Μια ζοφερή για τους Αμερικάνους εικόνα της κατάστασης που επικρατεί σήμερα στο Αφγανιστάν παρουσιάζεται στην εξαμηνιαία έκθεση για την εξέλιξη του πολέμου, που συντάχτηκε κατ’ εντολή του Κογκρέσου και δόθηκε στη δημοσιότητα τις τελευταίες μέρες από το Πεντάγωνο.
Η έκθεση αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι ο αντάρτες θεωρούν «το 2009 ως το πιο επιτυχημένο έτος του πολέμου», ότι «οι επιχειρησιακές τους ικανότητες και η οργανωτική τους επιρροή αναπτύσσονται ποιοτικά και γεωγραφικά σε νέες περιοχές τους τελευταίους έξι μήνες» και ότι διαθέτουν «εύρωστα μέσα για να συνεχίσουν τις επιχειρήσεις τους».
Ελάχιστη προσοχή, μόλις δύο παράγραφοι της πολυσέλιδης έκθεσης αφιερώνονται στις απώλειες άμαχου πληθυσμού, για τις οποίες την ευθύνη αποδίδει κυρίως στους αντάρτες που «χρησιμοποιούν τους άμαχους ως ανθρώπινες ασπίδες». Παρόλο που, σύμφωνα με τα στοιχεία του αμερικάνικου στρατού, παρατηρείται μια κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των αμάχων που έχασαν τη ζωή τους από αμερικάνικα πυρά τους τρεις πρώτους μήνες του 2010, αφού στο διάστημα αυτό σκοτώθηκαν 87 άμαχοι έναντι 29 την ίδια περίοδο του 2009. Προφανώς τα στοιχεία αυτά απέχουν πολύ από την πραγματικότητα, αφού το Πεντάγωνο και το ΝΑΤΟ συνήθως αρνούνται τις αναφορές για απώλειες αμάχων, υποστηρίζοντας είτε ότι δεν έχουν γνώση των περιστατικών είτε ότι αυτοί που σκοτώθηκαν ήταν «αντάρτες». Και μόνο όταν υπάρχουν αναμφισβήτητα αποδεικτικά στοιχεία αναλαμβάνουν απρόθυμα την ευθύνη.
Ομως η πιο σημαντική αποκάλυψη της έκθεσης είναι ότι ο διοικητής των αμερικάνικων στρατευμάτων στο Αφγανιστάν, στρατηγός Στάνλεϊ ΜακΚρίσταλ, και η νατοϊκή διοίκηση παραδέχονται επίσημα για πρώτη φορά ότι οι Ταλιμπάν έχουν υπό τον έλεγχό τους μια εκτεταμένη πυκνοκατοικημένη συνεχόμενη ζώνη στο νότιο Αφγανιστάν, που θεωρείται από το στρατηγό ΜακΚρίσταλ η πιο ζωτική περιοχή στη χώρα.
Η ζώνη αυτή, που αποτυπώνεται σ’ ένα χάρτη της έκθεσης, εκτείνεται σε 13 επαρχίες, από την επαρχία Φαράχ στο δυτικό Αφγανιστάν, περνά από τις επαρχίες Χέλμαντ και Κανταχάρ και φτάνει μέχρι τις επαρχίες Βαρντάκ, Λογκάρ, Πάκτια και Κοστ δυτικά και νότια της Καμπούλ.
Ο χάρτης αυτός δείχνει επίσης για πρώτη φορά τη θέση και την πολιτική κατάσταση 121 περιοχών που επελέγησαν στο τέλος της περασμένης χρονιάς από την αμερικανονατοϊκή διοίκηση ως οι πιο σημαντικές για τη στρατηγική αποδυνάμωσης των Ταλιμπάν. Η συνεχόμενη ζώνη υπό τον έλεγχο των Ταλιμπάν περιλαμβάνει, αλλά δεν περιορίζεται στις 58 από τις 121 αυτές κρίσιμες περιοχές. Σύμφωνα με την έκθεση, σε 7 από τις 58 περιοχές, ο πληθυσμός «υποστηρίζει» τους Ταλιμπάν, σε 25, ο πληθυσμός «συμπαθεί» τους Ταλιμπάν, σε 21 είναι «ουδέτερος» και μόνο σε 5 «συμπαθεί» την αφγανική κυβέρνηση, ενώ σε καμιά δεν την «υποστηρίζει».
Ομως και ο χάρτης αυτός απεικονίζει παραποιημένη την πραγματικότητα, παρουσιάζοντας την κατάσταση ευνοϊκότερη για τις δυνάμεις κατοχής. Για παράδειγμα, ο πληθυσμός σε έξι περιοχές, που παρουσιάζονται στο χάρτη ως «ουδέτερες», είναι γνωστό ότι μέχρι πρόσφατα υποστήριζε τους Ταλιμπάν. Ανάμεσα σ’ αυτές είναι η Ναντ Αλί, στην οποία βρίσκεται η Μαρτζάχ, όπου έγινε πριν από δύο μήνες η μεγαλύτερη αμερικάνικη στρατιωτική επιχείρηση από το 2001, χωρίς να έχουν ακόμη καταφέρει να την εκκαθαρίσουν από τους Ταλιμπάν και να επιβάλλουν τον κυβερνητικό έλεγχο. Είναι επίσης η περιοχή Σανγκίν, για την οποία ο δημοσιογράφος Jon Boone της βρετανικής «Guardian», που την επισκέφτηκε πρόσφατα, σημείωνε σε ρεπορτάζ του την περασμένη βδομάδα «την έντονη έχθρα του λαού, που μισεί οτιδήποτε μας (σ.σ τις δυνάμεις κατοχής) συμβολίζει».
Για τις «δύσκολες στιγμές που έρχονται στις επόμενες βδομάδες και μήνες» στην Κανταχάρ, όπου θα ξεκινήσει τον επόμενο μήνα η μεγαλύτερη αμερικάνικη στρατιωτική επιχείρηση κατά των Ταλιμπάν, προειδοποίησε με πρόσφατες δηλώσεις του ο στρατηγός Ντέιβιντ Πετρέους, επικεφαλής της αμερικάνικης Κεντρικής Διοίκησης και υπεύθυνος για τους πολέμους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Φρόντισε μάλιστα να επιρρίψει προκαταβολικά την ευθύνη για το επικείμενο μακελειό στους Ταλιμπάν, κατηγορώντας τους ότι «πρόκειται να κάνουν φρικιαστικές πράξεις για να διακόψουν την πρόοδο που οι Αφγανοί, η συμμαχία και ο στρατός εργάζονται τόσο σκληρά για να πετύχουν».








