Ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες να καταλήξουν σε κάποια συμφωνία για τον τερματισμό του εμφύλιου πολέμου στην Κολομβία οι διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη στην Κούβα ανάμεσα σε εκπροσώπους των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων της Κολομβίας (FARC), του παλαιότερου και ισχυρότερου αντάρτικου της χώρας, και της κολομβιανής κυβέρνησης, μετά το θάνατο 19 κυβερνητικών στρατιωτών σε μια μέρα (21 Ιούλη), από επιθέσεις ανταρτών.
Συγκεκριμένα, δεκαπέντε στρατιώτες του τάγματος που περιφρουρεί τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στο κρατίδιο Αράουκα στα σύνορα με τη Βενεζουέλα έπεσαν νεκροί σε ενέδρα ανταρτών και άλλοι τέσσερις σκοτώθηκαν σε μάχη στο νότιο κρατίδιο Κακουέτα, προπύργιο των ανταρτών.
Πρόκειται για το ισχυρότερο πλήγμα στον κυβερνητικό στρατό από την έναρξη των «ειρηνευτικών» διαπραγματεύσεων τον περασμένο Νοέμβρη.
Ο κολομβιανός πρόεδρος Χουάν Μανουέλ Σάντος υποσχέθηκε σκληρά αντίποινα και δήλωσε: «Οι οδηγίες προς τις ένοπλες δυνάμεις είναι: μη σταματάτε να πυροβολείτε μέχρι να φτάσουμε στο τέλος αυτής της σύγκρουσης, γιατί αυτός είναι ο τρόπος για να φτάσουμε σ’ αυτή τη στιγμή ταχύτερα».
Αυτό που αποσιωπά ο Σάντος είναι ότι δεν πρόκειται για μονομερή ενέργεια των ανταρτών, που παραβιάζει κάποια συμφωνία, ώστε να δικαιολογείται η δύναμη πυρός που εξαπολύει εναντίον των FARC. Ο ίδιος είχε απορρίψει την πρόταση των FARC για κατάπαυση του πυρός κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και ο κυβερνητικός στρατός συνέχιζε τις επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών, με αποτέλεσμα στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, να έχουν συλληφθεί ή σκοτωθεί περίπου 500 αντάρτες.
Ο στόχος της κολομβιανής κυβέρνησης είναι σαφής. Εκμεταλλευόμενη τα πλήγματα που έχουν υποστεί οι FARC σε στελεχικό και επιχειρησιακό επίπεδο τα τελευταία χρόνια, επιδιώκει συνεχίζοντας τις επιθέσεις να τις αποδυναμώσει ακόμη περισσότερο στρατιωτικά και να τις εξαναγκάσει σε σοβαρές υποχωρήσεις μέσω των διαπραγματεύσεων.






