Με τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, που υπογράφτηκε στην πρωτεύουσα Μινσκ της Λευκορωσίας στις 5 Σεπτέμβρη, να παραμένει κυριολεκτικά στα χαρτιά, κλιμακώνεται ξανά η ένταση και ανεβαίνουν οι τόνοι στη σύγκρουση των ΗΠΑ και των δυτικών εταίρων τους με τη Ρωσία για την Ουκρανία, καθώς τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα συγκεντρώνουν δυνάμεις και όπλα για να συνεχίσουν την αναμέτρηση από καλύτερες θέσεις.
Στο μεταξύ, ούτε οι καταγγελίες του ΝΑΤΟ για ενίσχυση των αυτονομιστών ανταρτών στην ανατολική Ουκρανία με ρωσικά στρατεύματα, τανκς, θωρακισμένα οχήματα και βαρύ οπλισμό, ούτε τα ομαδικά πυρά και οι απειλές για νέες κυρώσεις που δέχτηκε ο ρώσος πρόεδρος στη σύνοδο του G20 στην Αυστραλία το περασμένο Σαββατοκύριακο, 15 και 16 Νοέμβρη, δε φαίνεται να πτοούν τη ρωσική ηγεσία, η οποία δεν κάνει βήμα πίσω από τις θέσεις της. Οσο για το θόρυβο που προκάλεσαν τα διεθνή μίντια με αφορμή την αποχώρηση του Πούτιν πριν από το κλείσιμο της συνόδου, η οποία αποδόθηκε στην ψυχρή υποδοχή, στις επικρίσεις και στις πιέσεις που δέχτηκε από τον Ομπάμα και τους λοιπούς δυτικούς εταίρους του, εξυπηρετεί κυρίως την αντιρωσική προπαγάνδα. Αντίθετα, αν λάβουμε υπόψη τη μέχρι τώρα στάση της ρωσικής ηγεσίας και τις επιθετικές δηλώσεις Πούτιν μετά τη σύνοδο του G20, μάλλον θα πρέπει να ερμηνευτεί ως κίνηση επίδειξη ισχύος και αγνόησης των δυτικών πιέσεων.
Οι υψηλοί τόνοι των δυτικών ηγετών, οι επικρίσεις και οι απειλές που ακούστηκαν στη σύνοδο του G20 δεν βρήκαν την ανάλογη ανταπόκριση στη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που πραγματοποιήθηκε μια μέρα αργότερα, στις 17 Νοέμβρη, στις Βρυξέλλες. Η σύνοδος περιορίστηκε στην επιβολή ταξιδιωτικής απαγόρευσης σε κάποιους αντάρτες στην Ουκρανία, ενώ οι προσπάθειες κυρίως της Πολωνίας και των χωρών της Βαλτικής για την επιβολή νέων κυρώσεων στη Ρωσία μπλοκαρίστηκαν από ένα αυξανόμενο αριθμό χωρών, κυρίως της κεντρικής και νότιας Ευρώπης, που πλήττονται οικονομικά και τάσσονται ενάντια σε νέες κυρώσεις. Το αποτέλεσμα της συνόδου είχε προδιαγράψει μια μέρα νωρίτερα ο γερμανός υπουργός Οικονομικών και αντικαγκελάριος Σίγκμαρ Γκάμπριελ, επικεφαλής του σοσιαλδημοκρατών (SPD), που δήλωσε στο γερμανικό κανάλι ARD ότι δεν πιστεύει ότι οι αυστηρότερες κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας θα κάνουν τον Πούτιν να αλλάξει στάση και θα βοηθήσουν να λυθεί η ουκρανική κρίση. Οτι δεν βλέπει πώς θα βοηθήσουν τη Γερμανία να προχωρήσει οικονομικά, ότι θα κάνουν μόνο την κατάσταση πιο δύσκολη και ότι είναι σωστό που η Μέρκελ και ο υπουργός Εξωτερικών Φρανκ Βάλτερ Στέινμεγιερ επικεντρώνονται στο διάλογο και όχι στην αντιπαράθεση, όπως κάνουν άλλοι.
