Αντοχή στις κάλτσες, αποχή από τις κάλπες
Οπου ψήφος κι εκλογές κι η Βασίλω πρώτη (κάμποσες με αυτό το όνομα)
9 χιλιοστά (μπάτσος Ούγο Αλμπορσός) – Η κάνη στράφηκε σωστά
(Ετσι κι αλλιώς) από κάνες βγαίνει το δίκιο, κι όχι από ψήφους που ετοιμάζονται να πουλήσουν τους αγώνες…
Οι μετανάστες ψήφισαν τα μνημόνια της φτωχοποίησης-κινεζοποίησης κωλο-γκρούβαλοι;
♦ Ανέκδοτο: φοιτητικές εκλογές.
♦ Ο 77χρονος Δημήτρης μιλάει για δυναμική αντίδραση. Ομως ο Ριζοσπάστης (5-4-12) «βλέπει» μόνο «συγκεκριμένη πράξη απελπισίας» που «δεν αποτελεί λύση». Λες και δεν το κατάλαβε η καλοεφημερίδα. Γι’ αυτό και παραθέτει στη συνέχεια «της Παρασκευής το γάλα» μιας και οι εκλογές δεν αποτελούν δα… δυναμική αντίδραση.
♦ Χυδαίος, όπως πάντα, ο Παπάρης Πορδοψάλτε (4-4-12) με ψύχραιμο ύφος δηλώνει λυπημένος (ο καλοπληρωμένος ρουφιάνος) και συνεχίζει (απτόητος) λέγοντας ότι τα (μόνιμα) μέτρα δε γίνεται να μη λαμβάνονται.
♦ Τούτο το χώμα με τι το ζύμωσες;-/ κόκκινο./ Και το άγαλμα/ κόκκινο κι αυτό/ αληθινό-/ ένα φύλλο στον ώμο του/ ένα άλλο στα μαλλιά του. (Γ. Ρίτσος: από τον «Πηλό»).
♦ Το όνομα αυτό είναι δικό μου…/ Το ίδιο και τα ονόματα των φίλων μου, όπου κι αν βρίσκονται./ Δικό μου το εφήμερό μου σώμα, παρόν ή απόν…/ Δυο μέτρα γης μού αρκούνε τώρα πια./ Ενα κι εβδομήντα πέντε εκατοστά για μένα/ και τ’ άλλο για των λουλουδιών που θα με καταπιούν/ τον οργιαστικό χορό./ Ο,τι ήτανε δικό μου, δικό μου μένει: το χθες μου/ και το αύριο το μακρινό ό,τι θα φέρει,/ σαν η δραπέτισσα ψυχή/ ξαναγυρίσει./ Σαν τίποτα να μην υπήρξε./ Τίποτα να μην έγινε./ Μια ανεπαίσθητη πληγή στο χέρι ενός παράλογου παρόντος./ Χλευάζει η ιστορία τα θύματά της/ και τους ήρωές της./ Μια φευγαλέα ματιά τους ρίχνει και τους προσπερνά./ Αυτή η θάλασσα είναι δική μου./ Η αύρα η θαλασσινή δική μου./ Και τ’ όνομά μου, και λάθος να το γράψω στο φέρετρό μου πάνω, είναι δικό μου./ Κι όσο για μένα, που χίλιους λόγους έχω πια να φύγω, δεν είμαι δικός μου./ Δεν είμαι δικός μου./ Δεν είμαι δικός μου. (Μ. Νταρουΐς: Αλ Τζινταρίγια).
♦ Απ’ αφορμή επιστολή στα ΝΕΑ (13-3-12): Ε, όχι και εθνικός ήρωας ο Σπ. Λούης, παιδιά. Basta. Ο φουστανελοφόρος «αθλητής» (ξέρετε την ιστορία με το κάρο που τον μετέφερε στον… μαραθώνιο δρόμο;) που τακίμιασε με τους μεταξοναζήδες (υπάρχουν και φωτογραφίες αν… ξέρετε).
♦ Η κυρία κοτα-μανίδου αποκηρύσσει την βία (ΤΑ ΝΕΑ, 13-3-12). Αλλο (εδώ και χρόνια) ν’ αποτελείς διαμάντι του συστήματος, κυρά-Εύα τους, άλλο ο βιασμός στην ταινία κι άλλο να τρως το πτηνό σε καθημερινή βάση. Οσο για το αν «κατατάσσεσαι» στους διανοούμενους, το θέμα είναι με ποιους τάσσεσαι…
♦ Εχει ένα σπίτι/ από χαρτί/ ένα κρεβάτι από χαρτί/ ένα δάσος από χαρτί/ δυο φτερούγες/ από σίδερο/ πατάει γερά στη γη/ πετάει τ’ αψήλου. (Γ. Ρίτσος: «Αξαφνα»).
♦ «Το χρώμα μου είναι σκούρο και οι Ρομά είναι αδέλφια μου. Δεν μπορώ να κάτσω στ’ αυγά μου, όταν τους βλέπω να στοιβάζονται σε στρατόπεδα. Ούτε να σφυρίξω αδιάφορα όταν βλέπω την Ακροδεξιά να σηκώνει κεφάλι στην Ευρώπη. Είμαι αντιφασίστας, δηλωμένος και στρατευμένος» (Τόνι Γκατλίφ, σκηνοθέτης).
♦ Λοιπόν, και σήμερα, δεν έχω ιστορίες να σας πω. Στέγνωσε από το καμίνι το στόμα μου, με κατατρέχουν το άδειο στομάχι και ο φόβος, ζυμώνουν στις φλέβες μου καρφιά οι μπάτσοι, τα μηνίγγια μου θα σκάσουν. Είμαι χρονών εβδομήντα εφτά και δεν τρέμει το χέρι μου που κρατώ όπλο. Νάχα το κουράγιο(;) να το στρέψω κει που πρέπει, θα γλύκαινε λιγουλάκι ο πόνος.
Βασίλης






