Σε προηγούμενο φύλλο της εφημερίδας (αρ. φύλ. 814) γράψαμε για τις συναντήσεις των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, κατά τις οποίες οι εκπαιδευτικοί εισέπραξαν συμπάθεια με το κιλό (σ’ αυτό το σπορ οι συριζαίοι είναι μανούλες), όχι όμως και ουσιαστικές απαντήσεις για τα πολύ μεγάλα και χρονίζοντα προβλήματα της εκπαίδευσης και του εργασιακού τους μέλλοντος, τα οποία μεγεθύνθηκαν δραματικά τα μνημονιακά χρόνια.
Από τότε έχουν περάσει καμιά εικοσαριά ημέρες και μόνο η ΔΟΕ έχει βγάλει ανακοίνωση-ενημέρωση του κλάδου, καθότι το προεδρείο απαρτίζεται από δακίτες και πασόκους, που έχουν τις αντιθέσεις τους με τη συγκυβέρνηση, παρότι ουσιαστικά τη στηρίζουν, όπως κάθε αστογραφειοκρατικός σχηματισμός που σέβεται τον εαυτό του, του βαστάζου του συστήματος ενάντια στους ουσιαστικούς ταξικούς αγώνες των εργαζόμενων. Η ΟΛΜΕ ακόμη δεν τοποθετήθηκε κεντρικά, επειδή ο συριζαίος πρόεδρος, κατά τα ειωθότα, διάλεξε το ρόλο του κυβερνητικού συνδικαλιστή.
Ετσι, λοιπόν, ευρισκόμενο σε θέση αντιπολίτευσης το ΔΣ της ΔΟΕ έχει τη δυνατότητα, για τους δικούς του βεβαίως μικροπολιτικο-συνδικαλιστικούς λόγους, να περιγράφει χωρίς πολλά φτιασιδώματα τη στάση του υπουργείου Παιδείας σε κεντρικά ζητήματα.
Στην ανακοίνωση η ΔΟΕ σημειώνει: «Η εναρκτήρια αναφορά του Υπουργού Παιδείας στους αρχικούς περιορισμούς που αντιμετωπίζει η πολιτική ηγεσία στην άσκηση του έργου της (Πόροι, θέσεις και καθεστώς απασχόλησης) καθώς και στη σκληρή οικονομική συγκυρία (Δεν υπάρχει περίπτωση να «πέσουν» χρήματα στους εκπαιδευτικούς, αναφέρθηκε χαρακτηριστικά) έθεσε σοβαρούς περιορισμούς στο διάλογο, οδηγώντας τον εκ προοιμίου σε πενιχρά αποτελέσματα».
Πέρα από τις στρογγυλεμένες διατυπώσεις, αναπόφευκτες για γραφειοκράτες συνδικαλιστές, που σε πολιτικό επίπεδο εκφράζουν πολιτικές δυνάμεις που διαχειρίστηκαν τον ελληνικό καπιταλισμό και επέβαλαν τα Μνημόνια, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φιλοσοφία για να θεωρήσει κανείς ότι αυτή θα ήταν και η στάση της τωρινής πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας. Τα πράγματα, δηλαδή είναι δεδομένα, μιας και η διαχείριση είναι και η εκπεφρασμένη θέση των συριζαίων και μάλιστα «με κάθε κόστος» εντός του πλαισίου της ΕΕ και της Ευρωζώνης.
Και η ανακοίνωση συνεχίζει: «Η αναλυτική έκθεση όλων των ζητημάτων που ταλανίζουν την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και τους λειτουργούς της από το Δ.Σ. της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας έτυχε ελάχιστων θετικών δεσμεύσεων.
Συγκεκριμένα δεν υπήρξε καμία θετική απάντηση σε κανένα από τα παρακάτω ζητήματα:
• Στο θέμα των δαπανών για την Παιδεία αλλά και της αποκατάστασης των περικοπών των μνημονιακών νόμων στις αποδοχές των εκπαιδευτικών (εν ενεργεία και συνταξιούχων).
• Στο αίτημα για ακώλυτη μισθολογική και βαθμολογική εξέλιξη έπειτα από την κατάργηση του θεσμικού πλαισίου της αξιολόγησης (όταν συμβεί).
• Στο αίτημα για άμεση πραγματοποίηση μόνιμων διορισμών (παρά το γεγονός ότι ένα μήνα πριν μιλούσαν για 7000 μόνιμους διορισμούς!!) για την κάλυψη των χιλιάδων κενών στην εκπαίδευση…
• Στο τεράστιο πρόβλημα που έχουν δημιουργήσει οι πέρα από νομικούς κανόνες, ‘’υποχρεωτικές’’ μετατάξεις εκπαιδευτικών της Δ.Ε. στην Π.Ε. και το ζήτημα της αδικίας που βιώνουν (σε σχέση με την κατανομή των οργανικών θέσεων) οι εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων που υπηρετούσαν, ήδη, στην Π.Ε. ….
• Στα θέματα της προσχολικής αγωγής (δίχρονη υποχρεωτική προσχολική αγωγή, θεσμοθέτηση ωραρίου νηπιαγωγών, προσδιορισμός οργανικότητας νηπιαγωγείων, λειτουργία ολοήμερων νηπιαγωγείων, κτιριακές υποδομές κτλ.)…
• Στο μείζονος σημασίας ζήτημα της Ειδικής Αγωγής…
• Για το ζήτημα του ‘’ξεκλειδώματος’’ των πινάκων και του υπολογισμού της προϋπηρεσίας των συναδέλφων και μετά τις 30/6/2010.
