Πενιχρότατη είναι μέχρι στιγμής η ανταπόκριση που βρίσκει στους μαχητές το αποκαλούμενο πρόγραμμα «ενσωμάτωσης», το οποίο, με δέλεαρ οικονομικά ανταλλάγματα και υποσχέσεις για θέσεις εργασίας, έχει στόχο να εξαγοράσει μαχητές, ώστε να εγκαταλείψουν την ένοπλη αντίσταση, να καταθέσουν τα όπλα τους και να υποστηρίξουν την κυβέρνηση του Χαμίντ Καρζάι. Πρόκειται για ένα νατοϊκό πρόγραμμα, ύψους 1 δισ. δολαρίων, το οποίο αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της αμερικάνικης στρατηγικής εναντίον της αφγανικής αντίστασης.
Τα άκρως απογοητευτικά για το αμερικάνικο Πεντάγωνο στοιχεία έφερε στο φως η έκθεση του ανεξάρτητου «Afghan Analysts Network», με έδρα την Καμπούλ, που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 23 Απριλίου και φέρει τον τίτλο «Η χρυσή παράδοση των όπλων: οι κίνδυνοι, οι προκλήσεις, οι επιπτώσεις της ενσωμάτωσης στο Αφγανιστάν».
Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, μόλις 646 απλοί μαχητές και 33 διοικητές των Ταλιμπάν έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα. Πρόκειται για ασήμαντο αριθμό, λιγότερο από το 2% των μαχητών, τους οποίους το ΝΑΤΟ υπολογίζει σε 36.000 περίπου, οι περισσότεροι από τους οποίους πολεμούν στο νοτιοανατολικό Αφγανιστάν. Και ακόμη χειρότερα για τους Αμερικάνους, το ένα τέταρτο περίπου απ’ αυτούς ξαναγύρισαν στους Ταλιμπάν.
Οι αιτίες για την αποτυχία του προγράμματος είναι, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, η έλλειψη εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Καρζάι, η αθέτηση υποσχέσεων, οι πιέσεις που ασκούν οι Ταλιμπάν για να αποτρέψουν την ένταξη στο πρόγραμμα, η λαθεμένη αντίληψη ότι οι περισσότεροι μαχητές πολεμούν για οικονομικούς λόγους, η συνοχή που υπάρχει στις γραμμές των Ταλιμπάν, παρόλο που επιχειρούν αποκεντρωμένα, η οποία ενισχύεται από τους κανόνες του Παστούνβαλι, του πολιτιστικού κώδικα των Παστούν, και τους στενούς φυλετικούς δεσμούς. Τέλος, η πεποίθηση των μαχητών ότι κερδίζουν τον πόλεμο και ότι ο χρόνος είναι με το μέρος τους.
1.000 περίπου διαδηλωτές ξεχύθηκαν στους δρόμους μετά τη δολοφονία τριών ακόμη άμαχων πολιτών, μελών της ίδιας οικογένειας, στις 25 Απριλίου, κατά τη διάρκεια νυκτερινής επιδρομής στο χωριό Νασίρ, κοντά στην πρωτεύουσα της επαρχίας Λογκάρ στο κεντρικό Αφγανιστάν. Οι διαδηλωτές, εξοργισμένοι ακόμη περισσότερο μετά τη νατοϊκή ανακοίνωση ότι αυτοί που σκοτώθηκαν ήταν αντάρτες και ότι συνελήφθη ένας υποδιοικητής των Ταλιμπάν και ένας αντάρτης, φωνάζοντας συνθήματα εναντίον των Αμερικάνων και της επαρχιακής διοίκησης έκλεισαν τον κεντρικό αυτοκινητόδρομο που συνδέει τις επαρχίες Λογκάρ και Γκαρντέζ και έκαψαν 16 βυτιοφόρα με καύ-σιμα για τα νατοϊκά στρατεύματα που επιχείρησαν να περάσουν.
Ηταν η δεύτερη διαδήλωση εναντίον των αμερικάνικων στρατευμάτων μέσα σε δύο μέρες. Στις 23 Απριλίου, είχε γίνει μια ανάλογη διαδήλωση μετά την δολοφονία πέντε πολιτών από αμερικάνους στρατιώτες στη γειτονιά Κολενγκάρ της πρωτεύουσας Λογκάρ. Στη διαδήλωση αυτή, τραυματίστηκαν σοβαρά δύο αμερικάνοι στρατιώτες κατά την ανταλλαγή πυρών, οι οποίοι αργότερα υπέκυψαν στα τραύματά τους.
Οι δολοφονίες άμαχων πολιτών, που βαφτίζονται αντάρτες, από τα νατοϊκά στρατεύματα, παρόλο που δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, προκαλεί όλο και πιο βίαιες λαϊκές αντιδράσεις.