Η 4η επέτειος της πτώσης της Βαγδάτης σφραγίστηκε από την πρωτοφανή σε όγκο αντιαμερικάνικη αντικατοχική διαδήλωση στις σιιτικές πόλεις Νατζάφ και Κούφα στις 9 Απριλίου. Ένα εκατομμύριο περίπου βουλευτές απ’ όλη τη χώρα συγκρότησαν μια πορεία πολλών χιλιομέτρων, με κυρίαρχα συνθήματα «Θάνατος στην Αμερική, έξω οι κατακτητές», στην οποία οι διοργανωτές, το κίνημα Σαντρ, θέλησαν να δώσουν ταυτόχρονα ενωτικό και πανεθνικό χαρακτήρα, γεγονός που αποτυπώθηκε και στην οργάνωση της πορείας και στο μήνυμα του Σαντρ και στις ομιλίες των εκπροσώπων του. Στην πορεία δεν εμφανίστηκαν καθόλου διχαστικά συνθήματα ή εμβλήματα και οι διαδηλωτές κρατούσαν μόνο μεγάλες Ιρακινές σημαίες. Στη συντριπτική πλειοψηφία ήταν Σιίτες, αλλά και κάποιοι Κούρδοι με παραδοσιακές ενδυμασίες και Σουνίτες Κληρικοί, που βάδιζαν μάλιστα στην κεφαλή της πορείας. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια από το μήνυμα του Σαντρ την παραμονή της μεγαλειώδους πορείας: «Οι δυνάμεις του σκότους υπό την καθοδήγηση των κατακτητών καλλιεργούν τη διχόνοια ανάμεσα στους γιους του ίδιου έθνους…Αδέλφια μου στο στρατό του Μαχντί και στις δυνάμεις ασφάλειας, σταματήστε να πολεμάτε μεταξύ σας, γιατί διαφορετικά προωθείτε την ατζέντα του κοινού σας εχθρού. Μην ακολουθείτε τις εντολές του κατακτητή, γιατί είναι εχθρός σας…».
Αναμφίβολα, η διαδήλωση αυτή αποτελεί επίδειξη δύναμης από το κίνημα του Σαντρ απέναντι στην Ιρακινή κυβέρνηση και τους Αμερικάνους κατακτητές. Παράλληλα, είναι εμφανής η προσπάθεια του Σαντρ να ρίξει γέφυρες προς τις πιο μετριοπαθείς δυνάμεις της Σουνιτικής αντίστασης και να καλλιεργήσει το προφίλ ενός αντικατοχικού ηγέτη εθνικής εμβέλειας.
Ωστόσο, ανεξάρτητα από τις προσωπικές φιλοδοξίες του Σαντρ και τους πολιτικούς στόχους του κινήματος του οποίου ηγείται, είναι βέβαιο ότι ούτε η κυβέρνηση Μαλίκι ούτε οι Αμερικάνοι μπορούν να μην πάρουν σοβαρά υπόψη τους τον παράγοντα Σαντρ, το κίνημα που εκπροσωπεί , την τεράστια επιρροή που έχει αποκτήσει στο Σιιτικό πληθυσμό και την αυξανόμενη εχθρότητα του τελευταίου απέναντι στις δυνάμεις κατοχής και στους συνεργάτες τους.
Ακολούθησε η παραίτηση των έξι υπουργών της επιρροής Σαντρ από την κυβέρνηση Μαλίκι, ως κίνηση διαμαρτυρίας για την άρνηση μέχρι τώρα του Ιρακινού πρωθυπουργού να ορίσει χρονοδιάγραμμα αποχώρησης των αμερικάνικων στρατευμάτων από τη χώρα, χωρίς όμως να τίθεται παράλληλα ζήτημα παραίτησης της κυβέρνησης, ενώ οι 32 Σαντρικοί βουλευτές παραμένουν στη βουλή. Οσα συνόδευσαν την παραίτηση των έξι υπουργών δείχνουν ότι η απόφαση αυτή είναι μια κίνηση άσκησης πίεσης στους Αμερικάνους και στην κυβέρνηση Μαλίκι, η οποία μπορεί να αποδυναμώνεται, αλλά δεν απειλείται άμεσα από σοβαρή πολιτική κρίση και κατάρρευση.
Η τακτική που φαίνεται να ακολουθεί σ’ αυτή τη φάση το κίνημα Σαντρ συνοψίζεται στα εξής: Συνεχίζει να απέχει από την ένοπλη αντίσταση εναντίον των δυνάμεων κατοχής και απαντά μόνο όταν δέχεται επίθεση. Παραμένει ως ισχυρός παίχτης στο πολιτικό παιχνίδι, δεν εισπράττει το πολιτικό κόστος της κυβερνητικής πολιτικής μετά την παραίτηση των υπουργών του, ανεβάζει τους τόνους της ααντιαμερικάνικης και αντικατοχικής αντιπολίτευσης, απαντώντας στη στρατιωτική και πολιτική πίεση που δέχεται από τους Αμερικάνους, και καρπώνεται τα πολιτικά οφέλη. Προετοιμάζεται και περιμένει να παίξει πρωταγωνιστικό πολιτικό ρόλο σε ευνοϊκότερες συνθήκες, που θα προκύψουν φυσικά από τη δράση της ένοπλης αντίστασης.
Η τακτική αυτή μπορεί να ασκεί πολιτική πίεση στις δυνάμεις κατοχής, δεν τους δημιουργεί όμως σ’ αυτή τη φάση αξεπέραστα αδιέξοδα, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να προετοιμάσουν τη διάδοχη λύση με το δικό τους άνθρωπο, τον πράκτορα της CIA και σφαγέα της Φαλούτζα, τον Ιγιάντ Αλάουι, πρωθυπουργό της διορισμένης από το Λευκό Οίκο μεταβατικής κυβέρνησης. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο Σαντρ αποτελεί σοβαρό εμπόδιο στα σχέδια της κυβέρνησης Μπους, γιατί θεωρείται «εθνικιστής» και αντιτίθεται στην αμερικάνικη κατοχή, στο διαμελισμό του Ιράκ και στο νομοσχέδιο για την καταλήστευση του Ιρακινού πετρελαίου, για την επικύρωση του οποίου από την Ιρακινή βουλή έχουν δώσει προθεσμία οι Αμερικάνοι στην κυβέρνηση μέχρι τον Ιούνιο.