Αν εξαιρέσουμε το θρίαμβο της Μέρκελ, τις διαστάσεις του οποίου μάλλον δεν περίμενε ούτε το επιτελείο της, οι γερμανικές εκλογές δεν επεφύλασσαν κάποια έκπληξη. Οι Χριστιανοδημοκράτες (μαζί με τους συμμάχους τους Χριστιανοκοινωνιστές) εκτινάχτηκαν από το 33,8% στο 41,5%, οι Σοσιαλδημοκράτες παρέμειναν στα ιστορικά χαμηλά τους (ανέβηκαν ελάχιστα, από το 23% στο 25,7%), οι Φιλελεύθεροι καταποντίστηκαν, οι Πράσινοι δέχτηκαν ηχηρό χαστούκι (από 10,7% έπεσαν στο 8,4%), το ίδιο και η Αριστερά (από 11,9% έπεσε στο 8,6%), βυθίζοντας σε βαθιά θλίψη τον ΣΥΡΙΖΑ, που όσο να ‘ναι ήθελε μια οριακή έστω άνοδό τους, για να ‘χει να λέει πως ψήνονται οι μελλοντικές… προοδευτικές συμμαχίες.
Η Μέρκελ έκανε ό,τι περνού-σε από το χέρι της για να τσακίσει εκλογικά τους κυβερνητικούς της συμμάχους Φιλελεύθερους, έχοντας την επιλογή του «μεγάλου συνασπισμού» με τους Σοσιαλδημοκράτες, που είναι επιλογή του γερμανικού ιμπεριαλισμού, προκειμένου να βγει πιο επιθετικά στο διεθνές στερέωμα, υπό μια ενιαία πολιτικά ηγεσία των δυο ιστορικών πολιτικών ρευμάτων της χώρας.
Το παζάρι έχει αρχίσει και μπορεί να κρατήσει και δυο μήνες, όπως λέγεται. Οι Σοσιαλδημοκράτες «κουνάνε την ουρά τους», αλλά η απόφαση για συμμετοχή τους στην κυβέρνηση υπό την Μέρκελ είναι μάλλον δεδομένη. Οσο κι αν κάποια στελέχη τους λένε πως ένας ακόμη «μεγάλος συνασπισμός» θα τους ρίξει ακόμη πιο κάτω εκλογικά, όπως συνέβη με τον προηγούμενο, όταν η πίεση από τη γερμανική αστική τάξη είναι προς αυτή την κατεύθυνση, δύσκολα θα μπορέσουν να αρνηθούν. Δύναμη να παζαρέψουν σκληρά δεν έχουν, οπότε θα αρκεστούν σε κάποια υπουργεία, ενώ –όπως φαίνεται– ζητούν και την προεδρία της Κομισιόν για τον σημερινό πρόεδρο του Ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς.
«Είμαι και εγώ υπέρ της μεγαλύτερης ανάπτυξης και των περισσότερων θέσεων εργασίας, αλλά τα μεγαλύτερα ελλείμματα δεν αποτελούν λύση. Αντίθετα, επιδεινώνουν το πρόβλημα», δήλωσε ο Σόιμπλε την επομένη των εκλογών σε εφημερίδα της Λειψίας, δείχνοντας το δρόμο προς μια «συνετή δημοσιονομική πολιτική», συνοδευόμενη από τις «απαραίτητες δομικές μεταρρυθμίσεις». Περιέγραψε, δηλαδή, μια στρατηγική «κινεζοποίησης» για το προλεταριάτο των χωρών του λεγόμενου ευρωπαϊκού Νότου, η οποία δε θα είναι χωρίς συνέπειες και για το γερμανικό προλεταριάτο, αφού συνεπάγεται ύφεση, αύξηση της ανεργίας και ακόμη πιο αποδιοργανωμένες εργασιακές σχέσεις.
Παρά ταύτα, το γερμανικό προλεταριάτο αυτή τη στιγμή όχι μόνο δείχνει να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου, αλλά με την εκλογική του συμπεριφορά έδειξε ότι είναι τυλιγμένο στα δίχτυα του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Ανέβασε την εκλογική συμμετοχή (η αποχή έπεσε από 30% σε 27%), αποθέωσε τη Μέρκελ, ενώ αποδοκίμασε την αστική αριστερά (όχι μόνο το Die Linke, αλλά και τους Πράσινους που για πρώτη φορά ασχολήθηκαν και με κοινωνικά ζητήματα στην προεκλογική τους καμπάνια). Φυσικά, αυτό δεν προδιαγράφει και το μέλλον, καθώς δεν είμαστε σε θέση να προβλέψουμε τι είδους διεργασίες θα υπάρξουν στους κόλπους του προλεταριάτου.