• Για το θέμα των ρυθμίσεων για τον ΟΑΕΔ που στερούν στην πλειοψηφία των αναπληρωτών τη δυνατότητα της ένταξης στο Ταμείο Ανεργίας.
• Στο πρόβλημα της μη υπογραφής των αποφάσεων του ΚΥΣΠΕ για την έκτακτη συνταξιοδότηση εκπαιδευτικών για λόγους υγείας.
• Στο αίτημα για την επαναλειτουργία της Μετεκπαίδευσης και της επιμόρφωσης.
• Στο θέμα της υπηρεσιακής κατάστασης των εκπαιδευτικών των Πρότυπων και Πειραματικών σχολείων.
• Στο πρωτοφανές θέμα της αιφνιδιαστικής αναμόρφωσης των πινάκων πρόσληψης αναπληρωτών.
• Για το θέμα της άρσης της ποινής του διετούς αποκλεισμού όσων δεν αποδέχονται την πρόσληψή τους σε θέση αναπληρωτή (υπήρξε απλά θετική διάθεση δίχως καμία δέσμευση)».
Κοντολογίς, οποιοδήποτε θέμα έχει δημοσιονομικό κόστος παραπέμφθηκε στις ελληνικές καλένδες, καθόσον οι δανειστές έχουν θέσει αυστηρούς όρους, που η συγκυβέρνηση έχει αποδεχτεί με την απόφαση του Eurogroup της 20ης Φλεβάρη (αποχή από «μονομερείς αλλαγές των πολιτικών και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», παράταση της δανειακής σύμβασης «στο πλαίσιο της υπάρχουσας διευθέτησης» και «επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησης στη βάση των όρων της τρέχουσας διευθέτησης») και με τη «λίστα Βαρουφάκη» [γενικό ψαλίδι «σε κάθε τομέα των κυβερνητικών δαπανών (π.χ. εκπαίδευση, άμυνα, μεταφορές, τοπική αυτοδιοίκηση, κοινωνικές παροχές)», καθώς και νέο ψαλίδι στις δαπάνες Υγείας και νέα επίθεση στους μισθούς, αφού η κυβέρνηση δεσμεύεται να «μεταρρυθμίσει το πλέγμα των μισθών του δημοσίου τομέα με σκοπό να αποσυμπιέσει την κατανομή των μισθών μέσω αύξησης της παραγωγής και κατάλληλων πολιτικών προσλήψεων, χωρίς να μειώνονται τα τρέχοντα κατώτατα επίπεδα μισθών, διασφαλίζοντας όμως ότι δεν θα αυξηθεί το κονδύλι των μισθών του δημοσίου»].
Στη συνέχεια, η ανακοίνωση του ΔΣ της ΔΟΕ αναφέρεται στα ζητήματα της αξιολόγησης, της κατάργησης του πειθαρχικού δικαίου, των συγχωνεύσεων σχολικών μονάδων.
Ειδικά, ως προς την αξιολόγηση υπογραμμίζονται τα εξής: «Ο κ. Αναπληρωτής Υπουργός δεσμεύτηκε για την κατάργηση του θεσμικού πλαισίου της αξιολόγησης – χειραγώγησης (θα αποτυπωθεί, δήλωσε, στο αναμενόμενο πολυνομοσχέδιο) όχι όμως των νομοθετημάτων στο σύνολό τους, όπως δήλωνε προεκλογικά, και σε ό,τι αφορά άλλα ζητήματα (π.χ. δεν ικανοποιείται το αίτημα για ακώλυτη μισθολογική και βαθμολογική εξέλιξη, κάτι που θα συνέβαινε με τη συνολική κατάργηση του Ν. 4024). Η συζήτηση για την αξιολόγηση – αποτίμηση μετατίθεται για επόμενο χρονικό στάδιο. Μέχρι τότε δεσμεύτηκε στην παροχή σαφών εντολών (που ακόμα δεν έχουν δοθεί) για το ότι δε θα υπάρχει καμία αξιολογική διαδικασία (αξιολόγηση και αυτοαξιολόγηση)…».
Από την πλευρά μας, σημειώνουμε ότι δεν αναμενόταν καμία διαφορετική απάντηση από το υπουργείο Παιδείας, αφού η κυβέρνηση δηλώνει σε όλους τους τόνους (και στις προγραμματικές δηλώσεις) ότι θα υπάρξει μια άλλου τύπου «μη τιμωρητική» τάχα αξιολόγηση, που, όμως θα συνδέεται με τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη του δημοσίου υπαλλήλου. Εξ ου και οι διευκρινιστικές δηλώσεις Κατρούγκαλου, που παραπέμπουν ευθέως σε σύνδεση του μισθού-βαθμού με την παραγωγικότητα.
Για τα άλλα δυο θέματα (φασιστικό πειθαρχικό δίκαιο και συγχωνεύσεις), η ΔΟΕ αναφέρει ότι υπήρξε «θετική ανταπόκριση», που ακόμα, όμως, παραμένει «σε επίπεδο εξαγγελίας».
Ιδιαίτερα για τις συγχωνεύσεις η τοποθέτηση του υπουργείου Παιδείας αφήνει διάπλατα ανοιχτό το ενδεχόμενο να επανέλθουν στην πρότερη κατάσταση ελάχιστος αριθμός σχολείων: «θα επανεξεταστούν και όπου είναι δυνατό να αρθούν, αυτό θα γίνει».







