Γραφείου Απογραφής των ΗΠΑ, με τίτλο «Η εξέλιξη των ορίων φτώχειας της Ορσάνσκι και η μεταγενέστερη ιστορία τους ως η επίσημη μέτρηση φτώχειας στις ΗΠΑ» (https://www.census.gov/hhes/povmeas/publications/orshansky.html#C4), αναφέρεται ότι επί σειρά ετών έγιναν πολλές συζητήσεις γύρω από την αναθεώρηση της μέτρησης της φτώχειας. Στα τέλη του 1974, μάλιστα, ένα διυπηρεσιακό όργανο ονόματι «Poverty Studies Task Force» (Ομάδα εργασίας μελετών για την φτώχεια), στο οποίο συμμετείχε και η Ορσάνσκι, ξεκίνησε συζητήσεις και έρευνες για την αναθεώρηση της μέτρησης των ορίων φτώχειας. Στο τελικό του πόρισμα, που κατέθεσε στο Κογκρέσο τον Απρίλη του 1976, παρουσιάζονταν τέσσερις εναλλακτικοί τρόποι μέτρησης της φτώχειας. Αν εφαρμοζόταν ένας από αυτούς (που έπαιρνε όχι το πιο φτηνό αλλά ένα άλλο πρόγραμμα χαμηλού κόστους και το πολλαπλασίαζε με συντελεστή 5 αντί για 3, μιας και η κατανομή των οικογενειακών εξόδων έχει αλλάξει, με αποτέλεσμα οι δαπάνες για τροφή να αποτελούν ένα σημαντικά μικρότερο ποσοστό στα οικογενειακά έξοδα σε σχέση με τη δεκαετία του ’50) , το ποσοστό φτώχειας θα υπερδιπλασιαζόταν και το ένα τρίτο του πληθυσμού θα βρισκόταν κάτω από αυτό!
Ομως, οι συζητήσεις παρέμειναν συζητήσεις και οι αλλαγές που έγιναν το 1981 στον υπολογισμό των ορίων φτώχειας δεν επέφεραν καμία αλλαγή στο αρχικό μοντέλο της Ορσάνσκι. Αρκετά χρόνια μετά (το 1992), το Γραφείο Απογραφής των ΗΠΑ όρισε μια ομάδα ακαδημαϊκών για να διεξάγει μία έρευνα που θα διαρκούσε 30 μήνες. Η ομάδα κατέληξε να προτείνει νέο όριο φτώχειας, αυξημένο κατά 14% με 33% σε σχέση με το επίσημο, λαμβάνοντας υπόψη τη μέση αύξηση του επιπέδου διαβίωσης από την εποχή του μοντέλου της Ορσάνσκι (της δεκαετίας του ’50). Ομως, ούτε κι αυτό τελικά υιοθετήθηκε! Εχουμε, λοιπόν, κάθε λόγο να υποστηρίζουμε ότι το ποσοστό φτώχειας που μετρούν οι επίσημες στατιστικές είναι υποεκτιμημένο ακόμα κι όταν βρίσκεται σε επίπεδα ρεκόρ…