Μια μέρα μετά τη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ, στις 18 Νοέμβρη, ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών, σε ρόλο μεσολαβητή, επισκέφτηκε πρώτα το Κίεβο και μετά τη Μόσχα σε μια προσπάθεια διάσωσης της συμφωνίας του Μινσκ. Μετά τη συνάντησή του με το ρώσο υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ δήλωσε ότι δεν υπάρχει έδαφος για αισιοδοξία στη σημερινή κατάσταση, γιατί τα βασικά σημεία της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός δεν έχουν εφαρμοστεί και συνεχίζουν να μην εφαρμόζονται. Παρολαυτά, χαρακτήρισε τη συμφωνία του Μινσκ ως την καλύτερη δυνατή ευκαιρία για τον τερματισμό του πολέμου και κάλεσε τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα να προχωρήσουν άμεσα στην εφαρμογή της. Ομως, όπως φαίνεται, η επίσκεψη του γερμανού υπουργού Εξωτερικών στις δύο πρωτεύουσες ήταν άκαρπη. Την επομένη της επίσκεψής του, ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών κάλεσε την κυβέρνηση του Κιέβου να ξεκινήσει άμεσα κατευθείαν συνομιλίες με εκπροσώπους του Ντονμπάς με στόχο την επίτευξη μιας αμοιβαία αποδεκτής συμφωνίας, για να εισπράξει την άκρως επιθετική απάντηση του ουκρανού πρωθυπουργού Γιάτσενιουκ: «δεν θα κάνουμε άμεσες συνομιλίες με τους μισθοφόρους σας. Σταματήστε να παίζετε παιχνίδια που αποσκοπούν στη νομιμοποίηση ληστών και τρομοκρατών».
Στο μεταξύ, η κυβέρνηση του Κιέβου σκληραίνει τη στάση της και παίρνει μέτρα συλλογικής τιμωρίας του άμαχου πληθυσμού στις ελεγχόμενες από τους αυτονομιστές αντάρτες περιοχές. Το περασμένο Σάββατο, 15 Νοέμβρη, ανακοίνωσε τον τερματισμό της λειτουργίας όλων των δομών που χρηματοδοτούνται από το κράτος, των δημόσιων υπηρεσιών, των κρατικών επιχειρήσεων, των ινστιτούτων και των οργανισμών, ακόμη και των δικαστηρίων, καθώς και την αποχώρηση όλου του προσωπικού που υπηρετεί σ’ αυτές. Στις δομές αυτές περιλαμβάνονται ακόμη και τα σχολεία, οι παιδικοί σταθμοί, οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και τα νοσοκομεία. Εδωσε επίσης εντολή στην Κεντρική Τράπεζα της Ουκρανίας να πάρει μέτρα για να αποσύρει τον επόμενο μήνα όλες τις τραπεζικές υπηρεσίες για επιχειρήσεις και ιδιώτες στις ελεγχόμενες από τους αντάρτες περιοχές, ενώ μια βδομάδα νωρίτερα είχε επιβάλει τον έλεγχο διαβατηρίων καθώς και τον τερματισμό των κρατικών πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων, στις περιοχές αυτές.
Τα μέτρα αυτά ακυρώνουν ντε φάκτο τη συμφωνία του Μινσκ, γιατί βαθαίνουν το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές, οξύνουν την αντιπαράθεση αντί να ανοίγουν το δρόμο για τη σταδιακή αποκλιμάκωση της ουκρανικής κρίσης. Στόχος τους είναι να προκαλέσουν διάλυση και χάος, να φέρουν το λαό σε απόγνωση, να οξύνουν τις αντιθέσεις ανάμεσα στον πληθυσμό και τις αυτονομιστικές αρχές και να οδηγήσουν τις τελευταίες σε απομόνωση και κατάρρευση. Ταυτόχρονα όμως συνιστούν ντε φάκτο αναγνώριση της απόσχισης των ελεγχόμενων από τους αυτονομιστές αντάρτες περιοχών από την Ουκρανία. Συν τοις άλλοις, παρατηρείται κλιμάκωση των συγκρούσεων στα πολεμικά μέτωπα.
Οι εξελίξεις αυτές δεν αφήνουν περιθώρια για την αποκλιμάκωση της ουκρανικής κρίσης. Ακόμη κι αν γίνουν κάποια βήματα για την εφαρμογή της συμφωνίας του Μινσκ, θα έχουν ως αποτέλεσμα μόνο μια προσωρινή ανάπαυλα, που θα επιτρέψει στα αντίπαλα στρατόπεδα να κερδίσουν χρόνο και να προετοιμαστούν καλύτερα για τη συνέχιση της αναμέτρησης. Προκειμένου οι μεν αυτονομιστές αντάρτες, με τη στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη της Ρωσίας, να επεκτείνουν και να εδραιώσουν τον έλεγχό τους σε όλη την περιοχή του Ντονμπάς, ο δε ουκρανικός στρατός να ανακτήσει κάποιο από το χαμένο έδαφος ή στη χειρότερη περίπτωση να αποτρέψει νέες απώλειες.







