Καθώς οι ισλαμιστές μαχητές προελαύνουν στο Ιράκ, έχοντας βάλει στο στόχαστρο την πρωτεύουσα της επαρχίας Ντιάλα, Μπακούμπα, 60 χιλιόμετρα βόρεια της Βαγδάτης, η ιρακινή κυβέρνηση ζήτησε και επίσημα αμερικάνικη βοήθεια με βομβαρδισμούς από αέρος κατά των θέσεων των τζιχαντιστών. Μπορεί ορισμένοι (βλέπε Περισσός) να θεωρούν ότι αυτό επιβεβαιώνει την πάγια θέση τους ότι οι ισλαμιστές «ρίχνουν νερό στο μύλο των ιμπεριαλιστών», όμως η αλήθεια είναι πως αυτό δεν προκύπτει από πουθενά. Γιατί η εμπλοκή των ΗΠΑ σε έναν ακόμη πόλεμο στο Ιράκ, τη στιγμή που το τελευταίο εμφανιζόταν να μπαίνει σε ένα δρόμο «σταθερότητας», που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αρπαγή της λείας του από τις ξένες πολυεθνικές, και μετά το προηγούμενο μιας μακρόχρονης και ανεπιτυχούς πολεμικής σύρραξης που ανάγκασε τους Αμερικάνους να βασιστούν εν μέρει στο Ιράν για να πετύχουν την επικράτηση της ιρακινής κυβέρνησης (βγάζοντας τους σιίτες του δημοφιλή κληρικού Μοκτάντα Αλ Σαντρ εκτός μάχης), ακριβώς στο αντίθετο συνηγορούν.
Σήμερα οι ΗΠΑ καλούνται να δώσουν λύση σε ένα πρόβλημα που δε φαίνεται να έχει εύκολη λύση, φτάνοντας στο σημείο να συνεννοούνται με την πάλαι ποτέ «εστία του κακού», την Τεχεράνη, για να ξεπεράσουν το πρόβλημα. Ταυτόχρονα, η επέλαση των ισλαμιστών δημιούργησε ένα κουβάρι αντιθέσεων που μόνο σε «σταθερότητα» δεν μπορεί να οδηγήσει. Η αμερικανόδουλη κυβέρνηση Μαλίκι κατηγορεί τα επίσης αμερικανόδουλα καθεστώτα του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας ότι στηρίζουν τους ισλαμιστές. Τα τελευταία το διαψεύδουν κατηγορηματικά, ρίχνοντας το κύριο βάρος της κριτικής τους στην ιρακινή κυβέρνηση που περιθωριοποίησε το σουνιτικό πληθυσμό, προκαλώντας την άνοδο των τζιχαντιστών.
Στο τελευταίο δεν έχουν κι άδικο, καθώς οι μαρτυρίες των προσφύγων που επέστρεψαν στη Μοσούλη, όπως δημοσιεύτηκαν σε βρετανικές εφημερίδες όπως η Telegraph, δείχνουν ότι υπάρχουν πρόσφυγες που προτιμούν τους τζιχαντιστές από τον ιρακινό στρατό (βλ. παραπάνω). Ποιος όμως μπορεί να ισχυριστεί στα σοβαρά, ότι καθεστώτα όπως η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ μπορούν να στηρίξουν ομάδες από τα σπλάχνα της Αλ Κάιντα, με σαφή αντιαμερικάνικο χαρακτήρα (άσχετα αν απέχουν μίλια από οποιαδήποτε ταξική επαναστατική αντίληψη), για να δημιουργήσουν αυτές οι ομάδες ένα κράτος τύπου Αφγανιστάν στα σύνορά τους; Είναι άλλο το αν Σαουδάραβες ή Καταριανοί Κροίσοι προσπαθούσαν να ελέγξουν πολιτικά σουνιτικές ομάδες που ίσως τώρα να έχουν ενταχτεί στο ISIL (το στρατό των τζιχαντιστών), υπόθεση που δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε αν ισχύει ή όχι, και άλλο να στηρίζουν το ίδιο το ISIL στην προσπάθειά του να δημιουργήσει ένα «χαλιφάτο» στη Μέση Ανατολή, στα πρότυπα των αρχών της Αλ Κάιντα.
Στην εποχή μας είναι εύκολες οι συνομωσιολογικές «αναλύσεις», δύσκολη όμως η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, βάσει γεγονότων και όχι εικασιών. Εντωμεταξύ, στην αναμπουμπούλα, οι Κούρδοι του Ιράκ καταλαμβάνουν το Κιρκούκ και σε ενδεχόμενο διαμελισμό του Ιράκ το πιθανότερο είναι να δημιουργήσουν το δικό τους κράτος, προκαλώντας νέο πονοκέφαλο στο επίσης αμερικανόδουλο τουρκικό καθεστώς. Σε αυτό το κουβάρι των αντιθέσεων, οι αμερικάνικες βόμβες, ακόμα κι αν πετύχουν το στόχο τους, δε θα δώσουν «λύση». Ενας λαός περιθωριοποιημένος και μια χώρα λεηλατημένη θα αποτελούν για πολύ καιρό ακόμη καζάνι που βράζει. Σ' αυτό το καζάνι, οι Αμερικάνοι το μόνο που μπορούν να πετύχουν είναι πρόσκαιρη επικράτηση που θα είναι υπό συνεχή αμφισβήτηση.
Γι’ αυτό και ο Ομπάμα φαίνεται να προσανατολίζεται σε στοχευμένους βομβαρδισμούς με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πράγμα όμως που δεν είναι σίγουρο ότι θα πετύχει, καθώς οι ισλαμιστές μαχητές έχουν στα χέρια τους πολλά αμερικάνικα όπλα, από αυτά που παράτησε ο ιρακινός στρατός κατά την υποχώρησή του. Οι ΗΠΑ δε θα κέρδιζαν τίποτα από μία επανάληψη του φιάσκου της κατοχής, που οδήγησε στο ματοκύλισμα της περασμένης δεκαετίας, χωρίς την αποκατάσταση της απαραίτητης οικονομικής σταθερότητας στη χώρα.
Οι ιμπεριαλιστές είναι πρακτικοί άνθρωποι. Γνωρίζουν ότι στρατιωτική κυριαρχία σε μια χώρα, χωρίς τη μέγιστη οικονομική εκμετάλλευση, είναι άδειο πιάτο, άσκοπη σπατάλη δυνάμεων. Γι’ αυτό και τώρα εμφανίζονται πιο προσεκτικοί από παλιά, ενθυμούμενοι το στραπάτσο από την ιρακινή αντίσταση, που μπορεί να μη νίκησε, τους δημιούργησε όμως πολλά προβλήματα που ακόμα δεν μπορούν να τα ξεπεράσουν. Με πρώτο και κύριο το φούντωμα του αντιαμερικανισμού στην περιοχή, που οδήγησε στη ραγδαία άνοδο των ισλαμιστών τύπου Αλ Κάιντα. Το ISIL δεν θα κέρδιζε τίποτα τόσο γρήγορα, αν δεν κινούνταν σε περιοχές που μπορεί εύκολα να στρατολογεί κόσμο, σε αντίθεση με τον ιρακινό στρατό, του οποίου οι ντόπιοι στρατιώτες στις ίδιες περιοχές (με πρώτη και κύρια την επαρχία Ανμπάρ) δεν έχουν κανένα κίνητρο να δώσουν τη ζωή τους για μια εξουσία που περιθωριοποίησε το σουνιτικό πληθυσμό, σε ένδειξη εκδίκησης για τη μακρόχρονη αντίστασή του στους αμερικάνους εισβολείς.








